Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Τσάι με τον Κάρολο Ντίκενς!


Παρασκευή απόγευμα… Σκέφτομαι :
-Την Δευτέρα έχω ιστορία και πρέπει να κάνω την εργασία. Αύριο έχω πάρτυ. Δεν θα  προλάβω. Την Κυριακή έχω να πάω σε γάμο. Αποκλείεται. Ας την κάνω τώρα.
Μου πήρε λίγη ώρα να σηκωθώ απ’ το κρεβατάκι μου αλλά τα κατάφερα. Ανοίγω τον υπολογιστή. Πληκτρολογώ:  Κάρολος Ντίκενς . Μου ‘βγαλε ένα σωρό πληροφορίες. Αφού τους έριξα μια ματιά, πήρα ένα τετράδια, ένα στυλό, έβαλα το παλτό μου και έφυγα. Έτρεξα σε μια παλιά αποθήκη κοντά στο φροντιστήριο μου. Μπήκα μέσα. Θεοσκότεινα. Περπάτησα λίγα μετρά και έστριψα δεξιά. Εκεί ήταν. Δεν την είχε κλέψει κάνεις. Μια παλιά χρονομηχανή. Μπήκα μέσα κι έφυγα. Μετά από δύο λεπτά ταξιδιού έφτασα. Με ζαλίζουν πολύ αυτά τα ταξίδια. Που είναι τα χαπάκια που παίρνει η μάνα μου όταν μπαίνει στο πλοίο;
Έκατσα σε ένα παγκάκι και αγόρασα ένα κουλούρι. Το ‘φαγα και ξεκίνησα για να βρω το σπίτι του Κάρολου Ντίκενς. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να το βρω. Εκεί που περπατούσα το είδα. Ένα μεγάλο κλασσικό κτήριο με το όνομα του στο πόμολο της πόρτας. Ευχήθηκα να είναι εκεί. Χτυπώ την πόρτα. Τίποτα. Ξαναχτυπώ. Ουδεμία απάντηση. Απογοητεύτηκα. Ήμουν έτοιμη να επιστρέψω σπίτι και να επισκεφτώ κάποιον άλλο. Ώσπου βλέπω τον Κάρολο να στριβεί από την γωνία. Με πλησίασε με ένα βλέμμα απορίας.
-Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι; Σε είδα που έβλεπες ανυπόμονα το σπίτι μου!
-Γεια σας κ. Ντίκενς. Είμαι μια δημοσιογράφος και θα ήθελα να μου δώσετε μια συνέντευξη.
-Μεγάλη μου χαρά! Δεσποινίς;
-Ανθούλη. Νικολέτα Ανθούλη.
-Πέρνα λοιπόν μέσα Νικολέτα.
-Ευχαριστώ πολύ.
Το σπίτι του ήταν καταπληκτικό. Είχε δύο πατώματα. Στο πρώτο υπήρχε μια τραπεζαρία όπου δέσποζε το πορτρέτο του πατέρα του. Ακόμη υπήρχε και ένα σαλόνι όπου και καθίσαμε. Λογικά πάνω θα υπάρχουν τα υπνοδωμάτια. Κάθισα λοιπόν και τον περίμενα. Ήρθε κρατώντας ένα δίσκο με φλιτζάνια του τσαγιού. Με σέρβιρε (τι ευγενικός !) και κάθισε απέναντι μου.

-Λοιπόν… Σ’ ακούω.
-Λοιπόν… κ. Ντίκενς, πότε γεννηθήκατε;
-Γεννήθηκα στις 7 Φεβρουαρίου του 1812.
Υδροχόος ο Ντίκενς. Ήξερα και πότε θα πεθάνει αλλά είπα να μην τον στεναχωρήσω.
-Πείτε μου λίγο για τα παιδικά σας χρόνια.
-Τα παιδικά μου χρόνια εεε…; (Γέλιο) Έχω πολλές αναμνήσεις!
-Όπως;
-Μικρός πληγώθηκα πολύ! Ο πατέρας μου μπήκε φυλακή λόγω των χρεών του και εγώ έπρεπε να σταματήσω το σχολείο και να δουλέψω, για να συντηρώ την οικογένεια μου. Όμως για καλή μας τύχη ο πατέρας μου αποφυλακίστηκε και εγώ πήγα άλλο ένα χρόνο σχολείο και μετά δούλεψα σε ένα δικηγορικό γραφείο.
-Πως ξεκινήσατε να γράφετε;
-Πάντα, στον ελεύθερο μου χρόνο έγραφα διηγήματα. Οι ήρωες ήταν άνθρωποι που έβλεπα στον δρόμο και οι καταστάσεις που ζούσαν, καθημερινές.
-Φέτος εκδόθηκε το νέο σας βιβλίο «Δαβίδ Κόπερφιλντ». Πως νιώθετε που έχει τόσο μεγάλη απήχηση απ’ τον κόσμο;
-Ο οποιοσδήποτε θα ένιωθε υπέροχα. Χαίρομαι που τα βιβλία μου αρέσουν στον κόσμο. Αυτό σημαίνει πως κάτι κάνω καλά (μετριόφρων!!!). Βέβαια μου ήταν πολύ δύσκολο να το γράψω γιατί τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ σκληρά.
-Ποιο πιστεύετε πως ήταν το βιβλίο που έκανε τον κόσμο να ταυτιστεί μ’ αυτό;
-Χωρίς δεύτερη σκέψη ο « Όλιβερ Τουίστ» . Διότι παρουσιάζει την πραγματικότητα, αν και σκληρή. Οι άνθρωποι διαβάζοντας το βλέπουν πως κι άλλοι ζουν δύσκολες καταστάσεις και έτσι παρηγορούνται.
-Θα ήθελα να σας ρωτήσω για το ταξίδι σας στην Αμερική, αλλά δεν θα το κάνω γιατί δεν θέλω να σκαλίζω πληγές.
-Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Όσοι θέλουν να μάθουν γι’ αυτό μπορούν να διαβάσουν το βιβλίο
«Αμερικάνικα Σημειώματα»  και πίστεψε με, θα ενημερωθούν πλήρως.
-Λοιπόν κ. Ντίκενς Νομίζω πως η συνάντηση μας κάπου εδώ τελειώνει. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σας.
-Εγώ ευχαριστώ Νικολέτα. Μου θύμησες ωραίες στιγμές. Να ‘σαι καλά!
Με ξεπροβόδισε στην πόρτα. Τον χαιρέτησα και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Άντε πάλι. Τα ίδια βασανιστήρια μέχρι να φτάσω σπίτι. Δεν πειράζει όμως. Άξιζε τον κόπο. Γνώρισα μια απ’ τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 19ου αιώνα. Μπαίνω στο σπίτι, βγάζω το παλτό, κοιτώ το ρολόι. Ιιιιιιιιιι… 11 η ώρα. Ώρα για ύπνο. Ελπίζω να άξιζε ο κόπος και να επιβραβευτώ για την προσπάθειά μου!


Νικολέτα Ανθούλη, Γ1




Γεννηθήκαμε όλοι ίδιοι ..σκοπός μας είναι να πεθάνουμε διαφορετικοί!


Όσο μπορείς ‘’ανθρωπάκο’’.. προσπάθησε να μην σε λένε έτσι ..’’ανθρωπάκια''’’  είναι οι ρηχοί άνθρωποι ..εκείνοι που δεν έχουν κάτι να πουν..οι επιφανειακοί ..οι βαρεμένοι..οι ανόητοι..εκείνοι που μιλάνε χωρίς να σκεφτούν..οι οπισθοδρομικοί ..οι κακόβουλοι .. …όσο μπορείς λοιπόν ..μην τους μοιάσεις ..μην φύγεις μακριά τους ..όχι.. ΠΟΛΕΜΗΣΕ τους .. διώξε ΕΚΕΙΝΟΥΣ μακριά..

Όσο μπορείς ..να πρωτοτυπείς στην ζωή σου..να διαφέρεις..όταν οι άλλοι λένε μπλε εσύ να αναρωτιέσαι γιατί όχι κόκκινο..όταν  λένε κρύο να σκέπτεσαι γιατί όχι ζέστη,  όταν λένε πάνω να λες γιατί όχι κάτω; Να ψάχνεις τα πάντα..να αμφιβάλλεις για τα πάντα..γεννηθήκαμε όλοι ίδιοι ..σκοπός μας είναι να πεθάνουμε διαφορετικοί!



Όσο μπορείς ..να παραμένεις νηφάλιος χωρίς να σε επηρεάζουν οι γνώμες των άλλων ..όταν οι γύρω σου έχουν χάσει την ψυχραιμία και την λογική τους εσύ να προχωρείς μπροστά! Πριν μιλήσεις να σκέπτεσαι ..και όταν μιλάς να μιλάς με σοφία .

Όσο μπορείς..εσύ..εγώ..όλοι μας να έχουμε έναν σκοπό! Να ξέρουμε ποιος είναι ο λόγος που σηκωνόμαστε κάθε πρωινό  ..να έχουμε ένα όνειρο..να ελπίζουμε για κάτι..να κάνουμε υπομονή και να ανυπομονούμε για το αύριο και το τι θα μας φέρει..και αν μια φορά και δυο και τρεις πέσουμε κάτω..θα σηκωθούμε..πρέπει να σηκωθούμε..γιατί είμαστε άνθρωποι..όλοι ξέρουμε να επιβιώνουμε..όμως λίγοι ξέρουμε να ΖΟΎΜΕ!


Κατερίνα Γιαλλούση, Γ1

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Κοσμοδρόμιο ( ή πώς ένα βιβλίο σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πόσα λίγα ξέρεις για τον κόσμο γύρω σου)

Λίγο μετά το τέλος των μαθημάτων συναντηθήκαμε σήμερα στη βιβλιοθήκη του σχολείου να συζητήσουμε για το βιβλίο της Ελένης Κατσαμά "Κοσμοδρόμιο". Το βιβλίο τα είχαμε ξαναδεί με τη λέσχη ανάγνωσης του σχολείου το 2011.

Η συζήτηση αφορούσε τα θέματα των διηγημάτων του βιβλίου και τις ιστορίες που ξεχώρισαν τα παιδιά διαβάζοντας το. Αυτό που τα εντυπωσίασε ήταν ότι όλες οι ιστορίες δεν ήταν προϊόν μυθοπλασίας αποκλειστικά, αλλά βασίζονταν σε αληθινά γεγονότα. Ήταν αληθινές ιστορίες που μας μιλούσαν για τη ζωή συνανθρώπων μας από άλλα μέρη του πλανήτη.
 Οι περισσότεροι ξεχώρισαν το "Δειλό παιδί" μιας και έθιγε ένα σοβαρό πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας: την μοναξιά και τις απρόσωπες σχέσεις των ανθρώπων. Στο διήγημα αυτό η Μαρία και η Φαίδρα εντυπωσιάστηκαν από το ότι το αγόρι παρακολουθούσε τον ηλικιωμένο άντρα και κατέγραφε τις εντυπώσεις του και στενοχωρήθηκαν με το τέλος του διηγήματος.
Η Σέια βρήκε πολύ δυνατή και την ιστορία "Όχι εμένα", μια ιστορία ενός παιδιού στρατιώτη που πρέπει να φέρει εις πέρας μια πολύ δύσκολη αποστολή προκειμένου να ενταχθεί στο στρατό. Ένα παιδί που πρέπει να ενηλικιωθεί βίαια και να εξοικειωθεί με τον θάνατο.
Ο Χάρης ξεχώρισε το "Ποιος φοβάται τον παππού" λόγω της παράξενης ιστορίας και τον "Άχιμ" , την ιστορία με το φίδι μιας και διαπραγματεύεται μεταφορικά τις ανθρώπινες σχέσεις.
Η Ζινέτ βρήκε πολύ συγκινητική την ιστορία της "Ρίγιο και του Μασούτζι", την ιστορία δυο παιδιών που ζουν σε μια πόλη – νεκροταφείο ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ η Κοκώνα αν και δεν ξετρελάθηκε με το βιβλίο ξεχώρισε το "Χρυσόψαρο" και την ιστορία των παιδιών που ζουν στους υπονόμους.
Η Φαίδρα πάλι με τη Σεία μας μίλησαν για την ιστορία του "Αχιμ", όπου ένα φίδι ξεδιπλώνει τη θετική του πλευρά και σώζει ένα αγόρι. Εκεί σταθήκαμε και στο θέμα του πόσο φοβόμαστε τα φίδια και πόσο διαφορετικά μας τα εμφανίζει η συγγραφέας εδώ.
Η Νικολέτα μας είπε ότι "Οι πειρατές της Σομαλίας" ήταν η δική της αγαπημένη ιστορία μιας και της θύμισε και την πρόσφατη ταινία του Τομ Χάνκς, Κάπτεν Φίλιπς, και βασίζονταν και τα δυο σε αληθινές ιστορίες.
Η Μαρία και η Ευαγγελία μας μίλησαν για την ιστορία  Με τα μάτια του Ντάνι: πόσο θύμωσαν με την ιστορία του ενδοσχολικού εκφοβισμού και πόσο θαύμασαν την κοπέλα που αντέδρασε δυναμικά τελικά.
Ο Μιχάλης πάλι ως γνήσιος ποδοσφαιριστής διάλεξε το  "Για το πρωτάθλημα" , που του άρεσε και για το κυνήγι του κρυμμένου θησαυρού και για το θέμα που αναφερόταν στους μετανάστες που ζουν στη Γαλλία.
Η Θάλεια πάλι, αν και το βιβλίο δεν ανήκε στο χώρο των ενδιαφερόντων της, βρήκε πολύ ωραίες τις ιστορίες και τελειώνοντας το βιβλίο σκέφτηκε και συνειδητοποίησε ότι δεν ξέρει τι συμβαίνει στον κόσμο. Το βιβλίο αυτό άνοιξε ένα παράθυρο σε θέματα που δεν γνώριζε.

Τελειώνοντας τη συζήτηση μας αναφερθήκαμε στο εξώφυλλο του βιβλίου : ένα αγόρι που φοράει μια μάσκα λύκου. Μια μεταφορά για το τι κρύβει ο καθένας μέσα του – και πολύ περισσότερο οι νέοι άνθρωποι, που πολλές φορές κρύβουν την αλήθεια τους πίσω από μια μάσκα. Τα λόγια που υπάρχουν στο εξώφυλλο και είναι παρμένα από ένα από τα διηγήματα , από το ομώνυμο του τίτλου Κοσμοδρόμιο, μας δείχνουν πόσο η συγγραφέας θέλει να φτάσουν μακριά οι ιστορίες της. Ίσως γι αυτό διαλέγει και ως τίτλο το Κοσμοδρόμιο, ένα μέρος από οπού φεύγουν διαστημόπλοια.
Η βαθμολογία του βιβλίου : 8, 5!



Όταν ο Αραπόπουλος συνάντησε τον Γιαννούλη Χαλεπά.


Ήταν ένα ανοιξιάτικο μεσημεριανό στην Θεσσαλονίκη. Έξω φυσούσε ο βαρδάρης. Το πρωινό αυτό ήταν πολύ κουραστικό. Σηκώθηκα Κυριακάτικα στις 7:30 για να κάνω μια εργασία για έναν Χαλεπά που ούτε η μάνα του δεν τον ξέρει αλλά τέλος πάντων! Μιας και ο βαθμός μου εξαρτάται από αυτήν την εργασία είπα να ψάξω λίγο παραπάνω απ’ ότι συνήθως. Βέβαια το μόνο που έμαθα ήταν πως έφτιαχνε κάτι αγάλματα αλλά μετά τον έκλεισαν στο τρελάδικο και μετά το έδιωξαν και μετά τον χάσαμε. Δεν έλεγε και πολλά το Wikepedia .
     Μετά από πολλές ώρες αναζήτησης για τούτο τον τύπο πήγα και’γω ο άνθρωπος να φάω ένα σουβλάκι και να πιω μια φραπεδιά, να λιγδώσει το εντεράκι μου. Πριν αρχίσω το φαγητό πήγα στην τουαλέτα να πλύνω τα χεράκια μου –γιατί εμείς οι Θεσσαλονικείς έχουμε τρόπους-. Λοιπόν, ανοίγω την πόρτα του μπάνιου και ξαφνικά όλα αρχίζουν να γυρίζουν. Αρχικά σκέφτηκα πως ίσως να μου είχαν ρίξει κάτι μέσα στον καφέ αλλά ξαφνικά άκουσα μία φωνη που έλεγε: «Εσύ είσαι ο τυχερός που θα ταξιδέψει πρώτος με την μηχανή του χρόνου». Μεγάλη γκαντεμιά, κρίμα που δεν μπορώ να ταξιδέψω σήμερα στο παρελθόν αλλά πρέπει να περιμένω μέχρι του χρόνου, είπα στην αρχή. Μετά όμως κατάλαβα τι εννοούσε αυτή η φωνή. Η απόφαση για το που θα πάω ήταν δύσκολη… να πάω στο μέλλον να με δω που θα είμαι πρωθυπουργός και θα βγάλω την Ελλάδα απ’την κρίση; Να πάω να δω την ημέρα που γεννήθηκα; Να γυρίσω πίσω να δω τους δίδυμους πύργους να πέφτουν; Τι;; Σκεφτόμουν μέχρι που μου ήρθε η ιδέα να πάω στην Τήνο να βρώ αυτόν τον κυριούλη να πούμε δυο κουβέντες μπας κάνω κανένα PowerPoint της προκοπής.’ Έτσι φωνάζω: 1935-Αθήνα.
    Ξύπνησα ζαλισμένος έξω απ’ την βουλή. Όταν ξύπνησα γύρω στα 30 περιστέρια με είχαν περικυκλώσει. Τέλος πάντων, σηκώθηκα και πήγα να ρωτήσω έναν περαστικό αν όντως αυτό το κτίριο ήταν η βουλή. Όλοι με κοιτούσαν με μισό μάτι, μάλλον με ζήλευαν επειδή είχα τα καινούρια Air Force. Τον ρώτησα τον περαστικό και μου είπε πως αυτό είναι το παλάτι. Ταράχτηκα, σκέφτηκα πως ο πρωθυπουργός μας είχε ψιλο-ξεσαλώσει. Μετά θυμήθηκα που ήμουν και πότε και κατάλαβα πως παλαιότερα η βουλή ήταν παλατάκι –όπως έχουν στην Αγγλία-. Καλή φάση! Άρχισα να περπατάω και ταυτόχρονα να ρωτάω αν κανείς ήξερε που μένει αυτός ο Χαλεπάς. Μετά από πολλές ώρες περπάτημα ήμουν μπροστά από ένα νεκροταφείο. Ρώτησα μία παχουλή κυρία αν ξέρει που μένει, δεν ήξερε αλλά μου είπε πως ήταν αυτός ο κύριος που κοίταζε έναν τάφο. Την ευχαρίστησα και πήγα προς το μέρος του Χαλεπά. Ωραίο στυλάκι είχε, με το μουσάκι του, το μουστακάκι του, τα ρουχαλάκια τα όμορφα! Τον σκουντάω στην πλάτη, γυρνάει και με κοιτάει με ένα βλέμμα πολύ τρομακτικό, ανατρίχιασα.
-Εσείς είστε ο Γιαννούλης Χαλεπάς; Ρώτησα
-Ναι, εγώ είμαι. Εσύ; Ποιανού είσαι;
-Εμένα ο παππούς μου θα γεννηθεί σε τρία χρόνια στην Θεσσαλονίκη.
-Τι λες παιδί μου; Μάντης είσαι;
Λογική ερώτηση μου φάνηκε δυο κουβέντες ανταλλάξαμε και τον τρέλανα τον άνθρωπο.
-Όχι μωρέ, απλά έρχομαι απ’το μέλλον!
-Λογικό μου φαίνεται έτσι όπως είσαι ντυμένος. Γιατί το παντελόνι σου είναι μέσα στις αρβύλες σου;
-Δεν είναι αρβύλες, είναι τα νεα Air Force! Όσο για το άλλο, είναι μόδα της εποχής!
-Λοιπόν, τι θες από’ μένα; μου αποκρίθηκε.
-Εγώ ένα PowerPoint για εσάς πρέπει να κάνω, γιατί λέει είστε διάσημος Έλληνας.
-Αν κατάλαβα καλά αυτό το πόερ μπόινγκ είναι μια εργασία. Χαίρομαι που τα παιδιά στο μέλλον θα ασχολούνται ακόμα με εμένα! Πες μου νέε μου, τι θέλεις να μάθεις για τον εαυτό μου;
-Εμμ, δεν ξέρω…Ωχ τι ωραίο γλυπτό αυτό πάνω σε εκείνον τον τάφο!
-Αυτό το γλυπτό το το έφτιαξα εγώ! Είναι απ’τα πιο γνωστά μου γλυπτά.
-Μπράβο σας, γιατί όμως το κάνατε πάνω σε έναν τάφο;
-Η οικογένεια της Σοφίας Αφεντάκη μου ζήτησε να το φτιάξω πάνω απ’τον τάφο της και εγώ το έκανα.
-Μάλιστα…δεν πάμε κάπου πιο αναπαυτικά να τα πούμε;
-Αν θες πάμε στο σπίτι μου να κάτσουμε, εδώ κοντά είναι!
Αποδέχτηκα την πρότασή του όχι όμως με πολύ σιγουριά. Πολύ μυστήριο τρένο αυτός ο Χαλεπάς.
   Φτάσαμε στο σπίτι του. Ωραίο το τσαρδάκι του του, του τύπου μου, βέβαια δεν είχε τηλεόραση αλλά τι να κάνεις …κανείς δεν είναι τέλειος!
-Λοιπόν, που γεννηθήκατε; Ρώτησα .
-Γεννήθηκα στις 14 Αυγούστου του 1851 στον Πύργο της Τήνου.
- Πως ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
-Η οικογένειά μου ανέκαθεν είχε πολλά λεφτά. Ίσως κληρονόμησα το ταλέντο μου στην γλυπτική απ’τον πατέρα μου. Ήταν γνωστός μαρμαρογλύπτης στην Τήνο και είχε μια αλυσίδα επιχειρήσεων με παραρτήματα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Από μικρός μου άρεσε η γλυπτική, έτσι βοηθούσα τον πατέρα μου. Οι δικοί μου με προόριζαν για έμπορο αλλά αποφάσισα να σπουδάσω γλυπτική. Εννοείται πως οι γονείς μου δεν είχαν κάποιο πρόβλημα με αυτό.
-Χμμμ…σπουδές! Και’γω θέλω να σπουδάσω αλλά δεν το βλέπω! Θα με αφήσεις στη ίδια τάξη αυτή η καθηγήτρια που μου έβαλε την εργασία για εσάς. Τέλος πάντων, μιλήστε μου για τις σπουδές σας,
- Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσα στο Σχολείον των Τεχνών με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγα για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσω τις σπουδές μου στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν. Κατά την διάρκεια της παραμονής μου στο Μόναχο, εξέθετα τα έργα μου Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκα.
-Μετά τις σπουδές σας τι κάνατε;
- Το 1876 επέστρεψα στην Αθήνα, όπου άνοιξα δικό μου εργαστήριο. Τον ίδιο χρόνο άρχισα να δουλεύω το πιο διάσημο γλυπτό μου, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
-Και μετά; Και μετά;
-Και μετά  Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, έπαθα νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισα να καταστρέφω έργα μου, ενώ επιχείρησα κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσω.
-Αααα ναι! Και στο Wikipedia έλεγε πως μετά σας έκλεισαν στο τρελάδικο!
-Τι είναι το γουκιπίντεα;
-Είναι ένα πράγμα που το ρωτάς ό,τι θες και αυτό σου δίνει πληροφορίες.
-Πω πω πω…τι πράγματα έχουν βγάλει στο μέλλον..!
-Και που είστε ακόμα! Τέλος πάντων, πείτε μου για το τρελάδικο
-Οι γονείς μου με έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθω, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή μου στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο. Καθώς η κατάστασή μου επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί μου αποφάσισαν να με κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, αντιμετωπίστηκα με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε μου απαγόρευαν να σχεδιάζω και να πλάθω, είτε μου κατέστρεφαν οτιδήποτε είχα δημιουργήσει και είχα κρύψει στο ερμάριό μου.
-Πολύ δύσκολα περάσατε. Και πόσα χρόνια μείνατε εκεί μέσα;
-14 χρόνια, το 1902 η μητέρα μου ήρθε στο Ψυχιατρείο για να με πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησα υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας μου, η οποία πίστευε ότι τρελάθηκα από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα μου δεν μου επέτρεπε να ασχοληθώ ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που αν έφτιαχνα κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε.
-Σας νιώθω. Και γώ όταν φτιάχνω βλακειούλες με το φαγητό της μάνας μου, το οποίο δεν τρώγεται, εκείνη θυμώνει και αρχίζει το κήρυγμα. Λοιπόν, αφού φύγατε απ’ το ψυχιατρείο δεν ξαναδημιουργήσατε τίποτα ποτέ ξανά;
-Και βέβαια δημιούργησα, όταν πέθανε η μητέρα μου το 1916, είχα ξεκόψει παντελώς από την τέχνη μου. Ζούσα πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα. Βρήκα ωστόσο το κουράγιο και άρχισα ξανά να ασχολούμαι με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετα ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά με πείσμα άρχισα να δημιουργώ για να κερδίσω τον χαμένο χρόνο.
-Και γω είμαι πάρα πολύ πεισματάρης! Μετά τι έγινε; Έχω αγωνία!
-Μετά…το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα μου για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθώ το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων μου στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή της αγαπημένης μου ανεψιάς, αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Αθήνα.
-Τώρα πως σε τι κατάσταση βρίσκεστε;
-Ζω δίπλα στους δικούς μου –που λέει και η νεολαία- και όπως πάντα δημιουργώ!
-Μπράβο σας! Μπορώ να πω πως η ιστορία σας με συγκλόνισε. Μακάρι περισσότεροι Έλληνες να καταφέρουν ότι έχετε καταφέρει εσείς.
-Σιγά παιδί μου, εγώ απλά έκανα αυτό που μου άρεσε να κάνω.
-Εμμ, εγώ πρέπει να φύγω τώρα θα με ψάχνει η μάνα μου στο μέλλον. Αντίο, χάρηκα για την γνωριμία και ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη.
-Στάσου!! Δεν μου είπες το όνομά σου.
-Δεν χρειάζεται, μπορεί να υπάρξει καμία διαπλοκή στον χωροχρόνο! Αν θέλετε μπορώ να σας πω πότε θα πεθάνετε.
-Όχι, προτιμώ να είναι έκπληξη!
-Χαχα. Αντίο σας ξανά!
-Γεια σου νέε μου!
     Στεναχωρήθηκα που έφευγα. Έπρεπε όμως γιατί αλλιώς στο σπίτι θα έπεφτε παντόφλα! Είχε κιόλας νυχτώσει. Πήγα έξω απ’την βουλή ή το παλάτι ή ό,τι και αν είναι αυτό. Αυτή η φωνή ξανακούστηκε. Μου είπε να περιμένω πέντε λεπτάκια να ανοίξει η πύλη για το μέλλον. Μέσα σε αυτά τα πέντε λεπτά κατάλαβα πόσο σπουδαίος άνθρωπος ήταν ο τύπος που γνώρισα. Επίσης σκέφτηκα πως τώρα που θα πάω σπίτι πρέπει να κάνω like στην σελίδα του στο facebook, αν έχει. Η πύλη εμφανίστηκε επιτέλους. Βούτηξα μέσα ελπίζοντας να μην γίνει κανένα μπέρδεμα και βρεθώ δίπλα σε κανέναν δεινόσαυρο με αυτήν την χρονομηχανή.
    Γύρισα πίσω! Ευτυχώς ήταν ακόμα μεσημέρι και ήμουν ακόμα στο σουβλατζίδικο! Έφαγα το ζεστό σουβλάκι μου και πήγα σπίτι μου. Έκανα και ένα εξαιρετικό PowerPoint! Τώρα το 20΄στην ιστορία το έχω στο τσεπάκι μου!



Συνέντευξη από το Μπετόβεν.

Κυριακή απόγευμα. Μετά από ένα απολαυστικό Σαββατοκύριακο ήρθε η ώρα να ελέγξω τα μαθήματα της Δευτέρας. Την ώρα που τα κοίταζα μου ήρθε φλασιά. «Η εργασία της κ. Κεφαλά είναι για αύριο», λέω. «Την πάτησα», σκέφτηκα.Όμως πάλι θυμήθηκα κάτι.
-     Μπαμπά!!!!, φωνάζω.
-     Τι θες;
-     Εσύ δεν έχεις ένα φίλο επιστήμονα;
-     Ναι, γιατί;
-     Τον χρειάζομαι. Που μένει;
-     Στην οδό Περικλέους 28.
-     Ευχαριστώ.
Και φεύγω.


Μετά από δέκα λεπτά με το ποδήλατο έφτασα.Χτυπάω το κουδούνι.
-     Γεια σας.
-     Γεια σου.
-     Είμαι ο γιος του φίλου σας του Γιώργου, ο Γιάννης, με θυμάστε.
-     Μα και βέβαια σε θυμάμαι Γιαννάκη πέρασε μέσα.
-     Θα ήθελα τη βοήθεια σας.
-     Παρακαλώ, τι χρειάζεσαι;
-     Μήπως έχετε εφεύρει καμιά μηχανη του χρόνου.
-     Μηχανή του χρόνου,μμμμμ. Α ναι, τώρα θυμήθηκα είχα εφεύρει μια πριν από χρόνια αλλά δεν ήθελε να την χρησιμοποιήσει κανείς γιατί όλοι φοβόντουσαν.
-     Τη χρειάζομαι επειγόντως. Μπορώ να τη χρησιμοποιήσω;
-     Βεβαίως.
Πηγαίνουμε στο δωμάτιο με τη χρονομηχανή.
-     Που θες να πας;
-     Γερμανία, 1824. Έξω από το σπίτι του Λούντβιχ Μπετόβεν.
-     Προτού φύγεις πάρε αυτόν το μεταφραστή θα σου φανεί χρήσιμος.
-     Ευχαριστώ.
-     Έτοιμος. Καλό ταξίδι και πρόσεχε.
-     Βέβαια.
Μετά από 5 λεπτά ήμουν εκεί (ψιλοζαλισμένος).

Χτυπάω την πόρτα. Ανοίγει ένας καλοντυμένος μπάτλερ. «Guten Tag», λέει. Ωχ, λέω. Πάλι καλά που ο επιστήμονας προτού φύγω μου έδωσε το φορητό μεταφραστή. Τον φοράω. Με κοιτούσε κάπως περίεργα.Ξαναλέει:
-     Καλημέρα.
-     Καλημέρα.
-     Τι θα ήθελες παιδί μου;
-     Λέγομαι Γιάννης και σας επισκέπτομαι από το μέλλον.
-     Το μέλλον!; Ρωτάει ξαφνιασμένος.
-     Ναι. Θα ήθελα να πάρω μια συνέντευξη απ’τον κύριο Μπετόβεν.
-     Μισό λεπτό να τον ενημερώσω.
Έπειτα από δυο λεπτά ξανάρχεται.
-     Ο κύριος Μπετόβεν δέχτηκε να σου δώσει μια συνέντευξη όμως επειδή δυστυχώς είναι κωφός θα μου λες τις ερωτήσεις σου και εγώ θα του τις μεταφράζω στη νοηματική. Εντάξει;
-     Βεβαίως, απάντησα.
Μπαίνουμε μέσα. «Τι υπέροχο σπίτι», είπα από μέσα μου.
-     Ορίστε ο κύριος Μπετόβεν.
Σήκωσα το χέρι μου και τον χαιρέτισα. Το ίδιο έκανε κι εκείνος. Καθήσαμε.
-     Να ξεκινήσω, ρώτησα τον μπάτλερ.
-     Παρακαλώ.
-     Λοιπόν, ο πατέρας σας ήταν ο πρώτος δάσκαλος μουσικής σας. Σωστά;
-     Ναι.
-     Πως ήταν σχέση σας έπειτα από την καταπίεση και την εκμετάλλευση που δεχτήκατε ώστε να αποχτήσετε κι εσείς κι εκείνος δόξα;
-     Λοιπόν παιδί μου, ο πατέρας ήταν ένα απ’τα σημαντικότερα πρόσωπα στη ζωή μου μέχρι εκείνη την ηλικία. Όμως η καταπίεση και εκμετάλλευση που δέχτηκα με πλήγωσαν πάρα πολύ κι έτσι μόνος μου απομακρύνθηκα από εκείνον. Σταματήσαμε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να έχουμε τις σχέσεις που έχει ο πατέρας με το παιδί του.
-     Αυτό όμως δεν σας πλήγωσε;
-     Βεβαίως. Ήταν μια από τις χειρότερες αναμνήσεις που έχω από εκείνον και πολλές φορές όταν ήμουν μικρός παρακαλούσα να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν προτού αρχίσει να μου μαθαίνει μουσική.
-     Η αρρώστια της μητέρας σας το 1787 σας στέρησε την ευκαιρία να διδαχτείτε μουσική από έναν απ’τους καλύτερους όλων των εποχών, τον Μότσαρτ. Πιστεύετε πως θα μπορούσατε να είχατε γίνει καλύτερος μουσικός και συνθέτης, αν σας είχε δοθεί αυτή η ευκαιρία;
-     Κοίτα να δεις παιδί μου. Ο Μότσαρτ δεν αμφισβητώ πως ήταν και είναι ένας απ’τους καλύτερους. Εκείνη την περίοδο σκέφτηκα το ίδιο με εσένα. Όμως δύο χρόνια μετά ο Γιόζεφ Χάυντν με πήρε υπό τη διδασκαλία του. Ήταν τόσο καλός άνθρωπος και περάσαμε τόσες όμορφες στιγμές μαζί που τώρα πια δεν μετανιώνω που έκανα αυτήν την επιλογή.
-     Καταλαβαίνετε πλέον πιστεύω πως είστε ένας απ’τους καλύτερους μουσικοσυνθέτες στην Ευρώπη. Πως αισθάνεστε;
-     Η αλήθεια είναι πως ποτέ δε με ενδιέφερε η δόξα. Αλλά τώρα που με ρωτάς νιώθω πολύ χαρούμενος και ικανοποιημένος που μπορώ να διασκεδάσω τόσους πολλούς ανθρώπους με τη μουσική μου.
-     Κατά τη γνώμη σας ποια είναι η καλύτερη συμφωνία που έχετε γράψει;
-     Πιστεύω πως είναι η 9η διότι έχω προσθέσει ένα σημείο καινοτομίας το οποίο είναι η χρήση χορωδίας και τεσσάρων μονωδών στην μελοποίηση του ποιήματος Ωδή στη Χαρά του Σίλερ.Παρόλο που δυστυχώς δεν είχα την ευκαιρία να την ακούσω πιστεύω πως το συγκεκριμένο στοιχείο την κάνει ξεχωριστή.
-     Μια τελευταία ερώτηση. Πως νιώσατε όταν το κοινό σας αποθέωσε με το χειροκρότημα του στην παράσταση της 9ης συμφωνίας αλλά για να το καταλάβετε έπρεπε μια σολίστ να σας σηκώσει να το δείτε;
-     Αυτή η στιγμή ήταν μια από τις σημαντικότερες της ζωής μου. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα χαρά και συγκίνηση που ο κόσμος έδειχνε πως με αγαπάει τόσο πολύ, όμως ταυτόχρονα ήμουν θλιμμένος που δεν είχα τη δυνατότητα να τους ακούσω να χειροκροτούν.
-     Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Μπετόβεν. Σας αποχαιρετώ.
-     Γεια σου παιδί μου. Στο καλό να πας.
Φεύγουμε απ’το δωμάτιο με τον μπάτλερ. Φτάνουμε στην πόρτα.
-     Ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη βοήθεια σας κύριε μπάτλερ. Αντίο.
-     Παρακαλώ και αντίο νεαρέ. Καλό ταξίδι πίσω στο μέλλον.
-     Ευχαριστώ.
Εκείνη τη στιγμή λέω «Πάλι στην εποχή μου». Μέσα σε 5 λεπτά βρισκόμουν πάλι στο εργαστήριο του επιστήμονα.
-     Ορίστε ο μεταφραστής σας και ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια σας.
-     Χαρά μου. Αντίο και χαιρετίσματα στο Γιώργο.

-     Θα του τα δώσω, λέω και φεύγω.

Γιάννης Γεωργιόπουλος, Γ1


Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ, ζήσε την ζωή που θες εσύ.

Όσο μπορείς ζήσε την ζωή σου όπως την θέλεις εσύ. 


Όσο μπορείς προσπάθησε να κανείς το καλύτερο γι'αυτήν.

Όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις και αν δεν μπορείς να κάνεις την ζωή που θέλεις απλά προσπάθησε να μην την εξευτελίζεις.

Όσο μπορείς και είναι νωρίς βγες και διασκέδασε με φίλους, κάνε νέες γνωριμίες, γέλα, χαμογέλα, κάνε βόλτες ,βγες έξω κρυφά τα μεσάνυχτα μέχρι να ξημερώσει, μίλα σε όλους, μην κρατάς κακίες, κλάψε, μίλα!

Όσο μπορείς κάνε ταξίδια σε όλο τον κόσμο και βοήθησε κάποιους που δεν είχαν την ίδια τύχη με 'σένα.

Η ζωή είναι μικρή και φεύγει πριν καν το καταλάβεις.

 Γι'αυτό  ΌΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ ζήσε την ζωή που θες εσύ.


Ρέα Ρακίπι, Γ4

"Αν δεν ρισκάρεις στη ζωή σου ποιος ο λόγος να αναπνέεις;", Σίγκμουντ Φρόυντ



Πήγε κιόλας δέκα η ώρα και δεν έχω ανοίξει βιβλίο.  Άνοιξα τις σημειώσεις της ιστορίας και είδα πως έχω να πάρω συνέντευξη από μια φέιμους προσωπικότητα του 19ου αιώνα. Διάβασα τη λίστα: Τόμας Έντισον, Αλεξάντερ Μπελ, Κάρολος Δαρβίνος. Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Εγώ μόνο τους Ραβίνους της εκκλησίας ξέρω. Καθώς σκεφτόμουν να τα παρατήσω, μου ήρθε η ιδέα: Σίγκμουντ Φρόιντ. Φυσικά, πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; Διάβασα πρόσφατα και ένα βιβλίο για αυτόν. Δεν το πολυσκέφτηκα, πήρα το μπουφάν μου και βγήκα με βιάση από το σπίτι. Από πίσω μου άκουγα τη μάνα μου να φωνάζει ‘’Πού πας τέτοια ώρα; Τουλάχιστον, βάλε κάτι πάνω σου θα κρυώσεις’’. Την αγνόησα.
Πήγα στον πιο κοντινό τηλεφωνικό θάλαμο-χρονομηχανή και έβαλα ένα 2ευρω στη σχισμή. Αμέσως στην οθόνη εμφανίστηκε ένα μήνυμα που έλεγε ‘’Για να πραγματοποιήσετε ένα ταξίδι στο χρόνο πρέπει να είστε άνω των δεκαοχτώ, αλλιώς είναι απαραίτητη η συνοδεία ενήλικα. Ναι οκ, αυτό γράφει και στο ασανσέρ, σκέφτηκα. Πάτησα το κουμπί ‘’Συμφωνώ με τους όρους χρήσης’’, τράβηξα τον μοχλό, έβαλα τη χρονολογία 1903 και το ταξίδι άρχισε.
Μεταφέρθηκα σε μια εποχή τελείως διαφορετική από τη δική μου. Όπου και αν κοίταζα, έβλεπα νεοκλασικά σπίτια, πάρκα στρωμένα με λιθόστρωτο και ανθρώπους με περίεργα ρούχα και γελοία χτενίσματα. Δεν είχα ιδέα που ήμουν. Ρώτησα έναν περαστικό αν ήξερε που μένει ο Φρόιντ. Αφού με κοίταξε εξονυχιστικά, λογικά δεν έχει ξαναδεί γυναίκα με παντελόνι, στο τέλος μου απάντησε. Ευτυχώς δεν ήταν μακριά. Όταν βρήκα τελικά το σπίτι, μου άνοιξε μια υπηρέτρια. Μου είπε πως το γραφείο του Φρόιντ βρισκόταν στο υπόγειο. Κατέβηκα τις σκάλες και πλησίασα. Η πόρτα του προθαλάμου ήταν ανοιχτή. Πρέπει να βρισκόμουν στην αίθουσα αναμονής. Αφού προετοίμασα στο μυαλό μου τί θα του έλεγα, χτύπησα την πόρτα. Χωρίς να περιμένω απάντηση μπήκα μέσα. Ο χώρος μύριζε έντονα στάχτη και η ατμόσφαιρα ήταν θολή εξαιτίας του καπνού από το αναμμένο πούρο που κρατούσε. Όταν με πρόσεξε δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται, λες και με περίμενε. Αυτό μου έδωσε θάρρος και πλησίασα περισσότερο.
-Καλησπέρα σας, δόκτωρ Φρόιντ. Έχω έρθει από το μέλλον για να σας πάρω μια συνέντευξη. Άργησε να απαντήσει, ίσως σκεφτόταν τις πιθανότητες ότι όλο αυτό ήταν ένα κακόγουστο αστείο.
-Συνέντευξη; Να και κάτι που δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Μου έδειξε με το χέρι του την καρέκλα απέναντί του και εγώ κάθισα.
-Αρχικά θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως η έρευνά μου βασίζεται γενικότερα στο έργο σας , καθώς και  την προσφορά σας στην επιστήμη και όχι για τη ζωή σας. Οπότε θα ήθελα να μου πείτε λίγα πράγματα για τις θεωρίες σας.
-Περίμενα χρόνια να μου κάνουν αυτή την ερώτηση. Η αλήθεια είναι πως οι θεωρίες μου καλύπτουν πολλούς τομείς. Επίσης, είναι χρόνια μελετημένες και μπορώ να πω αξιόπιστες. Θα αρχίσω με την προέλευση των ονείρων. Όλα ξεκίνησαν λίγα χρόνια πριν, όταν πέθανε ο πατέρας μου. Μου στοίχισε πολύ, βλέπεις παιδί μου, είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση. Από τότε άρχισα να βλέπω όνειρα, εφιάλτες συγκεκριμένα. Ένα χρόνο αργότερα το 1897 ξεκίνησα μια σοβαρή προσπάθεια για να ανακαλύψω το νόημά τους. Ασχολήθηκα επίμονα με τα όνειρα, γιατί τα θεωρούσα ως «τη βασιλική οδό προς τη γνώση του ασυνείδητου» και πίστευα ότι έχουν κρυφά νοήματα. Προσπάθησα να τα καταλάβω, ώστε μέσα από αυτά να γνωρίσω τους ίδιους τους ανθρώπους, πώς  σκέφτονται, πώς ενεργούν.
Τα λόγια του μου είχαν τραβήξει το ενδιαφέρον, με μια του κουβέντα καταλάβαινες πως αυτός ο άνθρωπος δεν είναι τυχαίος.
-Βρήκατε τις απαντήσεις που ζητούσατε;
-Ανακάλυψα πολύ περισσότερα από ό,τι προσδοκούσα. Αποδείχτηκε πως είχα δίκιο για το ασυνείδητο και την επίδρασή του στις ζωές των ανθρώπων. Βλέπεις, ήθελα να σιγουρευτώ πως η αρχική μου υπόθεση ήταν σωστή. Γι’ αυτό, ήθελα να διαπιστώσω αν τα παιδικά τραύματα και οι καταστάσεις που μας έχουν σημαδέψει στο παρελθόν, μας επηρεάζουν και στο παρόν>>. Τον κοίταξα με δέος, ήμουν περίεργη να δω πού το πήγαινε.
-Τι εννοείτε ακριβώς;,  ρώτησα.
-Θα σου πω αμέσως. Έκανα ένα απλό πείραμα. Παρότρυνα τους ασθενείς μου, οι οποίοι υπέφεραν τα βράδια από αϋπνίες και εφιάλτες να μου μιλήσουν για εμπειρίες που είχαν στο παρελθόν, οι οποίες τους τάραξαν. Θα σοκαριζόσουν αν άκουγες τι έβγαινε από το στόμα του καθενός. Όπως είπα και πριν, δεν περίμενα η όλη κατάσταση να πάρει τέτοια τροπή. Κάτω από τις χαρούμενες μάσκες των ανθρώπων κρύβονται τα αληθινά τους πρόσωπα, θλιμμένα, γεμάτα εμπειρίες και μυστικά. Ακόμα και εγώ ξαφνιάστηκα και ας έχουν δει τόσα τα μάτια μου. Τέλος πάντων, το θέμα ήταν πως τα αποτελέσματα ήταν θετικά και επαλήθευαν την αρχική μου υπόθεση.
Με ατένιζε για αρκετή ώρα, προφανώς ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Εγώ πρέπει να τον κοιτούσα σαν ηλίθια, γιατί μου χαμογέλασε και μου είπε:
 -Σε έχω μπερδέψει, έτσι δεν είναι;
-Βασικά όχι, απλώς δεν περίμενα αυτή την απάντηση.
-Οι άνθρωποι έχουν την τάση να σε ξαφνιάζουν μερικές φορές,  είπε και έσβησε το πούρο.
-Ναι, υποθέτω.  Έριξα μια γρήγορη ματιά στο χώρο. Η τεράστια βιβλιοθήκη ήταν συγκλονιστική. Παρόλα αυτά δεν ήταν αυτό που μου τράβηξε το ενδιαφέρον, αλλά η μεγάλη του συλλογή με αγαλματίδια διαφορετικού μεγέθους, σχήματος και είδους, τα οποία ήταν διάσπαρτα στο χώρο. Πέτρινα, χάλκινα, πήλινα. Δεν είχα ξαναδεί τέτοια ποικιλομορφία στη ζωή μου. Τα κοιτούσα με θαυμασμό και απορία. Σηκώθηκα απ΄τη θέση μου και πλησίασα ένα αγαλματίδιο που θύμιζε την Αφροδίτη. Ποιος ο λόγος να έχει ένας νευρολόγος τέτοια συλλογή; Εκείνος με έβγαλε από τις σκέψεις μου.
 - Τα περισσότερα προέρχονται από την Κίνα, την Αίγυπτο, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Η προτίμησή μου σε αυτές τις αρχαιότητες δεν είναι τυχαία, αυτά τα αγαλματίδια συλλέγονται ευρέως και έχουν μεγάλη αξία,  μου διευκρίνισε.
-Είναι καταπληκτικά. Δεν ήξερα τι άλλο να πω. Δεν υπήρχαν λόγια για να περιγράψεις την επιβλητικότητά τους.
 -Δόκτωρ Φρόιντ, έχω να σας κάνω μια τελευταία ερώτηση πριν φύγω.
-Φυσικά.
-Από ό,τι κατάλαβα οι θεωρίες σας και οι μελέτες σας είναι πρωτότυπες και πρωτάκουστες για αυτή την εποχή και σαφώς δέχτηκαν κριτική. Παρόλα αυτά, όμως, εσείς υποστηρίξατε τις απόψεις σας και υπερασπιστήκατε τα πιστεύω σας, χωρίς να νοιαστείτε για τις συνέπειες. Γιατί;
Εκείνος με πλησίασε, με κοίταξε στα μάτια και μου απάντησε:
-Αν δεν ρισκάρεις στη ζωή σου ποιος ο λόγος να αναπνέεις, καλή μου; Είναι δύσκολο να αλλάξεις τα δεδομένα της κοινωνίας, αλλά όχι ακατόρθωτο.
-Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας.
 Έκανα μεταβολή και κατευθύνθηκα προς την πόρτα, αλλά η φωνή του με σταμάτησε:
-Δεν μου είπες πώς είναι ο κόσμος στο μέλλον.
-Ας πούμε πως είστε τυχερός που πεθάνατε πριν τον Χίτλερ!
 Βγήκα από το σπίτι και συνειδητοποίησα πως είχε σουρουπώσει. Μπήκα στη χρονομηχανή και πήγα σπίτι. Μετά από μια τέτοια μέρα μου χρειαζόταν λίγος ύπνος…

Φαίδρα Αλεφάντου






Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου απαντά στις ερωτήσεις της Λέσχης Ανάγνωσης

 Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου Στη Διαπασών οι μαθητές της λέσχης ετοίμασαν μια σειρά ερωτήσεων για το συγγραφέα κ.Παπαθεοδώρου, προκειμένου να λυθούν οι απορίες τους σχετικά με τα θέματα που διαπραγματεύεται το βιβλίο. Ο κ.Παπαθεοδώρου δέχτηκε να απαντήσει και αποστείλαμε τις ερωτήσεις σε ηλεκτρονική μορφή. Ιδού λοιπόν οι απαντήσεις του στις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις των μαθητών μας!

1.    Από πού εμπνευστήκατε το θέμα του βιβλίου (Στη διαπασών) ;
Όλα ξεκίνησαν από ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό, το 2009, στον οποίον αποφάσισα να λάβω μέρος. Το θέμα του είχε να κάνει με τη μουσική, οτιδήποτε σχετιζόταν με αυτή. Δεν ξέρω πώς, αλλά με το που διάβασα το θέμα μου ήρθε αμέσως αυτή η ιδέα. Ήθελα να γραφτεί κάτι πιο άγριο, η μουσική εξαγριώνει και εξημερώνει ταυτόχρονα. Παράλληλα, κάποιες ιδέες ή σκέψεις που είχα για καιρό στο μυαλό μου και που ενδεχομένως να γράφονταν σε άλλο βιβλίο, θεώρησα πως μπορούσαν να ταιριάξουν μια χαρά στη «Διαπασών».

2.    Γιατί στο τέλος δεν γίνεται η αναγνώριση του Θανάση από τον πραγματικό του πατέρα;
Γιατί πολλά πράγματα στη ζωή δεν έρχονται έτσι όπως τα θέλουμε. Ίσως να ήταν και λίγο αφύσικο να γίνει αυτό, ίσως από την άλλη να δίνεται περισσότερος χώρος στη φαντασία του κάθε αναγνώστη να διαμορφώσει το δικό του τέλος. Το ζήτημα είναι πως τόσο ο πατέρας του Θανάση, όσο και ο ίδιος ο ήρωας, έκαναν τις επιλογές τους. Κάποιες έγιναν επειδή έτσι τα έφερε η ζωή, κάποιες άλλες ήταν συνειδητές, κάποιες άλλαξαν. Δεν ήθελα να δώσω ένα απόλυτο χάπυ-εντ, δε θα ταίριαζε κατά τη γνώμη μου με το όλο κλίμα του βιβλίου.

3.     Πώς σας έρχονται οι ιδέες για να γράψετε ένα βιβλίο;
Όπως λέγεται ο συγγραφέας έχει συνήθως τεντωμένες τις κεραίες του, κάποια είδηση, κάποια σκηνή στο δρόμο που περνά απαρατήρητη, μπορεί να κάτσει στο μυαλό κάποιου συγγραφέα, ακόμα και για χρόνια. Οι συμμορίες ανηλίκων στις συνοικίες του Πειραιά, οι αγκυλωτοί σταυροί, το κλέψιμο κινητών, το bullying, δεν προέκυψαν ξαφνικά, ήταν ήδη γνωστά ήδη από τη δεκαετία του ’90, απλά κανείς δεν ασχολιόταν με αυτά. Ήταν ζήτημα χρόνου όλο αυτό να ξεσπάσει. Πέρα όμως από όλα αυτά, οι ιδέες υπάρχουν παντού γύρω μας, όταν αποφασίσουμε να τις γράψουμε σε βιβλίο, απλά πρέπει να τους δώσουμε ένα νόημα, μια υπόσταση, μια ουσία. Κοινώς να πειστεί ο αναγνώστης για τη «χρησιμότητα» να γίνει αυτή η ιδέα ιστορία.

4.    Γιατί η μητέρα του Θανάση δεν έλεγε από την αρχή την αλήθεια στο Θανάση;
Γιατί ήθελε να τον προστατέψει και να του προσφέρει την ψευδαίσθηση μιας πραγματικής οικογένειας, αυτό τουλάχιστον νόμιζε. Η κυρία Ελευθερία είναι ένα τραγικό πρόσωπο, μια φιγούρα που θυσίασε τη ζωή της και τα όνειρά της για το γιο της. Στο τέλος κατάλαβε πως αυτό που ζούσαν όλοι τους δεν μπορούσε να συνεχιστεί μ’ αυτόν τον τρόπο κι έτσι όταν της μίλησε ο Θανάσης, του έταξε συζήτηση. Μια συζήτηση που δεν έγινε ποτέ…

5.    Πώς σας ήρθε η ιδέα να βάλετε το Θανάση να μπλέξει με νεοναζιστικές οργανώσεις ; Μήπως προλάβατε λίγο τις εξελίξεις;
Πώς έρχεται η ιδέα σε όλα αυτά τα παιδιά να μπλέκουν με νεοναζιστικές οργανώσεις; Θέλουν να πιστεύουν, ψευδώς, ότι κάπου ανήκουν; Θέλουν ένα υποκατάστατο της οικογένειάς τους; Κάποιον να «νοιάζεται»; Μήπως έλκονται από τη δύναμη, επειδή τα ίδια δεν είναι αρκετά δυνατά στη θέληση ώστε να αντισταθούν; Πολλά ερωτήματα, σίγουρα με πολλές και διαφορετικές απαντήσεις. Το γεγονός όμως είναι ένα: Αυτό το φαινόμενο δεν προέκυψε στα ξαφνικά, ο σπόρος προϋπήρχε, περίμενε να βρει γόνιμο έδαφος για να ωριμάσει.  Και σίγουρα ευθύνη φέρουμε όλοι μας.

6.    Τελικά ο συγγραφέας αγαπάει το ίδιο όλους τους ήρωες του βιβλίου του; ή εσείς ξεχωρίζετε κάποιον;
Σε όλους τους ήρωες βρίσκονται ψήγματα ή κομμάτια από την ψυχοσύνθεση και της ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα, ακόμα και σε αυτούς με τους οποίους δεν έχει, επιφανειακά, τίποτα κοινό. Ίσως έχουν κάποια χαρακτηριστικά που ποτέ δεν τα είχε αυτός, ίσως ακούει μέσω αυτών μια διαφορετική άποψη, ή εκφράζει μια διαφορετική άποψη που ο ίδιος ντρεπόταν να παραδεχτεί. Πάντως τον Θανάση τον αγάπησα, όχι από την αρχή, αλλά όσο προχωρούσαν τα κεφάλαια ένιωθα μια κάποια ταύτιση μαζί του, πέρα από τη συμπάθεια. Πολλά από αυτά που λέει, πολλές από τις σκέψεις και τα αδιέξοδά του, τα έχω γνωρίσει κι εγώ, σε άλλη κλίμακα και σε άλλες περιστάσεις βέβαια. Έτσι κατέληξε να εξαφανιστεί η όποια αποστασιοποίηση είχα από τον ήρωα και στην ουσία να εκφραστώ πολύ άνετα πίσω από το προσωπείο του. Σε αυτό βέβαια βοήθησε και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση.



7.    Έχετε στα αλήθεια γνωρίσει κάποιο παιδί σαν το Θανάση;
Δεν είχα συγκεκριμένο άτομο στο μυαλό μου. Πιστεύω όμως πως ο Θανάσης είναι άμεσα αναγνωρίσιμος από τους περισσότερους, χωρίς ίσως να έχουμε γνωρίσει τον ακριβή τύπο του, ώστε να πούμε «να, αυτός είναι», θεωρώ πως δε ξενίζει κανέναν από μας η σκέψη του, η οργή του, ακόμα και οι πράξεις του. Όλοι κρύβουμε από ένα μικρό Θανάση μέσα μας, η διαφορά είναι πως κάποιοι τον καταπνίγουμε και κάποιοι άλλοι τον αφήνουμε να βγει προς τα έξω. Κι όταν λέω κρύβουμε, εννοώ φυσικά σε κάποια στοιχεία της προσωπικότητάς του, τα οποία διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Ο βαθμός ωριμότητας και ικανότητας χειρισμού του καθενός κρίνεται στο κατά πόσο θα δαμάσουμε εμείς το Θανάση ή θα τον αφήσουμε να μας κυριεύσει και να μας καθοδηγεί εντελώς.

8.     Πότε αρχίσατε να γράφετε βιβλία και ποιο ήταν το κίνητρό σας;
Το 1995 άρχισα να γράφω, το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, από καθαρή πλήξη και βαρεμάρα. Ειλικρινά μέχρι τότε δεν είχα κάτι που να μπορώ να το ονομάσω χόμπι, ή κλίση ή έστω ευχαρίστηση. Κι ένιωθα άσχημα γι’ αυτό, εννοώ πως μου έλειπε μια προσωπική απασχόληση. Πάντως με το γράψιμο αισθάνομαι ευχάριστα, για τα δικά μου δεδομένα κάνω κάτι που θεωρώ πως αξίζει, άσχετα αν αρέσει ή όχι στους άλλους. Είναι δε και αρκετά σημαντικό να κατορθώνω να διοχετεύσω την ανία μου σε κάτι δημιουργικό.

9.    Επιθυμείτε να συνεχίσετε να γράφετε βιβλία;
Επιθυμώ, για όσο καιρό έχω να πω κάτι και για όσο καιρό το ευχαριστιέμαι, δε θεωρώ πως είναι αυτοσκοπός να γράφω βιβλία, έτσι απλά για να γράψω. Τουλάχιστον προσπαθώ να μην το θεωρώ έτσι. Το γράψιμο είναι μια διαδικασία ευχαρίστησης για μένα και πρέπει να παραμείνει έτσι, αν δε με ευχαριστεί ή αν με έχει κουράσει, τότε το σταματώ, όπως έχω κάνει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν.

10.  Στην απόφασή σας να γίνεται συγγραφέας είχατε στήριξη από την οικογένειά σας και τους γνωστούς σας; Ποιος σας στήριξε περισσότερο;
Από την οικογένειά μου και μόνο, ακόμα και σε εποχές που είχα απογοητευθεί και δεν ήθελα να ξανασχοληθώ με αυτό, στην αρχή ήταν. Βέβαια δεν το έλεγα κι εγώ ότι γράφω, κάπου ντρεπόμουν, κι έτσι το ήξεραν ελάχιστοι. Ακόμα κι όταν εκδιδόταν ένα βιβλίο πάλι δεν το έλεγα. Ποτέ δε μου άρεσε να λέω «είμαι συγγραφέας», αυτό νομίζω πως πρέπει να το πουν οι άλλοι για σένα. Αυτό το πίστευα και το πιστεύω και τώρα.

11.  Ξεχωρίζετε κάποιο από τα βιβλία σας;
Σίγουρα ξεχωρίζω τη Διαπασών, γιατί είναι άμεσο και αβίαστο. Επίσης τους «Άρχοντες των σκουπιδιών» επειδή θεωρώ πως τεχνικά είναι το πιο καλό από όλα μου. Τέλος αγαπώ πολύ το «Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης», γιατί βασίζεται σε πραγματική ιστορία, που την είχα δει σε κινούμενα σχέδια όταν πήγαινα 5η Δημοτικού και ήθελα να την έχω γράψει εγώ, χωρίς φυσικά τότε να μπορούσα να φανταστώ ότι κάποτε θα έγραφα. Είναι σαν ένα όνειρο, μια παιδική επιθυμία, που έγινε πραγματικότητα μετά από 35 χρόνια.

12.  Σκεφτήκατε ποτέ να είχατε βάλει κάποιο άλλο τέλος στο βιβλίο σας;
Σκόπιμα άφησα το τέλος κάπως ανοιχτό, για να μπορεί ο καθένας να φαντάζεται αυτό που θέλει. Άλλωστε η ζωή είναι έτσι που συνήθως πολλές ιστορίες μένουν ημιτελείς, ειδικά οι πιο δύσκολες. Ας μην ξεχνάμε όμως πως το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου είναι στην ουσία το τέλος του, ξέρουμε πως ο πρωταγωνιστής άλλαξε και «συμβουλεύει» με την ιστορία του τους υπόλοιπους, να μην κάνουν τα ίδια με αυτόν. Οπότε το κομμάτι 33, στην ουσία είναι το προτελευταίο κομμάτι.




13.  Σας πήρε πολύ καιρό να ολοκληρώσετε το βιβλίο;
Όχι, ποτέ δε μου παίρνει κάποιο βιβλίο πολύν καιρό να το γράψω. Ξοδεύω αρκετό χρόνο στο να το σκεφτώ, να το δέσω στο μυαλό μου, αλλά όχι να το γράψω. Ποτέ δεν κάθομαι να γράψω χωρίς να ξέρω τι θα συμβεί σε γενικές αλλά και πιο ειδικές γραμμές. Ας πούμε πως η Διαπασών μου πήρε 1,5 μήνα χοντρικά, με 1-2 ώρες δουλειά τη μέρα, όχι όλες τις μέρες. Εννοείται πως στο μυαλό μου έχω ιστορίες που ακόμα δεν έχουν ωριμάσει και δέσει, αυτό μπορεί να πάρει και χρόνια. Το περίεργο με μένα είναι πως γράφω για να πω μια ιστορία κι έτσι όταν την τελειώσω, θεωρώ πως την είπα και δεν την ξαναδιαβάζω ποτέ. Μόνο τους «άρχοντες» έχω ξαναδιαβάσει από την αρχή μέχρι το τέλος κι αυτό επειδή με ζόρισε ο επιμελητής του κειμένου. Κι εννοείται πως δεν την ξανακοιτώ για να διορθώσω κάτι.

14.  Δεχτήκατε καλά σχόλια από τους ανθρώπους που το πρώτο διάβασαν;
Ναι, πολύ καλά. Γενικά έχω δεχτεί καλά σχόλια γι’ αυτό το βιβλίο. Σε κάποιους δεν άρεσε η γλώσσα που χρησιμοποιώ, δεν πειράζει, τι να κάνουμε; Αυτή είναι η γλώσσα. Μόνο ένας συγγραφέας είπε πως ο Θανάσης του φάνηκε πολύ επίπεδος και ήθελε ένα «γιατί» σε όλη αυτή την ιστορία.

15.  Γιατί διαλέξατε αυτό τον τίτλο για το βιβλίο σας;
 Ο αρχικός τίτλος ήταν διαφορετικός, «33 τραγούδια». Ήθελα να είναι 33 κομμάτια-κεφάλαια, ειδικά αυτό το νούμερο που είναι τα χρόνια του Χριστού και του Μεγ.Αλεξάνδρου. Κοινώς να εμπεριέχεται κάτι ηρωικό και τραγικό, άλλωστε όλοι μας, στην καθημερινότητά μας βιώνουμε τραγικές και ηρωικές στιγμές, προσαρμοσμένες βέβαια στη ζωή μας. Κατάλαβα πως αυτός ο τίτλος θα ήταν αποτυχημένος και δε θα παρέπεμπε γενικά πουθενά. Μου προτάθηκαν κι άλλοι τίτλοι, όπως «με όλη μου τη δύναμη», γενικά τίτλοι πολύ εύστοχοι. Κατέληξα όμως στη «Διαπασών», τόσο ως προς τη μουσική όσο και ως προς τα συναισθήματα και τις ορμές του ήρωα. Πιστεύω πως ο τίτλος, αν και συνηθισμένος ως φράση, είναι αρκετά καλός, γιατί επιπλέον είναι και σύντομος.

16.  Ποιος ο λόγος που διαλέξατε τα συγκεκριμένα τραγούδια ως τίτλους των κεφαλαίων του βιβλίου; Γιατί δε διαλέξατε κάποια πιο μοντέρνα τραγούδια;
Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο πρόβλημα με το βιβλίο. Ήθελα τα κομμάτια να είναι κάπως κλασσικά, για να μην προδίδουν πότε γράφτηκε το βιβλίο, αλλά από την άλλη θα ήταν γνωστά; Και πάλι, μήπως ήταν αρκετά κλασσικά και πολυακουσμένα; Όντως, σίγουρα δεν μπορεί κάποιος να ωθηθεί σε βίαιες πράξεις ακούγοντας αυτά τα κομμάτια. Έτσι κι εγώ έκανα ένα τέχνασμα, με το να τοποθετώ τα κομμάτια είτε στο background της ιστορίας, είτε με το να εκφράζουν τον ψυχισμό του Θανάση, είτε με το να περιγράφουν τις σκηνές και τις καταστάσεις που βίωνε, και όχι με το να είναι ενδεικτικά της βίαιης συμπεριφορά του.

17.  Όταν ήσασταν παιδί πιστεύατε πως κάποια στιγμή θα γινόσασταν συγγραφέας; Ήταν κάτι που θέλατε από πάντα ή η επιθυμία αναπτύχθηκε στα επόμενα χρόνια;
Όχι, αυτό είναι κάτι που προέκυψε, όπως σας είπα και παραπάνω. Πάντως για να είμαι ειλικρινής, μετά από τόσα χρόνια, ακόμα δεν το έχω χωνέψει 100% πως κατάφερα κι έγραψα τα βιβλία, χωρίς να έχω ασχοληθεί από παιδί με το γράψιμο, πέρα από κάτι ποιηματάκια Δημοτικού. Το ξέρω πως ακούγεται παράξενο όμως έτσι είναι.

18.  Το βιβλίο Στη Διαπασών έχει πάρει και βραβείο. Τι πιστεύετε πως ήταν αυτό που το έκανε να ξεχωρίσει και να αγαπηθεί τόσο πολύ;
Η αμεσότητά του, το γεγονός ότι υπάρχει άμεση ταύτιση με το Θανάση και τα προβλήματά του. Κι όπου δεν υπάρχει ταύτιση υπάρχει κατανόηση. Αλλά πιστεύω πως το βιβλίο προσφέρει και αυτή την έννοια του αγώνα, του παιδέματος, της θυσίας. Όλοι μας είμαστε σε κάποιες φάσεις loosers κι αυτό πρέπει να το διαχειριστούμε εμείς. Ο Θανάσης το διαχειρίστηκε μέσω των τραγικών περιστατικών που βίωσε.

19.  Ποιος ήταν ο δικός σας αγαπημένος συγγραφέας όταν ήσασταν στην ηλικία μας;

Ο Ιούλιος Βερν στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο και αργότερα ο Τζων Στάινμπεκ, καθώς και όλη η αγγλοσαξονική λογοτεχνία. Πιστεύω πως υποσυνείδητα έχω επιρροές από αυτούς, δεν ξέρω, έτσι το βλέπω εγώ.