Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Τσάι με τον Όσκαρ Ουάιλντ!


Βρισκόμουν ήσυχα στο καθιστικό μου, διαβάζοντας την εφημερίδα μου, όταν η υπηρέτρια με φώναξε, καθώς είχα επισκέψεις. Εγώ όμως δεν είχα καλέσει κανέναν. Σηκώθηκα λοιπόν να πάω στην πόρτα κατσουφιασμένος.

            Φτάνοντας εκεί όμως είδα έναν νεαρό άνδρα με παράξενα ρούχα, των οποίων παρόμοια δεν έχω ξαναδεί ποτέ.  «Γεια σας.» Με καλησπέρισε. «Ο Κύριος Όσκαρ Γουάιλντ;». «Ο ίδιος.» του απάντησα. «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω κύριε Γουάιλντ. Με λένε Δράκο Αριστοτέλη και είμαι ένας νέος δημοσιογράφος για μία ξένη εφημερίδα, θα μπορούσα να έχω λίγο από το χρόνο σας;» Τον κοίταξα έκπληκτος. Επιτέλους! Το ταλέντο μου έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται, και όχι μόνο στην Βρετανία αλλά σε όλη την Ευρώπη! «Περάστε, περάστε κύριε Δράκε.» Του είπα, οδηγώντας τον στο καθιστικό μου.
            «Μήπως θα θέλατε κάτι να πιείτε; Λίγο τσάι;» Ρώτησα τον επισκέπτη μου, ο οποίος, μετά από λίγη σκέψη μου απάντησε. «Ένα φλιτζάνι Earl Gray θα το έπινα.» Η υπηρέτρια ξεκίνησε αμέσως για την κουζίνα και εγώ έμεινα να μελετάω τον επισκέπτη μου. Η προφορά του θύμιζε άνθρωπο από τις κάτω χώρες. Μόνο και μόνο τα ρούχα του ήταν ξεχωριστά: Το πουλόβερ που φορούσε φαινόταν τόσο λεπτομερώς φτιαγμένο που θα ήταν αδύνατον να το φτιάξει άνθρωπος, το ίδιο και το παντελόνι του, το οποίο είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα και αποτελούνταν από ένα υλικό που δεν είχα ξαναδεί. «Λέγεται τζίν.» Έμεινα να τον κοιτάζω αμήχανα. «Το υλικό. Λέγεται τζίν.» Σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου, μού απάντησε. «Ενδιαφέρον. Είναι κάποιο είδος προηγμένης βιομηχανίας που έχετε στις Κάτω Χώρες;» Απόρησα. «Μμμ… Θα μπορούσατε να το πείτε και έτσι.» Ενδιαφέρον. Απ’ ότι φαίνεται ο επισκέπτης μου δεν μού λέει όλη την αλήθεια, αλλά πριν μπορέσω να τον ρωτήσω, η υπηρέτρια επέστρεψε με το τσάι.

            «Λοιπόν Κύριε Γουάιλντ, ας ξεκινήσουμε.» λέει και βγάζει από την τσέπη του ένα βιβλιαράκι και κάτι που θυμίζει πένα.  Ανοίγει το βιβλιαράκι και δοκιμάζει την ‘πένα’ του. Και λειτουργεί! Γράφει κανονικά και με ακρίβεια, χωρίς να χάνεται μελάνη. Τελικά οι Ολλανδοί είναι σπουδαίοι άνθρωποι, άλλη μια σπουδαία εφεύρεση. «Μα πώς λειτουργεί; Αφού δεν την βουτήξατε σε μελάνη.» ρωτάω. Με κοιτάει γεμάτος απορία. «Το στυλό εννοείτε; Είναι πολύ απλό: το μελάνι βρίσκεται μέσα, να εδώ…» μου δείχνει κρατώντας το στυλό πλαγιαστά. «… και έτσι δεν χρειάζεται να το βουτάω σε μελάνι. Πραγματικά όμως, δεν είναι και τίποτα το ιδιαίτερο.» έμεινα άφωνος. Νόμιζα ότι οι Βρετανοί ήμασταν εξελιγμένοι, αλλά τελικά, μπροστά στους Ολλανδούς όλοι φαντάζουν απολίτιστοι. Μα καλά, τι άλλες εφευρέσεις έχουν πια αυτοί οι άνθρωποι;
            «Που είχαμε μείνει;» Ο επισκέπτης σκέφτεται «Αααα, ναι. Λοιπόν κύριε Γουάιλντ, από όσα ήδη γνωρίζω γεννηθήκατε τον Οκτώβριο του 1854, σωστά;» «Μάλιστα.» «Ωραία. Οι γονείς σας ήταν σπουδαίοι, μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την λογοτεχνία. Εσείς πώς αποκτήσατε τέτοια αγάπη γι’ αυτή;» «Καλή ερώτηση. Είχα πάντα κάποιο κρυμμένο πάθος για την λογοτεχνία από τότε που ήμουν μικρός, το οποίο όμως ανακάλυψα πολύ αργότερα στη ζωή μου, όταν σπούδαζα στο πανεπιστήμιο του Τρίνιτυ στο Δουβλίνο. Εκεί, ένας καθηγητής μου, ο Μαχάφυ μου πρόσφερε τα κατάλληλα ερεθίσματα και ξεκίνησα να ανακαλύπτω τον όμορφο κόσμο της λογοτεχνίας. Ξεκίνησα, όχι μόνο να διαβάζω, αλλά και να γράφω, πράγμα το οποίο συνεχίστηκε καθ’ όλες τις σπουδές μου, ιδιαίτερα όταν πήγα στο πανεπιστήμιο του ΜαγκΝτάλεν, στην Οξφόρδη. Εκεί βρήκα άπειρο υλικό, αρκετό για να ικανοποιήσει την δίψα μου.»  

            Ο επισκέπτης συνέχιζε να ακούει με προσοχή, σημειώνοντας στο βιβλιαράκι του. «Αυτή τη στιγμή είστε παντρεμένος με την κυρία Κωνσταντίνα Γουάιλντ. Για πείτε μου, πώς γνωριστήκατε, πώς προέκυψε αυτός ο έρωτας;» «Γνωριστήκαμε το 1881, στην Αμερική. Αφού είχα τελειώσει τις σπουδές μου, αποφάσισα να ταξιδέψω, να ζήσω μία περιπέτεια. Πήγα λοιπόν στην Αμερική και ζούσα τη ζωή μου: Έβρισκα έργα σπουδαίων συγγραφέων, πήγαινα σε επίσημες εκδηλώσεις και τα λοιπά. Σε μία τέτοια εκδήλωση γνώρισα και την Κωνσταντίνα. Και οι δύο ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλον και περάσαμε τους επόμενους μήνες πραγματικά αχώριστοι. Έπρεπε όμως και εγώ να γυρίσω στην Αγγλία. Αφού γύρισα, έγινα προφέσορας στο πανεπιστήμιο απ’ όπου είχα αποφοιτήσει. Τρία ολόκληρα χρόνια μετά, το 1884, η Κωνσταντίνα ήρθε να παρακολουθήσει μία διάλεξή μου και εγώ, μες στον έρωτα, διέκοψα την διάλεξη, την πλησίασα και τις έκανα πρόταση γάμου, μπροστά σε όλους τους φοιτητές. Και όπως βλέπετε, δέχτηκε.»
            «Πολύ ωραία ιστορία κύριε Γουάιλντ. Περνώντας λοιπόν στο επόμενό μας θέμα, πολλοί πιστεύουν ότι το καλύτερό σας έργο είναι, αναμφίβολα, το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη.  Πραγματικά, τι σας ενέπνευσε να γράψετε ένα τόσο σπουδαίο έργο;»  Το φλιτζάνι μου, μού πέφτει από τα χέρια, και σιγά σιγά, σαν να έχει ο χρόνος σταματήσει, χτυπάει στο πάτωμα και γίνεται χίλια κομμάτια. «Μα πώς; Πώς γνωρίζετε για το πορτραίτο, αφού υποτίθεται ότι θα το δημοσιεύσω σε ένα μήνα από τώρα, σε ένα τοπικό περιοδικό; Τι δεν μου λέτε κύριε Δράκε;» «Πω πω, σε λάθος χρονικό πλαίσιο με έφερε η μηχανή…;» Ο ‘επισκέπτης’ μου μουρμουρούσε.

            «Μα τι είναι αυτά που λέτε κύριε, εξηγήστε μου επιτέλους!» «Μμμ… πού να σας τα λέω, έχω κάθε καλή όρεξη αλλά βιάζομαι!» Ο επισκέπτης κοιτάει το ρολόι του, για να δώσει έμφαση στα λόγια του. «Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας…» σηκώνεται όρθιος. «… αλλά πρέπει να φύγω.» και κατευθύνεται προς την πόρτα. Εγώ κάθομαι να τον κοιτάω σαν χαζός. Ακριβώς πριν βγει από την πόρτα του φωνάζω. «Περιμένετε!» Αυτός, γυρίζει και με κοιτάζει. «Αααα, ναι, και πριν το ξεχάσω : Μην παραγνωριστείτε πολύ με τον φίλο σας τον Ρόμπερτ Ρος, γιατί θα πάτε φυλακή για παράνομη σχέση με άνδρα. Αντίο.» Τα τελευταία του λόγια με άφησαν με ανοιχτό το στόμα. Και έτσι, ο επισκέπτης μου εξαφανίστηκε όπως εμφανίστηκε, ξαφνικά και χωρίς κανένα ίχνος…
Αριστοτέλης Δράκος, Γ1

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Υπέροχο. Μπράβο σου Αριστοτέλη