Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ορέστης , ο εκτελεστής




        
   Πέμπτη,  18 Δεκεμβρίου  1660  μ.Χ. 
 

                                                      Έχει περάσει  ήδη μια εβδομάδα από τότε που σταμάτησα αυτή την <Δουλειά χωρίς ελπίδα> .Τόσο καιρό ένιωθα φρικτά με αυτό που έκανα και το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τις <Φωνές> που άκουγα. Ήταν  χωρίς αμφιβολία οι φωνές των ανθρώπων που σκότωνα κάθε μέρα . Ακόμα το θυμάμαι και τρέμω, φορούσα ένα μαύρο  πανί σε όλο το πρόσωπο μου και μόλις άκουγα μια φωνή που έλεγε <Τώρα>,  έκοβα το κεφάλι του κατηγορουμένου . Θυμάμαι τους ανθρώπους που μου έκαναν  εντύπωση. Δεν θα ξεχάσω αυτόν που  φώναζαν <Ο Ζητιάνος> .  Ήταν ένας  άνθρωπος  κοντούλης  με μουστάκι  και  απλά  ήθελαν  να τον σκοτώσουν επειδή είχε κλέψει  κάτι <ζα>  - γελοίος  λόγος .Ήταν σοβαρός και με κοίταξε με ένα κρύο  βλέμμα και μου είπε <Τέλειωσε το γρήγορα> …Ως τελευταία επιθυμία ζήτησε  να τον αφήσουν να χαϊδεύει το μουστάκι του την στιγμή της εκτέλεσης.. και έτσι έγινε…                                                                                                   

                                                        Η δεύτερη πιο τραγική εμπειρία μου με αυτήν την δουλεια ήταν  όταν με έβαλαν να κάνω κάτι που ονόμαζαν <Νυχτερινό>,  δηλαδή να σκοτώνω ανθρώπους  χωρίς διαδικασία και κυρίως την νύχτα. Ήταν η <Ερωφίλη>,  μια κυρία που την ήξερα από το χωριό.. Με έλεγε παιδί μου και μου φερόταν πολύ καλά .Την κατηγόρησαν για τις επαναστατικές ιδέες της και για αγενή συμπεριφορά απέναντι στον βασιλιά  . Την στιγμή της εκτέλεσης έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια μου… εκείνη με κοίταξε και μου είπε –Ορέστη.. μην κλαις κάνε ότι είναι να κάνεις και μην ανησυχείς δεν θα θύμωνα ποτέ μαζί σου <Παιδί μου> …Τα δάκρυα συνέχιζαν να κυλούν  όμως έκλεισα τα μάτια μου έκανα την καρδιά μου πέτρα  και  αφαίρεσα άλλη μια ζωή… άλλη μια αγαπημένη ζωή…                                                                                                           

                                    Και φτάνω στην μοιραία εκτέλεση…… Κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ… Τον έλεγαν Περικλή και έλεγαν συνέχεια  ο Περικλής <Ο ζωγράφος>,  επειδή ζωγράφιζε πολύ καλά. Ήταν όπως λέγανε <Η ψυχή του νησιού> .Όλοι τον συμπαθούσαν και τον εκτιμούσαν μέχρι την στιγμή που τόλμησε και αμφισβήτησε τον βασιλιά της περιοχής  και τον κατηγόρησε για τον τρόπο που φέροταν  στον κόσμο… Στην εκτέλεση είχε μαζευτεί κόσμος και κοσμάκης .Τις στιγμές που τον έφερναν στο απόσπασμα ακουγόταν διαρκώς ένα <Ουλαλουμ> από κάτω .Μόλις πήγα να τον εκτελέσω είδα κάτι που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου…. Χαμογελούσε…. Αυτός ο άνθρωπος ήταν στην εκτέλεση του ,κόντευε να χάσει την ζωή του και χαμογελούσε….. Ένας χωρικός τον ρώτησε –Ζωγράφε γιατί γελάς ; Χαμογέλασε και είπε –Εάν είναι να πεθάνω  στην προσπάθεια μου να υπερασπιστώ το σωστό και το δίκιο τότε μπορώ απλά να δεχθώ τον θάνατο μου και να φύγω  γελώντας.                                     

                                        <Η χαρά> δεν έφυγε στιγμή από το πρόσωπο του…. Μετά από αυτό το γεγονός δεν άντεξα άλλο…  Ένα βράδυ το έσκασα την ώρα που κοιμόντουσαν όλοι και μαζί μου ελευθέρωσα κάποιους κρατούμενους οι οποίοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο (φρόντισα να ελευθερώσω μόνο αυτούς που δεν άξιζαν την τιμωρία τους). Δεν με νοιάζει πλέον άμα με πιάσουν και με εκτελέσουν. Εγώ ξέρω ότι έκανα για μια φορά το καλό στην ζωή μου και  τώρα πια δεν ακούω αυτές τις φωνές στο κεφάλι μου… και είμαι σίγουρος ότι θα μπορώ και εγώ να αποχαιρετήσω την ζωή με ένα χαμόγελο.

Δημήτρης Φρούντζας, Γ6


Δεν υπάρχουν σχόλια: