Σάββατο 15 Μαΐου 2021

Μια συνάντηση με τον Ιούλιο Βερν


Μια καθημερινή μέρα που ήμουν στην δουλειά και έγραφα ένα άρθρο για το περιβάλλον. Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού με φώναξε και μου έκανε κανονικό κήρυγμα για τα άρθρα που έγραφα. Ακόμη θυμάμαι τι μου είπε : Αν δεν βρεις ένα θέμα που να μου αρέσει να ξέρεις θα φύγεις από το γραφείο με κλωτσιές.

 Φεύγοντας άκουσα το τηλέφωνο που χτύπησε τότε τον άκουσα να απαντάει λέγοντας τα εξής:

-Αν γύριζα το χρόνο πίσω δεν θα την είχα προσλάβει >.

Εκείνη η κουβέντα που είπε μου έδωσε την ιδέα να πάρω μια περιπετειώδη συνέντευξη τύπου γυρίζοντας τον χρόνο πίσω . Δηλαδή ήξερα τον κατάλληλο άνθρωπο που θα μου έδινε πληροφορίες για το πώς θα μπορούσα να  γυρίσω τον χρόνο πίσω αλλά  και την φαντασία μου για να πάρω κάποια στοιχεία από τη ζωή και τα έργα  από έναν πολύ διάσημο άνθρωπο τον Ιούλιο Βερν. Τότε μάζεψα το παλτό μου που είχε πέσει από την καρέκλα και όλα όσα έγγραφα είχα πάνω στο γραφείο μου και πήγα στο σπίτι του θείου μου που συνέχεια μιλούσε για αυτόν λες και τον είχε γνωρίσει (χαχαχαχα).Τότε μου είπε για ένα πέρασμα που είχε ανακαλύψει έτσι μου εξήγησε για όλα όσα ήξερε για αυτόν. Μου έδειξε το πέρασμα και μου ευχήθηκε καλή τύχη.

 

 Ξαφνικά βρέθηκα έξω από ένα σπίτι τότε είδα μια πόρτα την οποία χτύπησα 4 φορες. Τότε ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του σπιτιού απαντώντας στα χτυπήματα μου.

-Ποιος χτυπά την πόρτα τόσο δυνατά πάλι ;

-Συγγνώμη, με συγχωρείτε,  αν ήμουν αγενής του απάντησα φωναχτά .

-Μπα τι έγινε τώρα θα έχω άλλους επισκέπτες δεν μου έφτανε ο ένας τώρα θα έχω και άλλους .Μου απάντησε αλλά τώρα ακουγόταν πιο κοντά στην πόρτα .

-Με συγχωρείται θα μπορούσα να περάσω και να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις ; Του είπα χαμηλόφωνα αυτή τη φορά .

Τότε με πλησίασε και αφού με κοίταξε από πάνω μέχρι και τα νύχια των ποδιών μου, μου ειπε:

-Πέρνα,  αλλά πρώτα θα μου πεις τι δουλειά κάνεις .μου τόνισε αυστηρά .

-Συγγνώμη και πάλι απλώς είμαι δημοσιογράφος ενός περιοδικού και χρειάζομαι κάποιες πληροφορίες .του είπα και με άφησε να περάσω .

-Ενδιαφέρον επάγγελμα. Θες να σου προσφέρω κάτι;  μου είπε σκεπτικός .

 

-Όχι του απάντησα με ένα αυστηρό και μετρημένο χαμόγελο .

 

-Όπως νομίζεις .Θα μου πεις τώρα τι ακριβώς θες να σου πω για εμένα;

-Θα ήθελα να σας κάνω ερωτήσεις σχετικά με την ζωή σας και τα δημιουργήματα σας .

 

-Φυσικα αλλά πρώτα περίμενε για να ανάψω τη φωτια.μου είπε και απομακρύνθηκε

 

-Θα ήθελα λίγο από τον χρόνο σας.

-Εντάξει ξεκινά γιατί θα νυχτώσουμε και δεν θα ήθελα να μου βρεις δικαιολογία ότι νύχτωσε μια να ξεμείνεις σπίτι μου , είπε θυμωμένα

 

-Φυσικά δεν θα πάρει πολύ του είπα κάπως απόμακρη .

Κάθεται στην παλιά καφέ πολυθρόνα που είχε ιδιαίτερα σκαλιστά σχέδια και με κοιτάει ανυπόμονος για τις ερωτήσεις. Τότε του είπα

-Θέλετε να ξεκινήσουμε του είπα κάπως χαμογελαστή

-Άντε ντε, εσένα περιμένω

-Εντάξει. Μπορείτε να μου πείτε τον λόγο που δεν θέλατε να γίνεται δικηγόρος ;

-Γιατι εγώ είχα όνειρα, είχα μεγάλη φαντασία, μια και  από μικρός μου άρεσε να μπαίνω σε μια βάρκα και να με πηγαίνει αυτή όπου θέλει. Μου άρεσε η περιπέτεια , μου απάντησε κοιτώντας ψηλά το ταβάνι

Είχα μείνει άφωνη από την απάντηση που μου έδωσε αλλά και επειδή πίστευα ότι για να κοιτάζει το ταβάνι κάτι θα έβλεπε οπότε φοβήθηκα μην πέσει και μας πλακώσει .Αλλά συνέχισα .

-Γιατί σας άρεσε να γράφετε βιβλία ;

-Γιατί με κάνουν να ξεχνιέμαι αλλά και επειδή είναι αυτό που μου αρέσει να κάνω για να ταξιδεύει το μυαλό μου .

Τότε του είπα: Πρώτη φορά έχω συναντήσει άνθρωπο που έχει τόσο πάθος με τη δουλειά του .

Απλώς μου αρέσει η δουλειά μου .

   -Ποιο είναι το αγαπημένο σας μυθιστόρημα από αυτά που έχετε γράψει ;

-Προσωπικά το 20.000λευγες κάτω από την θάλασσα.

-Εχετε παιδιά ;

-Ναι τρεις κόρες βέβαια οι δύο είναι θετες, αλλά δεν παύουν να είναι παιδιά μου αλλά δεν θα ήθελα άλλες προσωπικές ερωτήσεις .

Συμφώνησα κουνώντας καταφατικά το κεφάλι μου

-Συγγνώμη,  αλλά θα μπορούσα να έχω λίγο νερό ;

-Πριν σε ρώτησα και αρνήθηκες αλλά δεν πειράζει ένα λεπτό ,είπε και περπάτησε να μου βάλει λίγο νερό .

-Ευχαριστώ πολύ .του απάντησα χαμογελώντας .

-Νερό σου πρόσφερα  όχι τα αριστουργήματα μου , μου απάντησε τονίζοντας την σπουδαιότητα των έργων του .

-Ψωνιο,  είπα προσπαθώντας να μην με ακούσει .

Τότε κοιτάζοντας με μισό μάτι μου είπε  -Τελείωσες με τις ερωτήσεις .

-Αν μπορούσα να σας κάνω μια τελευταία ;

-Εε και δεν την κάνεις .μου είπε

-Είσαστε ευτυχισμένος με τον γάμο σας ή θα θέλατε να αλλάξετε κάτι ;

-Κάνουν τέτοιες ερωτήσεις σε έναν σπουδαίο άντρα που στον επάνω όροφο του σπιτιού είναι η γυναίκα του ;

-Γιατί όχι ;

-Ρωτάς γιατί ή μήπως παράκουσα ;

-Ναι σας ρώτησα τον λόγο , του είπα με αυτοπεποίθηση και σιγουριά

-Γιατί αν κατέβει η μαντάμ Βερν θα μας κάνει βραδινό για να φάει , μου απάντησε λες και ήταν έτοιμος να αρχίσει να τρέχει .

Εγώ επεμεινα οπότε δεν είχε άλλη επιλογή μέχρι που διστακτικά μου είπε -Δεν θα άλλαζα με τίποτα το μεγαλείο της οικογενειακής υποστήριξης ούτε και την εξαίσια γυναίκα μου βέβαια το εξαίσια το είπε με έναν δισταγμό αλλά δεν έδωσα περισσότερη βάση στο θέμα .

-Σας ευχαριστώ του απάντησα χαρούμενη που είχα συγκεντρώσει όλες τις ερωτήσεις, αλλά εκείνος όχι και τόσο .

-Μας υποχρέωσες! μου απάντησε κοιτώντας  με νευριασμένος .

Ήταν ήδη βαρύ το κλίμα και δεν ήθελα να προκαλέσω χάος οπότε έπρεπε να τα μαζέψω και να φύγω τότε του είπα

-Πρεπει να φύγω γιατί θα με ψάχνουν είπε διστακτικά .

-Στο καλό μου είπε όχι και τόσο χαρούμενος .

Φυσικά όταν απομακρύνθηκα άκουσα τον ήχο της πόρτας να κλεινει τόσο δυνατά λες και χτυπουσε καμπανα .

     Ξαφνικά βρέθηκα πάλι δίπλα στον θείο μου τότε του είπα ότι έγινε με τον κύριο Ιούλιο Βερν και ξεκαρδίστηκεστα γέλια. Φυσικά του είπα ότι δεν θα ξαναπήγαινα γιατί η γυναίκα του θα με σκότωνε αν μάθαινε ότι πήγα και έσκασα και εγώ στα γέλια .Τέλος φυσικά δεν ξέχασα να σχολιάσω ότι μου φάνηκε λίγο ψώνιο !

     Καλλιόπη Παντελάκη

                                    Γ'5                                                    

Μια συνάντηση με τον Σίγκμουντ Φρόιντ.


Άλλη μια μέρα, ακόμα μία εργασία με τη χρονομηχανή. Από τότε που έγιναν προσβάσιμες στον κοινό κόσμο δεν έχει ηρεμήσει αυτή η καθηγήτρια – η προηγούμενη εργασία είχε να κάνει με την γαλλική επανάσταση, οριακά γύρισα με τσεκουριά στο πόδι και το κεφάλι μου σφηνωμένο σε τσουγκράνα του 1790. Τέλος πάντων η σημερινή εργασία είναι πιο ενδιαφέρουσα – πρέπει να πάρουμε συνέντευξη από μία σπουδαία προσωπικότητα του 19ου αιώνα. Γύρισα σπίτι έχοντας ήδη ένα όνομα στο μυαλό μου: Σίγκμουντ Φρόιντ, ο άνθρωπος που άλλαξε τον κόσμο της ψυχολογίας . Όπως βλέπετε, έχω ήδη κάνει την μικρή μου έρευνα πάνω στον κ. Φρόιντ. Πιστεύω η ικανότητα του να κάνει διάγνωση στον ίδιο του τον εαυτό χωρίς να το ξέρει, ή η ιδέα του για την χρήση της κοκαΐνης ως ψυχοσωματικό φάρμακο είναι όλα εντυπωσιακά επιτεύγματα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη λοιπόν έτρεξα με τις σημειώσεις μου στον Θάλαμο Χρόνου της γειτονιάς μου και έφυγα κατευθείαν για την εποχή και το σπίτι του κ. Φρόιντ. Πάντα μου άρεσε να ταξιδεύω στον χρόνο, όχι απαραίτητα για το αίσθημα του ταξιδιού – το οποίο δεν είναι καθόλου δραματικό όσο νόμιζα – αλλά για την εικόνα μίας εντελώς διαφορετικής εποχής. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο σε κοιτούν αξίζει μία επίσκεψη στο παρελθόν, νιώθεις κυριολεκτικά σαν εξωγήινος.

Δεν πέρασε πολύ ώρα που ταξίδευα όταν έφτασα στην γειτονιά του Φρόιντ. Δεν έχει τίποτα εντυπωσιακό, καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που ταξιδεύω σε αυτή την εποχή. Ρώτησα δυο-τρεις περαστικούς που μένει ο αγαπητός νευρολόγος και με καθοδήγησαν στο σπίτι του.

- Καλησπέρα σας κ. Φρόιντ, έρχομαι από το μ- Εε…. βρίσκομαι εδώ για μία συνέντευξη. Έχω διαβάσει κάποιες από τις έρευνές σας και είμαι εδώ για να σας ρωτήσω κάποια πράγματα για τις θεωρίες σας, αν έχετε τον χρόνο.

- Βεβαίως, πέρασε. Δεν είναι συχνή αυτή η ευκαιρία. Βέβαια…με συγχωρείται.. για που ακριβώς είναι η συνέντευξη; Δεν θυμάμαι να είχα προγραμματίσει τέτοια συνάντηση, είπε καθώς με πέρασε μπερδεμένος ένα σκανάρισμα πάνω-κάτω.

- Είναι για προσωπική έρευνα, του απάντησα χαμογελαστά καθώς με οδηγούσε στο γραφείο του.

Στον τοίχο του είχε κρεμασμένα μια σειρά από τα κατορθώματά του. Παντού στο δωμάτιο υπήρχαν σκορπισμένα αρχαία κειμήλια, ήταν τόσα πολλά που ο χώρος έφερνε λιγάκι σε αρχαιολογικό μουσείο. Κάθισα στον καναπέ μπροστά από ένα μεγάλο γραφείο και πάτησα το κουμπί του κινητού μου που είχα κρυμμένο στην τσέπη για να αρχίζει να ηχογραφεί.

- Λοιπόν, από πού ξεκινάμε;

- Πείτε μου μερικά πράγματα για τις σπουδές σας και το έργο σας.

- Σπούδασα ιατρική στο πανεπιστήμιο της Βιέννης και έπειτα εργάστηκα ως βοηθός σε εργαστήριο φυσιολογίας για 6 χρόνια όπου ανακάλυψα το ενδιαφέρον μου στην ιστολογία και νευροφυσιολογία – κάτσε, γράφεις…;

- Τα θυμάμαι μην ανησυχείτε, είπα καθώς με κοίταξε με παραπάνω περιέργεια.

- Μάλιστα… Τέλος πάντων, συνεχίσω. Μετά από μερικά χρόνια δούλεψα σε μία ψυχιατρική κλινική και στράφηκα στην νευροπαθολογία, στην οποία ειδικεύτηκα και βάσισα την θεωρία μου.

- Η οποία θεωρία λέει;

- Βεβαίως. Μετά από τις εμπειρίες μου με διαφόρους ασθενείς και τα ερεθίσματα από πολλούς σπουδαίους ιατρούς με τους οποίους δούλεψα, κατάφερα να ερμηνεύσω την ανθρώπινη συνείδηση. Η θεωρία μου προτείνει πως η συνείδηση μας μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη· το Εκείνο(ID), το Εγώ(Ego), και το Υπερεγώ(Superego). To Εκείνο είναι άγνωστο σε καθέναν από εμάς και αντιπροσωπεύει τις πιο σκοτεινές μας επιθυμίες οι οποίες δεν μας είναι συνειδητές αλλά μας καθοδηγούν. Το Υπερεγώ είναι η ανάγκη να υπακούμε και να κάνουμε αυτό που είναι κοινωνικά ή ηθικά σωστό. Το Εγώ γεφυρώνει αυτούς τους δύο πόλους και κρατάει την ισορροπία. Κάθε ένα από αυτά τα τρία μέρη διαμορφώνεται κατά την παιδική μας ηλικία σε 5 στάδια, μέσα από τις εμπειρίες, την ανατροφή και τα τραύματα μας. Και τα τρία είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του ανθρώπου, ενώ η υπερίσχυση του ενός από τα άλλα μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογικές διαταραχές και δυσλειτουργίες στους μηχανισμούς που ενώνουν τα τρία μέρη μεταξύ τους.

- Και η δικιά σας έρευνα αφιερώνεται σε δύο από αυτά τα μέρη, σωστά;

- Απολύτως. Έχω θέσει σκοπό της ζωής μου να αποκαλύψω τα μυστικά του ασυνείδητου, του Εκείνου και του Υπερεγώ. Πιστεύω πως η μόνες φορές που ερχόμαστε σε επαφή με αυτό το κομμάτι μας είναι όταν δεν έχουμε αίσθηση του Εγώ, δηλαδή όταν κοιμόμαστε. Ένα μεγάλο κομμάτι της θεωρίας μου λέει πως μέσα από τα όνειρά μας αποτυπώνονται οι επιθυμίες μας και εκφράζονται οι ενέργειες και τα σχέδια του Εκεινού, όπως και οι ανησυχίες και οι κανόνες που βάζουμε στον εαυτό μας μέσω του Υπερεγώ. Με την βοήθεια των ασθενών μου προσπαθώ να ανασκάψω το ασυνείδητο και να βρω την πηγή και τις ρίζες της συμπεριφοράς των ανθρώπων και των συναισθημάτων τους μιλώντας μαζί τους για τις εμπειρίες τους ως παιδία και το πως μεγάλωσαν. Όλη αυτή την διαδικασία την ονόμασα Ψυχανάλυση.

- κ. Φρόιντ όλα αυτά είναι πραγματικά απόψεις που δεν έχουν ακουστεί ποτέ. Είμαι σίγουρος έχετε δεχτεί αρκετή κριτική για το έργο σας, συνέχισα ξέροντας πως οι θεωρίες του πρόκειται να αναστατώσουν ολόκληρο τον κόσμο της ψυχολογίας του 20ου αιώνα.

- Βλέπεις, αγόρι μου, έχω αφιερώσει όλη μου την ζωή για αυτή την έρευνα. Το έργο μου ξεκίνησε από την ανάγκη να κατανοήσω εμένα, και με αυτόν τον τρόπο κατάλαβα και εξήγησα πολλαπλά μέρη του εαυτού μου. Αν η κοινωνία δεν θέλει να με ακολουθήσει, κανένα πρόβλημα.

Τότε κατάλαβα πως δεν μου είχε απομείνει πολύς χρόνος για να παραμείνω σε αυτή τη χρονική στιγμή. Δεν μπορείς να παραμείνεις στο παρελθόν για πάντα.

-κ. Φρόιντ, σας ευχαριστώ αφάνταστα για τον χρόνο σας. Πιστεύω η σημερινή μας συνάντηση με βοήθησε να κατανοήσω περισσότερο την έρευνα σας. Βέβαια, σας παρακαλώ, κάτι τελευταίο – πέρα από την ανθρώπινη συνείδηση, ψάξτε λίγο παραπάνω την έννοια του φεμινισμού…

Ο Φρόιντ με αποχαιρέτησε και γύρισα πίσω στο παρόν όπου συγκέντρωσα όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμουν για την επόμενη μας εργασία.

Αργύρης Χαϊλης, Γ7

Ένα ταξίδι στο παρελθόν και μια συνάντηση με τον Ιούλιο Βέρν και τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ

 Μετα απο το μακρινο, κουραστικο αλλα και διασκεδαστικο ταξιδι μας για τη Γαλλία και συγκεκριμένα το Παρισι, βρισκομασταν μπροστα στον σταθμο Gare de Lyon. Ημασταν μια ομαδα απο 6 ατομα. Ηταν βραδυ κι ετσι αποφασισαμε να παμε στο ξενοδοχειο και να αρχισουμε την ξεναγηση και τις περιπετειες μας την επομενη ημερα.

Το επομενο πρωι αποφασισαμε απο που θα ξεκινουσαμε το sightseeing. Ετσι καταληξαμε να χωριστουμε σε 2 ομαδες 3 ατομων, καθως καποιοι θελανε να παμε για ψωνια,  ενω οι αλλοι να εξερευνησουμε το μερος. Εγω δεν ειχα και προβλημα για το τι θα καναμε, αφου θα μεναμε εδω για καμποσο καιρο - ισως ενα μηνα - αλλα τελικα βρηκα τον εαυτο να πηγαινει προς τον Πυργο του Άιφελ με τους αλλους δυο της "δευτερης ομαδας". Μετα απο το mini tour μας στον Πυργο του Άιφελ, σταματησαμε στη καφετερια Castel Café για να παρουμε milkshake - για εμενα βασικα που γκρινιαζα :'). Την επομενη στιγμη βρισκομασταν μπροστα απο τον σταθμο Louvre - Rivoli. Αυτη τη φορα, προορισμος μας ηταν το Μουσειο του Λουβρου.

Μουσειο του Λουβρου...  ελαμπε με λαμπερο φως που αντανακλώνταν απο την Πυραμιδα του Pei. Ήταν εκπληκτικο. Το ιδιο το μουσειο ειναι ενα εργο τεχνης! Στη συνεχεια μπηκαμε στην ουρα και περιμεναμε. Περιμεναμε... και περιμεναμε. Εγώ βαρτιόμουν κι ετσι εβγαλα απο τη τσαντα μου ενα βιβλιο,το Ταξιδι στο Κεντρο της Γης κι αρχισα να το διαβαζω. Τελικά μετά από λίγη ώρα  καταφεραμε να μπουμε στο μουσειο...επιτελους! Εβαλα ξανα το βιβλιο στη τσαντα μου κι αρχισαμε να εξερευνουμε το μουσειο. The Denon Wing , Η στεψη του Ναπολεοντα - ενας πινακας του Jacques Louis David. Το The Card Sharp with Ace of Diamonds, η Mona Liza, The Lacemaker και αλλα ακομα πολλα υπεροχα και αξιοσημειωτα εργα τεχνης! Μετα απο... δεν ξερω ποσα λεπτα - μια ωρα ισως και παραπανω - συνειδητοποιησα οτι το milkshake μου ειχε τελειωσει. Υπηρχε καδος στην εισοδο ετσι ειπα στους αλλους 2 οτι πηγαινα να πεταξω το πλαστικο ποτηρι του milshake. Οταν γυρισα εκει που βρισκομασταν, κανεις δεν ηταν εκει... τιποτα... και οι δυο τους αφαντοι. Αποφασισα να κατσω σε μια ακρη και να συνεχισω να διαβαζω το βιβλιο μου. Ειχε περασει αρκετη ωρα αλλα κανενας απο τους 2 δεν ειχε εμφανιστει. Τους εστειλα μηνυμα για το ΠΟΥ ειναι - ναι, τοση ωρα δεν το ειχα σκεφτει - και μου απαντησαν οτι βρισκονταν στην εξοδο και με περιμεναν... Τελος παντων... Αναστεναξα και σηκωθηκα απο τη θεση μου κι αρχισα να κατευθυνομαι προς την εξοδο, συνεχιζοντας να διαβαζω το βιβλιο. Συνεχισα να περπαταω και κουτούλησα με καποιον. Μαλλον - στην πραγματικοτητα - εγω "επεσα πανω" σε αυτο τον καποιον.
- Συγνωμη. Um- Excuse me. Uh- εννοω, Pardon.
Ο καποιος χαμογελασε κι απαντησε ευγενικα.
(ας υποθεσουμε πως οι διαλογοι γινονται στα γαλλικα)
- Συγχωρεστε με δεσποινις, ειστε καλα;
Μιλουσε με πολυ ευγενικο τροπο και τονο κι απο την προφορα του θα ελεγα πως ειναι ντοπιος Γαλλος. Φορουσε ενα μπεζ παλτο το οποιο θα ελεγα πως εδειχνε πλουτο .
- Ναι, ειμαι καλα, σας ευχαριστω. Εγω ειμαι αυτη που πρεπει να απολογηθει, αφου δεν προσεχα που πηγαινα.
Ο καποιος χαμογελασε ξανα κι απαντησε ξανα με πολυ ευγενικο τροπο.
- Βιαζομουν και δεν προσεχα ουτε εγω που πηγαινα. Χαιρομαι που ειστε καλα. Δεν νομιζω οτι θα μπορουσα να συγχωρησω τον εαυτο μου αν προκαλουσα κακο σε μια νεαρη κοπελα.
Πολυ πολυ ευγενικος. Αυτη τη φορα εγω του χαμογέλασα και προσεξα οτι εσκυψε κατω για να σηκωσει κατι... το βιβλιο μου. Δεν ειχα προσεξει οτι μου ειχε πεσει... και ειχαν σκορπιστει και οι διαφορες εικονες και ζωγραφιες παντου - οι οποιες ηταν μεσα στο βιλιο. Οσο εγω σκεφτομουν ολα αυτα, προσεξα πως ο ευγενικος καποιος ειχε ηδη μαζεψει τις εικονες και κοιτουσε το βιβλιο με ενα σοβαρο υφος. Στη συνεχεια ενα παράξενο χαμόγελο εμφανιστηκε στα χειλη του.
- Πιστευω πως αυτο το βιβλιο ανηκει σε εσας.
Εγνεψα καταφατικα.
- Ενδιαφερον βιβλιο.
Ειπε με ενα μεγαλο χαμογελο αυτη τη φορα. Πριν μου το επιστρεψει το κοιταξε για καποια αλλα δευτερολεπτα, με κοιταξε, χαμογελασε και μου το εδωσε.

- Πραγματικα ευχομαι να μπορουσα να μεινω και να μιλησουμε, αλλα εχω ηδη αργησει για μια συναντηση. Καλο απογευμα, δεσποινις.
Ο καποιος χαμογελασε, του επεστρεψα το χαμογελο πριν φυγει κι εξαφανιστει σε εναν γοργο ρυθμο προς τη γκαλερι, για την Mona Liza - νομιζω.
Κοιταξα το βιβλιο μου για καποια λεπτα και σκεφτηκα - μεσα στο μυαλο μου - πως δεν εχω συναντησει ποτε εναν τοσο "κυριο" - gentleman, θα μπορουσε να πει καποιος - σαν αυτον. Απο το ντυσιμο του, φαινοταν σαν να ηταν εκτος χρονου - αυτο που εννοω ειναι οτι ηταν σαν να ειχε ερθει απο το παρελθον ή ειχε βγει-ζωντανεψει μεσα απο καποια βιβλια. Δε μπορουσα να πιστεψω πως σκεφτηκα κατι τετοιο. Χαμογελασα στον εαυτο μου κι αρχισα ξανα να περπαταω προς την εξοδο του μουσειου οταν-
Κοιταξα κατω και-
- Ενα ρολόι τσεπης; Αυτο πρεπει να ανηκει στον αντρα που μολις συναντησα σκεφτηκα. Ηταν γυαλισμενο και περιποιημενο με τελειοτητα κι ειχε στην μεση. Φαινεται να ειναι σημαντικο για εκεινον. Πηρα γρηγορα το ρολοι απο το πατωμα προτου τρεξω προς την κατευθυνση του αντρα για να τον προλαβω. Προσπαθουσα να μην τρεχω - αφου ήμουν μεσα σε μουσειο - περπατουσα βιαστηκα στον ιδιο διαδρομο προς τον οποίο ειχε κατευθυνθει ο gentleman. Εφτασα στο τελος του διαδρομου για να ερθω face to face με μια πορτα.


- Ισως ειναι ενα ειδος εκθεματος…σκεφτηκα. Πιο πριν - με τους αλλους 2 (ναι, θα με περιμενουν τωρα και μπορει ο ταφος μου να ειναι ηδη ετοιμος, αλλα δεν πειραζει,it's okay) -  δεν ειχα δει αυτη την πορτα. Το ξυλο της πορτας ηταν παλιο και το σχεδιο περιπλοκο σκαλιστο. Θα μπορουσε να ηταν ενα εργο τεχνης η ιδια η πορτα. Τωρα που το σκεφτομαι, δεν νομιζω οτι ηταν στο χαρτη. Τι ειναι πισω απο την πορτα; Ισως γραφειο προσωπικου; Αλλα δεν υπηρχαν σημαδια ή κατι που να δειχνει πως απογορευεται να μπουμε εκει.. και ηταν εν μερει ανοιχτή. Μπορουσα να δω μεσα απο το κενο. Υπηρχαν ρολογια, αγγεια και πινακες μεσα. Μπορουσε να ειναι ενα νεο εκθεμα ή ενα παλιο. Την επομενη στιγμη, τα χερια μου ηταν ηδη στο χερουλι της προτας. Νικηθηκα από την περιεργεια μου κι αποφασισα να δω μεσα... τι κακο μπορει να γινει, απλα θα ριξω μια ματια. 

Σε αντιθεση με το υπολοιπο μουσειο, εδω ο διαδρομος ηταν στενος - τοσο στενος που μετα βιας θα χωρουσαν δύο ατομα. Τα εκθεματα δεν ειχαν καρτελακια ή περιγραφες. Περιπλανιομουν σε μια αποθηκη. Αυτο σκεφτηκα αλλα... αντι να γυρισω πισω, βρηκα τον εαυτο μου να προσελκυεται περισσοτερο. Ηταν σαν ημουν σε ενα ονειρο. Τα ποδια μου κουνιονταν από μονα τους. Τελικα βρηκα τον εαυτο μου να υποχωρεί στην περιεργεια και κατευθυνθηκα προς το φως στο τελος του διαδρομου. Του μακρυ, μακρυ διαδρομου. Καθως πλησιαζα ολο και περισσοτερο αυτο το φως, μια "δυναμη" με "κρατησε" πριν προσπαθησω να γυρισω πισω. Προσπαθησα να απελευθερωθω απο αυτη την "δυναμη", κι απελευθερωθηκα αλλα το φως αυτη τη φορα τυλιξε τα παντα. Εκλεισα τα ματια μου αλλα αυτο δε βοηθησε και πολυ. Κρατησα τα ματια μου κλειστα μεχρι το φως να γινει ξανα κανονικο. Οταν τα ανοιξα-
- Που ειμαι;! Φωναξα μεσα στο μυαλο μου. Ημουν σε εναν διαφορετικο διαδρομο. Αδυνατον! Αυτοι οι διαδρομοι δεν μπορει να συνδεονται. Αλλα πρεπει να συνδεονται, ετσι δεν είναι;  Πορτες στη μια πλευρα, παραθυρα στην αλλη. Εμοιαζε με μια - ισως ιδιωτικη - επαυλη. Φωτα και κερια ηταν αναμενα οποτε δεν μπορουσα να πω τι ωρα ηταν κι ετσι ανοιξα τις κουρτινες των παραθυρων και συναντηθηκα με εναν midnight-blue ουρανο γεματο με απειρα αστερια που εμοιζε με πινακα - με το φεγγαρι να γελαει.
- Πως γινεται να ειναι... νυχτα! Φωναζα μεσα στο κεφαλι για αλλη μια φορα.
- Τι ωρα ειναι. Σκεφτηκα κι εβγαλα το κινητο μου απο την τσεπη μου. 6μ.μ ακριβως. Αυτο δε γινεται! Μετα απο καποια λεπτα ελεγξα ξανα την ωρα. 6:13μ.μ. Μετα το παραθυρο. Συννεφα περνουσαν - πετουσαν διπλα στο φεγγαρι. Υπαρχει εξήγηση για αυτο. Πρεπει να υπαρχει. Ενιωθα το κεφαλι μου βαρυ.. ζαλιζομουν ισως. Πηρα μια βαθια ανασα για να ηρεμησω τον εαυτο μου. Βοηθησε... λιγακι.
- Θα ξανακανω την ιδια διαδρομη. Θα παω απο εκει που ηρθα. Αυτο ειναι! Σκεφτηκα αλλα οταν γυρισα πισω-

Ολα μαυρα... για καποια δευτερολεπτα εχασα την οραση μου, πηρα μια βαθια ανασα και μπορουσα να δω ξανα. Ηθελα να φυγω απο αυτο το μερος. Ηταν η ωρα να μετανιωσω που νικηθηκα στην περιεργεια μου.
- Η πορτα! Φωναξα και παλι μεσα στο μυαλο μου. Γυρνοντας πισω, ειδα την ιδια πορτα μεσω της οποιας ειχα βρεθει εδω. Ανακουφιστηκα. Τα χερια μου βρηκαν το δρομο τους προς το χερουλι και την ανοιξαν. Η χαρα μου δεν διερκησε και πολυ. Ειχα ανοιξει την πορτα αλλα... τιποτα. Μπροστα μου βρισκοταν ενας τοιχος. Ανοιγοκλεισα την πορτα για καποια λεπτα ακομα, αλλα... τιποτα.
(ας υποθεσουμε πως οι παρακατω διαλογοι γινονται στα γαλλικα)
- Τι κανεις εκεί;  Ακουσα καποιον να λεει.
- Ποιος είναι; Ρωτησα με φωνη τρομαγμενη.
Κοιταξα προς την κατευθυνση της φωνης. Ηταν ενας αντρας με μαυρα μαλλια και μαυρη στολη. Μιλησε στα γαλλικα αλλα η προφορα του ηταν καπως διαφορετικη. Αυτο ομως που μου τραβηξε περισσοτερο την προσοχη ηταν η μαυρη στολη του. Μηπως ειναι ενα μερος καποιου εκθεματος του Λουβρου. Σκεφτηκα. Εκεινη τη στιγμη δεν με ενδιαφερε ποιος ηταν. Ημουν χαρουμενη που ειχα βρει καποιον! Μαλλον εκεινος με βρηκε...
- Pardon. Ξερετε πως μπορω να ανοιξω αυτη την πορτα; Προσπαθω να παω πισω στο μουσειο.
- Τι εννοεις: «Να πας πισω»; Δεν εννοεις πως ηρθες εδω μεσω αυτης της πορτας.
- Αυτο ακριβως εννοω. Ηρθα απο τον διαδρομο με τις διαφορες αντικες.
Φαινοταν πως πιστεψε την ιστορια μου, αλλα οχι τα ματια του.
Κατω ακουγονταν κι αλλη φωνη και βηματα. Αν ηταν ο 'καποιος' που συναντησα θα μου ηταν πιο ευκολο να μιλησω σε αυτον. Ο αντρας που μολις συναντησα μου εκανε νοημα να τον ακολουθησω και κατευθυνθηκε προς τις σκαλες. Ειχα απειρες ερωτησεις στο μυαλο μου και καμιά απαντηση.
- Που πηγαινουμε; Τον ρωτησα.
- Ο κύριος του αρχοντικου σε περιμενει. Ηταν η μονη απαντηση που πηρα. «Ο αρχοντας του αρχοντικου»;  Αρα αυτο ειναι οντως σπιτι καποιου. Σκεφτηκα.
- Πως ξερει πως ειμαι εδώ;
- Μπορεις να τον ρωτησεις η ιδια στο δειπνο.
Δειπνο... Απο οτι φαινεται μεχρι τοτε οι ερωτησεις μου θα παραμεινουν αναπαντητες.
- Ή θα απορρίψεις την προσκληση του μετα απο τοσο αγενή εισβολη στο σπιτι του; Ειπε. Οι σκεψεις μου διακοπηκαν κι εγω ταραχτηκα. Φαντοζομαι πως αυτος ειναι ο butler.
-...
Ηθελα να του πω πως βρεθηκα εκει κατα λαθος. Τελικα ακολουθησα τον butler, προσπαθωντας να αποθηκευσω στο μυαλο μου την διαδρομη που πηραμε. Δε μπορω απλως να τριγυρναω κι να ανοιγω τυχαιες πορτες... ετσι καταντησα εδω.Συνεχισαμε να περπαταμε. Οταν φτασαμε εκει που επρεπε, αλλη μια φιγουρα μας περιμενε εκει.
- Ειναι δήλωση «κακών τρόπων» να εχουμε αυτους που εχουν φτασει στην ωρα τους σε αναμονη.
Ηξερα πως ειχα ακουσει ξανα αυτη τη φωνη.
- Εσυ!...
Ηταν ο αντρας απο το μουσειο! Κατεβηκα γρηγορα τα σκαλια και σταθηκα μπροστα του - για να ειμαι βεβαιη πως ηταν σιγουρα αυτος κι οχι η φαντασια μου. Ειναι οντως αυτος! Ειναι ο αρχοντας του αρχοντικού;
- Pardon, με θυμαστε; Συναντηθηκαμε στο Μουσειο του Λουβρου.
- Φυσικα και σε θυμαμαι.
Λογικα θα εχει ερθει εδω οπως εγω ηρθα - μεσω της πορτας δηλαδη. Ωραια. Σε αυτο το σημειο χρειαζομουν μονο να βρω εναν τροπο να φυγω απο εδω - μια εξοδο - οποιοδηποτε τροπο. Πριν τον ρωτησω πως θα εφευγα απο εδω, ο butler του πηρε τον λογο.
- Λέει πως ηρθε απο την πορτα σας. Εσεις την φερατε εδώ;
- Οχι, δεν την εφερα εγω εδω. Η αφιξη της ειναι απλως μια εκπληξη και για εμενα.
- Τοτε πως ηρθε εδώ;
Για ποιο πραγμα μιλανε. Η πορτα σας; , Η αφιξη μου;. Δεν μπορουσα να βγαλω νοημα. Γινοταν ολο και πιο δυσκολο να αρνηθω πως κατι δεν πηγαινε καλα. Απλα ηθελα να φυγω. Διεκοψα τον διαλογο τους και ρωτησα ολες τις ερωτησεις που ειχα στο μυαλο μου.
- Φοβαμαι πως οι απαντησεις που αναζητας θα σε μπερδεψουν περισσοτερο. Απαντησε ο gentleman.
- Θελω να μαθω. Του απαντησα.
- Sebastian, αν θα μπορουσες να φτιαξεις δύο φλιτζανια τσάι. Πιστευω πως θα μας βοηθουσε να ηρεμησουμε-
- Οχι για εμενα, ευχαριστω.
Καθισαμε. Ο butler - Sebastian - εφυγε - για την κουζινα πιστευω - και περιμεναμε να φερει το τσάι του «καποιου» που ακομα δεν ξερω το ονομα. Οταν ο Sebastian ηρθε, αρχισα αμεσως τις ερωτησεις.

(διαλογοι στα γαλλικα)
- Εχω μονο μια ερωτηση. Πως. Γυρναω. Πισω. Πως ανοιγει εκεινη η πορτα; Εχει καποιο κλειδι; Απλα θελω να την ανοιξω.
Τελικα δεν ρωτησα μια ερωτηση. Whatever, απλα θελω απαντησεις.
- Η πορτα δεν ειναι κλειδωμενη. Ειναι πολυ ευκολο να την ανοιξεις. Απλα ανοιγει μονο αν τηρηθουν καποιες προϋποθεσεις.
- Τι προϋποθεσεις;
- Ειναι λιγο δυσκολο να εξηγηθουν...
Ο «καποιος» σηκωθηκε και κατευθυνθηκε προς σε μια μεγαλη κλεψυδρα που ηταν γεματη με αμμο απο πανω.
- Θα ανοιξει μονο οταν ολη η αμμος πεσει. Ειναι πολυ ακριβης κι εγω ο ιδιος την εμπιστευομαι.
- Καταλαβα...και ποσο περιπου κανει να πεσει ολη η αμμος?
- Εναν μηνα, περιπου.
- Εναν μηνα!! Ειμαστε στο Παρισι, ετσι;
Ο καποιος απλα εγνεψε καταφατικα.
- Τοτε θα φυγω απο την κυρια εισοδο. Ποσο μακρια ειναι το Λουβρο;
Ο καποιος πηρε μια εφημεριδα απο το τραπεζι και-
- Θα ηθελα να δεις την ημερομηνια. Μου ειπε.
Κοιταξα την ημερομηνια. Δε μπορουσα να το πιστεψω...1896; Το χαρτι ηταν καινουριο και πολυ αληθινο. Παγωσα...
- Απο οτι ειδες, ημαστε στον 19ο αιωνα, πιο συγκεκριμενα στο 1896.
Ειπε ο καποιος. Τον κοιταξα σε δυσπιστια.
- Είμαστε στη Γαλλια, αλλα οχι στη Γαλλια που ξερεις. Εφτασες σε αυτη την επαυλη ταξιδευοντας στο χρονο. Ειπε ο «καποιος».
- Με κοροϊδευετε...
Δε μπορουσα να καταλαβω. Πως γινεται να ημουν στο παρελθον... και wait, το σημαντικοτερο. Αν ημουν στο παρελθον, αυτος ο καποιος...κι αυτος απο το παρελθον ηταν και... ποιος ηταν;
- Φαινεται πως δυσκολευεσαι να το πιστεψεις... Με διεκοψε απο τις σκεψεις μου ο «καποιος».
Τον κοιταξα για καποια λεπτα και-
- Εσεις... ποιος ειστε; Τον ρωτησα.

Χαμογελασε.
- Ιουλιος Βερν. Ηταν η απαντηση του. Δε μπορουσα να τον πιστεψω. Αλλα μετα από λίγο οταν μου δειξε κι αλλες εφημεριδες, τα ιδια τα original βιβλια του που εχει γραψει, τα βιβλια του που ακομα δεν εχουν εκδοθει - σε εκεινο το χρονο -  κι οταν ειδα πως ειναι η τοτε Γαλλια, αποφασισα να τον πιστεψω. Δεν ειναι πως ειχα κι αλλη επιλογη. Μου ζητησε να μεινω για τωρα - εναν μηνα - μαζι του εφοσον εφταιγε εν μερει κι εκεινος για  τον λογο που βρισκομουν εδω - ο ιδιος το ειπε.
- Αλλα γιατι ακριβως, με ακολουθησες ως εκεινη την πορτα; Με ρωτησε και μονο τοτε θυμηθηκα πως ηθελα να του επιστρεψω το ρολόι τσεπης που ειχα βρει. Το βγαζω απο την τσεπη μου και του το δειχνω χωρις να πω τιποτα. Τα ματια του γουρλωνουν και αρχισε να ελεγχει τις τσεπες του. Οταν συνειδιτοποιησε πως ηταν οντως το δικο του ρολόι, το πηρε με κοιταξε με ενα υφος λιγο με ενοχη, χαμογελασε και με ευχαριστησε.
(διαλογος στα γαλλικα)
- Κυριεεε Βερννν...μπορω να σας παρω μια συνεντευξη;
- Φοβαμαι πως η απαντηση μου ειναι οχι. Απαντησε χωρις καν να με κοιταξει.
- Hmph, γιατιι;
- Εχω τους λογους μου. Απαντησε χαμογελωντας.
- Αν θες να παρεις μια συνεντευξη, γιατι δεν παίρνεις απο τον ζωγραφο αυτων των πινακων; Ειπε δειχνοντας τις εικονες που ηταν μεσα στο βιβλιο μου - σε αυτο που ειχε γραψει εκεινος... Σκεφτηκα αυτο που μου ειπε για μια στιγμη, σηκωθηκα απο τη θεση μου, τον ευχαριστησα για την ιδεα και πριν βγω εξω μου ειπε να παω σε ενα μερος που πουλουσαν πινακες. Επειδη δεν ηξερα που ειναι ειπε στον Sebastian να με συνοδεψει. Οταν φτασαμε εκει που επρεπε, ο Sebastian με ενημερωσε και ειπε πως θα με συναντησει ξανα εδω και θα γυρνουσαμε μαζι. Δεν ηξερα γιατι ο καποιος- τωρα Ιουλιος Βερν - με ειχε στειλει εδω, αφου ο ζωγραφος που ψαχνω δεν ηταν και γνωστος αυτο τον αιωνα. Καθως περιπλανιομουν χαμενη στις σκεψεις μου, καποιος με εσπρωξε - κατα λαθος - αφου ετρεχε αλλα πριν συναντηθω με το εδαφος, ενα ζευγαρι χεριων με επιασαν. Ο ιδιος που ετρεχε. Νομιζω πως μου εχει γινει συνηθειο να πεφτω πανω σε ατομα. Τελος παντων. Ειχαν πεσει ξανα οι εικονες και το βιβλιο μου και αυτος ο καινουριος καποιος με βοηθησε να τα μαζεψω. Τον ειδα να παρατηρει καποιες απο τις εικονες που κρατουσε. Με κοιταξε...και μετα ξανα τις εικονες.
(διαλογοι στα γαλλικα)
- Ξερεις τον ζωγραφο αυτων των πινακων; Με ρωτησε και του εγνεψα καταφατικα. Φαινοταν πως να τον ξερει οποτε αποφασισα να τον ρωτησω αν ξερει που μπορουσα να τον βρω.
- Umm...μηπως ξερεις που μπορω να τον βρω;

Τα ματια του γουρλωσαν, με κοιταξε για καποια λεπτα αλλα απαντηση δεν πηρα.
- Δεν πειραζει αν δεν ξερετε. Μηπως ξερετε καποιον που ξερει; Τον ρωτησα.
- Απο που τον ξερεις; Απαντησε στην ερωτηση μου με ερωτηση.
- Ειναι απο τους αγαπημενους ζωγραφους μου και-
Σταματησα αποτομα. Δεν επρεπε να το πω αυτο. Υποτιθεται πως δεν ειναι γνωστος αυτο τον αιωνα. Ελπιζω να μην υποψιαστει κατι...
- Εισαι απο το μελλον, ετσι δεν είναι; Με ρωτησε και ξανφνιαστηκα. Πως σκεφτηκε κατι τετοιο; Μηπως ξερει οτι υπαρχει μια πορτα για ταξιδι στο χρονο; Οι σκεψεις μου διακοπηκαν οταν-
- Ξερω την πορτα. Εχω παει κι εγω στο μελλον. Απαντησε σαν να ειχε διαβασει τις σκεψεις μου.
Τωρα ηταν η σειρα μου να τον κοιταω.
- Ειμαι ο αδερφος του ζωγραφου που ψαχνεις. Λεει κι αυτη τη φορα γουρλωνουν τα δικα μου ματια.


- Ο... Theodorus Van Gogh;
Εγνεψε καταφατικα.
- Αρα... μπορεις να με πας σε εκεινον; Τον ρωταω. Μου γνεφει καταφατικα και με ρωταει γιατι θελω να δω τον αδρεφο του. Του λεω πως θα ηθελα να του παρω μια συνεντευξη. Γνεφει ξανα καταφατικα αλλα μου λεει πως ο αδερφος του δεν εχει παει στο μελλον και πως δεν πρεπει να μιλησω σε εκεινον ΚΑΘΟΛΟΥ για το μελλον του και γενικα για το μελλον. Αρα δεν επρεπε να ξερει πως ειμαι απο το μελλον. Συμφωνησα στους ορους κι αρχισε να με οδηγει προς τον αδερφο του.
Φτασαμε σε ενα τοπιο γεματο με ομορφα ηλιοτροπια κι εκει βρισκοταν εκεινος. Το τοπιο ηταν μαγευτικο. Στεκοταν μπροστα απο το καβαλετο και ζωγραφιζε τα ηλιοτροπια που βρισκονταν γυρω του. Χαμογελασα στον Theo Van Gogh, μου επεστρεψε το χαμογελο και κατευθυνθηκα προς τον αλλο αδερφο Van Gogh. Υπηρχε μια καρεκλα διπλα του, καθισα εκει κι αρχισα να τον παρακολουθω να ζωγραφιζει. Ηταν τοσο συγκεντρωμενος που δεν ειχε καταλαβει πως ημουν διπλα του. Μετα απο καποια λεπτα γυρισε κι οταν με ειδε, σοκαριστηκε αλλα αμεσως αντικαθεστησε το σοκαρισμενο προσωπο του με ενα χαμογελο.

(διαλογοι στα γαλλικα)

- Γεια σου, μπορω να σε βοηθησω σε κατι; με ρωτησε ευγενικα, ενας απο τους καλυτερους ζωγραφους ολων των εποχων.
- Απλα θα ηθελα να σας παρω μια συνεντευξη, κυριε Van Gogh. Ομως μπορειτε να συνεχισετε τον πινακα σας. του απαντησα χαμογελωντας.
- Απο εμενα;... Εισαι σιγουρη; με ρωτησε.
- Ναι ναι. Αλλα αν σας ενοχλω μπορω να φυγω, του ειπα
- Οχι οχι. Απλα ξαφνιαστηκα λιγο. Επισης δε χρειαζεται να μου μιλας στον πληθυντικο,  απαντησε με ενα γλυκο χαμογελο. Του επεστρεψα το χαμογελο κι εβγαλα ενα τετραδιο απο την τσαντα μου. Καθως με παρατηρουσε-
- Σε εφερε ο Theo, ετσι δεν ειναι? με ρωτησε και πριν τον ρωτησω πως το ηξερε κοιταξε απο πισω μου, γυρισα κι εγω προς εκεινη την κατευθυνση και ειδα πως ο Theodorus ηταν ακομα εκει.
- Ναι. του απαντησα γελωντας
- Εγω του το ζητησα κι αυτος με εφερε, του ειπα και χαμογελασε.
- Οποτε εισαι ετοιμη μπορεις να ξεκινησεις, μου ειπε. Εγνεψα καταφατικα κι αρχισα να του κανω διαφορες ερωτησεις.
- Ποτε και που γεννηθηκατε - γεννηθηκες, Vincent;
Χαμογελασε κι απαντησε-
- Γεννηθηκα στις 30 Μαρτιου το 1853 στην Ολλανδια, πιο συγκεκριμενα στο χωριο Zundert.
Εγραψα γρηγορα αυτα που μου ειπε.
- Μπορεις να μου πεις λιγα λογια για την οικογενεια σου; τον ρωτησα αυτη τη φορα.
- Εχω αλλα μικροτερα 7 αδερφια κι απο οτι φαινεται εχεις γνωρισει τον μικροτερο αδερφο μου - τον Theo. Παρολο που ειμαι ο μεγαλυτερος αδερφος στην οικογενεια, πιο πριν απο εμενα οι γονεις ειχαν αλλο παιδι - θα ειχαμε κι αλλο αδερφο - το οποιο πεθανε σε βρεφικη ηλικια και το ονομα του επισης εχει δοθει σε εμενα, απαντησε στην ερωτηση μου.
Εγνεψα σιγα σιγα το κεφαλι μου και κατεγραψα ολα οσα μου ειπε.
- Πως ηταν τα νεανικα σου  χρονια; ρωτησα
Το χαμογελο που ειχε στο προσωπο του εξαφανιστηκε - βασικα εγινε ενα 'θλιμμενο χαμογελο' και του ειπα πως αν δεν ηθελε δεν ηταν υποχρεωμενος να απαντησει.
- Σε μικρη ηλικια αρχισα να παρουσιαζω τασεις μελαγχολιας και ψυχολογικα προβληματα. Αργοτερα, γυρω στα 16 μου νομιζω, αρχισα να ψαχνω για διαφορες εργασιες χωρις με επιτυχια. Για ενα διαστημα ασχοληθηκα με το εμποριο εργων τεχνης, στην εταιρεια Goupilator & Company μαζι με τον Theo. απαντησε.
- Εχεις σπουδασει κατι;
- Ναι, εχω σπουδασει θεολογια και μου είχε ανατεθεί μια θεση ιεροκηρυκα στο Βελγιο.

- Ποτε αρχισες να ασχολεισαι με την τεχνη;
- Το 1878, οταν ειχα παει στο Βελγιο, πιο συγκεκριμενα στο Μποριναζ. Τοτε ειναι που αρχισα να σχεδιαζω μικρα εργα, ειπε με ενα μεγαλο χαμογελο. Χαμογελασα κι εγω και συμπληρωσα στο τετραδιο αυτα που μου ειπε.
- Ποσο χρονων ησουν τοτε - οταν αρχισες να ασχολεισαι με την ζωγραφικη;
- Γυρω στα 27. Ξεκινησα να παρακολουθω μαθηματα ζωγραφικης αλλα συντομα ηρθα σε ρηξη με τον τοτε δασκαλο μου τον Anton Mauve, γυρω απο καλλιτεχνικα ζητηματα, απαντησε γελωντας και γελασα κι εγω μαζι του.
- Τι εκανες τα επομενα χρονια;
- Τα επομενα χρονια αρχισα να επηρεαζομαι απο τον Jean-François Millet, ενω ταξιδευα και στην ολλανδικη επαρχια ζωγραφιζοντας θεματα που εμπνεεται απο αυτη. Πιο αργοτερα, το 1885 νομιζω, αρχισα να παρακολουθω μαθηματα στην Ακαδημια της Αμβερσας αλλα κι αυτα τα μαθηματα διακοπηκαν πολυ συντομα κι αποτομα αφου με απεβαλλε ο καθηγητης Eugene Siberdt,  ειπε γελωντας παλι.Α, επισης, εκεινη την περιοδο ηρθα σε επαφη με την ιαπωνικη τεχνη απο την οποια δανειστηκα και δανειζομαι στοιχεια ή μιμουμαι την τεχνοτροπια της. προσθεσε κι εγω επισης τα προσθεσα στο τετραδιο μου.
- Ποτε ηρθες εδω - στο Παρισι;
- Στο Παρισι ηρθα φετος - το 1886 - την ανοιξη και ζω με τον Theo, ο οποιος πλεον ειναι ενας επιτυχημενος εμπορος τεχνης. Επισης, οταν ηρθα εδω, στο Παρισι, ηρθα σε επαφη με τους ιμπρεσιονιστες Edgar Deags, Camille Pissaro, Paul Gauguin και Henri de Toulouse-Lautrec. Επηρεαστηκα απο αυτους σε οτι αφορα τη χρηση χρωματος. Χρησιμοποιησα τις τεχνικες αυτων αλλα και παραλληλα διαμορφωσα ενα προσωπικο υφος, στο οποιο χρησιμοποιω και χρωματα που εκεινοι αποφευγουν. Αργοτερα συναντησα και μια νεαρη κοπελα η οποια ηθελε να μου παρει συνεντευξη, είπε χαμογελωντας.
Δεν ειχα συνειδητοποιησει οτι μιλουσε για εμενα μεχρι τη στιγμη που εγραφα την τελευταια προταση που ειπε. Τον κοιταω με ενα σοκαρισμενο υφος και σκαει στα γελια και γελασα κι εγω μαζι του. Οταν εγραψα ολα οσα μου ειπε, παρατηρησα πως δεν μου ειχε πει για την ιδιαιτερη τεχνικη - αφου θα το κανει 2 χρονια αργοτερα - αλλα αποφασισα να τον ρωτησω με εναν διαφορετικο τροπο.
- Μια τελευταια ερωτηση, ειπα και με κοιταξε με ενα χαμογελο στο προσωπο του.
- Εχεις επινοησει μια δικια σου τεχνικη; Αν οχι, θα ηθελες να επινοησεις μια δικια σου;  τον ρωτησα.
Με κοιταξε με ενα σοβαρο αλλα και ξαφνιασμενο βλεμμα.
- Δεν εχω επινοησει μια δικια μου τεχνικη αλλα ναι, θα το ηθελα. Ισως στο μελλον το κανω και θα ηθελα να μου ξανα παρεις συνεντευξη. απαντησε χαμογελωντας. Του χαμογελασα κι εγω παρολο που ημουν ετοιμη να κλαψω.
Οταν τελειωσαμε την συνεντευξη, o Vincent με ρωτησε ποσο καιρο ακομα θα εμενα εδω - στο Παρισι - και του ειπα πως θα ημουν εδω ακομα για περιπου εναν μηνα. Ειπε πως θα χαιροταν αν ξανα συναντιομασταν - κι εγω το ιδιο. Μετα απο καποιες ωρες που μιλησα μαζι με τους αδερφους Van Gogh, ο Theo με βοηθησε να γυρισω ξανα εκει που ειχαμε συναντηθει, ο Sebastian ηταν ηδη εκει κι ετσι γυρισα στο σπιτι του Ιουλιου Βερν.

Η αμμος στην κλεψυδρα ειχε πεσει κι αυτο σημαινει πως η πορτα θα ανοιγε και πως μπορουσα να γυρισω πισω στο μελλον.

(διαλογος στα γαλλικα)  
- Ηρθε η ωρα να αποχαιρετιστουμε, ειπε ο κυριος Βερν και εγνεψα σιγα σιγα καταφατικα. Χωρις να πει τιποτα εβγαλα απο ενα ντουλαπακι μια κλεψυδρα - ιδια με αυτην της πορτας αλλα σε μικροτερο μεγεθος - και την εβαλε στην παλαμη μου.
- Εισαι παντα ευπροσδεκτη. Μπορεις να ερθεις οποτε θελησεις. Θα σε περιμενουμε, ειπε χαμογελωντας. Γουρλωσαν τα ματια μου και ενα δακρυ δεν καταφερε να συγκρατηθει. Του χαμογελασα κι εγω κι εβαλα την κλεψυδρα στην τσαντα μου - δεν ειναι οτι θα ειμαι καθε μηνα στο Λουβρο, αλλα ποιος ξερει, μπορει καποια μερα να τους συναντησω ξανα. Πριν περασω απο την πορτα που τωρα πια ηταν ανοιχτη, ζητησα απο τον Ιουλιο Βερν να υπογραψει το βιβλιο μου.  Δεχτηκε, χαμογελασαν κι αυτος κι ο Sebastian, τους επεστρεψα το χαμογελο καθως κουνουσα το χερι μου - για αποχαιρετισμο,waving goodbye... και καπως ετσι γυρισα στο μέλλον….

Γκιουλσέν Χατζηκαρά, Γ7

 

Τρίτη 11 Μαΐου 2021

"Άσε το παρελθόν πίσω εκεί που ανήκει"- Μια απροσδόκητη συνάντηση της Ειρήνης με τον Λουί Παστέρ

  

Ήταν μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα ,τέλεια για έναν ωραίο περίπατο στο δασάκι κοντά στο σπίτι μου. Φόρεσα ένα κοντομάνικο με μια αστεία στάμπα , τζιν , αθλητικά , γυαλιά ηλίου και ξεκίνησα να περπατάω . Όταν επιτέλους έφτασα στο δασάκι ήμουν λουσμένη στον ιδρώτα και πάλευα να ανασάνω. Καταράστηκα τον εαυτό μου , γιατί δεν πήρα καθόλου νερό μαζί μου . Άρχισα να ψάχνω τριγύρω  για κάποια βρυσούλα ή ποταμάκι . Τίποτα.

 Και τότε σαν όαση στην έρημο είδα ένα πηγάδι λίγα μέτρα μακριά. Μου φάνηκε περίεργο που βρισκόταν σε μια ακατοίκητη περιοχή , όμως δεν υπήρχε χρόνος για δισταγμό. Χρειαζόμουν νερό επειγόντως. Έτρεξα προς το πηγάδι , έσπρωξα το κάλυμμα και είδα ότι το κουβαδάκι βρισκόταν λίγο βαθιά, όμως εάν τέντωνα το χέρι μου θα το έφτανα. Τέντωσα   το κορμί μου και ένιωσα τα δάχτυλα μου να ακουμπάνε το κουβά. Ενθουσιασμένη το τράβηξα, όμως εκείνη τη στιγμή γλίστρησα και  έπεσα με φόρα στο πηγάδι. Ωχ όχι.

 ‘Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν στο ίδιο μέρος , όμως το δασάκι ήταν …. Διαφορετικό. Ο αέρας μύριζε διαφορετικά, η βλάστηση ήταν πυκνότερη  και το πηγάδι φαινόταν  πιο καινούργιο. Πρέπει να λιποθύμησα ή κάτι τέτοιο . Τέλος πάντων , πρέπει να πάω σπίτι , αλλιώς η μάνα μου θα με σκοτώσει. Παρατήρησα ότι δεν διψούσα πια. Περίεργο . Ξεκίνησα να περπατάω προς το μονοπάτι που ακολουθώ πάντα και με οδηγεί σπίτι , αλλά όσο και να περπατούσα δεν το έβρισκα. Ωχ όχι , σίγουρα χάθηκα. Συνέχισα να περπατάω  και βρήκα ένα διαφορετικό μονοπάτι. Το ακολούθησα σε μια προσπάθεια να βρω κάποιον άνθρωπο και με οδήγησε σε ένα εξοχικό που δεν είχα ξαναδεί. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει , άρα η μόνη μου επιλογή ήταν να περάσω εκεί τη νύχτα και να τηλεφωνούσα τους γονείς μου την επόμενη μέρα.

Χτύπησα την πόρτα και σχεδόν αμέσως ένας γέρος την άνοιξε. Χωρίς καν να ανοίξω το στόμα μου, μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Συνέχισα να χτυπάω, μέχρι που κουράστηκε και με άφησε μέσα. Κοίταξα γύρω μου και το σπίτι ήταν πολύ … παλιομοδίτικο. Στην μέση του δωματίου βρισκόταν  μια ξυλόσομπα και δίπλα της μια πολυθρόνα και ένα καρεκλάκι . Ο γέρος με μια κίνηση του χεριού του μου είπε να καθίσω στο καρεκλάκι και έκανα ακριβώς αυτό. Ενώ ο γέρος έφτιαχνε ροφήματα στη κουζίνα κοίταξα καλύτερα γύρω μου και είδα ένα ημερολόγιο στον τοίχο. Η ημερομηνία ήταννν … 20 Σεπτεμβρίου του 1895;! Πρέπει να ήταν κάποιου είδους φάρσα. Κακόγουστη. Οι σκέψεις μου διακόπηκαν όταν ο γέρος μπήκε στο δωμάτιο  κρατώντας δυο κούπες καυτό γάλα και μου έδωσε τη μία.

‘Λοιπόν νεαρή , τι δουλειά έχεις εδώ τέτοια ώρα ;’

‘Εμ.. πήγαινα βόλτα στο δάσος και χάθηκα ‘

‘Μάλιστα.. και πως σε λένε;’

‘Ειρήνη κύριε , και εσείς;’

‘Louis. Louis Pasteur’   TΙ . ΛΕΕΙ. Πρέπει να τρελάθηκε . Μα ο Louis  πέθανε το 1805… Εκείνη τη στιγμή όλα έκαναν κλικ . Είχα ταξιδέψει στον χρόνο. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση.

Εάν και ο εγκέφαλος μου καιγόταν , ήξερα ότι αυτή ήταν η μοναδική μου ευκαιρία να μιλήσω στο είδωλο μου. (Όταν ήμουν μικρή οι γονείς μου , μου έδωσαν ένα βιβλίο για αυτόν τον άνθρωπο και συγκινήθηκα πολύ με το έργο του.)

‘Κ-κύριε Pasteur, ξέρω ότι θα ακουστεί τρελό , όμως ταξίδεψα  στον χρόνο. Συγγνώμη που δεν σας το είπα νωρίτερα.’

‘Ναι το ξέρω ‘

‘Ε;’

‘Τα ρούχα σου νεαρή. Δεν υπάρχει τρόπος να φτιαχτούν τέτοια ρούχα στην εποχή αυτή’  Η ψυχραιμία αυτού του ανθρώπου ήταν πραγματικά απίστευτη.

‘ Ουπς.. χαχα. Δεν περίμενα να με πιστέψετε!’  είπα άβολα. Ο γέρος δεν είπε τίποτα. Είχε τόσο ησυχία που εάν έπεφτε καρφίτσα στο πάτωμα θα την άκουγες.

‘Λοιπόν , κύριε είμαι μεγάλη θαυμάστρια σας! Θα σας πείραζε να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;’

‘Θαυμάστρια; Δηλαδή , έμεινα γνωστός μετά από τόσα χρόνια ;!’ Τα μάτια του έλαμψαν . Λογικό . Ο καθένας θα χαιρόταν εάν άκουγε ότι έμεινε στην ιστορία , και είχε θαυμαστές.

Εάν και δεν θυμάμαι τη συζήτηση μας με λεπτομέρεια , μιας που φλυαρούσαμε για ώρες , κάποιες σημαντικές και μη πληροφορίες μου έμειναν: του άρεσαν αρκετά οι τέχνες και ιδιαίτερα η ζωγραφική , αγαπούσε αρκετά τα ζώα κ.α . Εάν και γνώριζα ήδη για το έργο του (παστερίωση , αντιλυσσικό εμβόλιο , και πολλά άλλα) , ήταν πολύ πιο διαφορετικό να ακούω τον ίδιο να μιλάει για αυτά. Σε αντίθεση με τα άρθρα που διάβαζα τα οποία  ήταν πληροφοριακά και μουντά, ο ενθουσιασμένος τόνος  του γέρου καθώς μιλούσε για όλες τις ανακαλύψεις του , τραβούσε το ενδιαφέρον μου.

Βέβαια, μιλήσαμε και για προσωπικά θέματα , όμως ήταν αρκετά μυστικοπαθής και με ανάγκασε να μην πώ τίποτα για αυτά. Όταν τελικά ήρθε η σειρά μου να μιλήσω για το ‘μέλλον’, δεν ήξερα τι να πω. Εάν και χρησιμοποιώ συνέχεια την τεχνολογία του σήμερα , αλλά και την βλέπω γύρω μου , δεν ήξερα πώς να την εξηγήσω. Και για να πω την αλήθεια , ούτε εγώ γνώριζα πολλά. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα  να ασχοληθώ σε βάθος. Παρόλα αυτά , έδωσα την πιο απλή αλλά και λεπτομερή εξήγηση που μπορούσα , για έναν κύριο λόγο. Ήξερα ότι η ημερομηνία θανάτου του γέρου ήταν πολύ κοντά και θα με έτρωγαν οι τύψεις, εάν τον άφηνα το σκοτάδι . Τώρα που το σκέφτομαι , ίσως είμαι μέρος της αιτίας θανάτου του. Ίσως υπερφόρτωσα τον εγκέφαλο του, χαχαχα.

Μετά από  αυτή την συζήτηση , αφοσιωθήκαμε στο να βρούμε τρόπο να γυρίσω ‘πίσω’. Έμεινα μαζί με τον γέρο για δύο μέρες. Τον είδα να δουλεύει πολύ σκληρά με τα λιγοστά εργαλεία του και εμπνεύστηκα. Βοήθησα όσο μπορούσα , εάν και δεν μπορούσα να κάνω πολλά.

Το βράδυ της δεύτερης νύχτας, ο γέρος με ξανακάθισε στο σαλόνι , αλλά αυτή τη φορά στην πολυθρόνα και εκείνος έκατσε στην καρέκλα.

‘Τι είναι κύριε; Βρήκατε κάποια λύση;’

Ο γέρος είχε μια πικρόγλυκη έκφραση στο πρόσωπο του . Ίσως νοσταλγία.

‘Ειρήνη. Όλα όσα ψάχνεις βρίσκονται ήδη μέσα σου. ‘

‘Τι εννοείτε ;’ Το κεφάλι μου άρχισε να πονά τόσο πολύ που δάκρυσα.

‘Πρέπει να γυρίσεις πίσω . Δεν ανήκεις εδώ. Γύρνα πίσω στα αγαπημένα σου άτομα και άσε το παρελθόν πίσω όπου ανήκει. Φύγε και μην κοιτάξεις πίσω. ‘

Ξαφνικά εικόνες από διάφορες περιόδους πλημμύρισαν τον εγκέφαλο μου. Δεινόσαυροι και ζώα να ξεσκίζουν το θήραμα τους, άνθρωποι τον σπηλαίων να ανάβουν φωτιά, φαραώ να κάθονται στον θρόνο τους, άνθρωποι  να πεθαίνουν, να γεννιούνται , το παρελθόν , το παρών , το μέλλον. Άκουσα ένα κρακ. Το κεφάλι μου έσπασε. Το πάτωμα , οι τοίχοι και ο γέρος άρχισαν να λιώνουν και πριν να χάσω τις αισθήσεις μου , είδα τον γέρο να με χαιρετά .

‘Ανοιξα τα μάτια μου και βρισκόμουν σε ένα νοσοκομείο. Είχα γύψο στα χέρια μου και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Όταν τελικά κατάφερα να γυρίσω το κεφάλι μου , είδα τους γονείς μου να κάθονται στην γωνία του δωματίου. Φαίνονταν σαν να μην είχαν κοιμηθεί μέρες . Με το ζόρι έβγαλα έναν ήχο και τινάχτηκαν στον αέρα. Όταν είδαν ότι ήμουν ξύπνια , πλάνταξαν στο κλάμα και με αγκάλιασαν. Αργότερα έμαθα ότι έπεσα μέσα σε ένα πηγάδι και με βρήκε τυχαία ένας περαστικός. Έσπασα τα χέρια μου κατά την πτώση και μου πήρε δύο μέρες να ξυπνήσω.

Όλο αυτό ήταν αλήθεια ή όνειρο ; Αυτή η σκέψη με βασάνιζε για μήνες μέχρι που μια φωνή στο κεφάλι μου ψιθύρισε: Άσε το παρελθόν πίσω εκεί που ανήκει. Νιώθω σαν να το έχω ξανακούσει κάπου αυτό…

Ειρήνη Μπακρατσά, Γ5


Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

"Άσε τη μοίρα να αποφασίσει για 'σένα και μην γυρεύεις να βρεις σε ποιά γωνιά ο θάνατος καρτερικά σε περιμένει.'', Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν

   

Μια ωραία πρωία για μένα ξημερώνει!  Άνοιξα τα μάτια μου, πλύθηκα με κρύο νεράκι για να ξυπνήσω, βούρτσισα τα δόντια μου, έβαλα τα ρούχα μου και πήγα γεμάτος χαρά και ενθουσιασμό να συναντήσω το μέσο με τη βοήθεια του οποίου θα έφτανα στην αποθήκη γνώσεων του κόσμου όλου, στο 1ο Ιπποκράτειο Γυμνάσιο της Κω! Μα τι λέω; Βασικά έπλυνα τη φάτσα μου, τα δόντια μου και έτρεξα να βάλω ό,τι βρω στη ντουλάπα μου. Το προηγούμενο ήταν καθαρός σαρκασμός. Οπότε ναι, ξανά μούσκεμα κάτω από τη βροχή, σε μια έρημη στάση περιμένοντας το λεωφορείο που θα με στείλει απευθείας στο καθαρτήριο για τις αμαρτίες μου...

   Πέντε λεπτά. Δέκα λεπτά. Δεκαπέντε λεπτά πέρασαν από την ώρα που θα έφτανε το λεωφορείο. Γεμάτος λάσπη και απογοήτευση που θα έπρεπε να περιμένω το επόμενο όχημα για καμιά ώρα, αντίκρισα μια μορφή. Μια μορφή με σγουρά μαύρα μαλλιά προβάτου που φορούσε ένα απλό κοστούμι της εταιρείας ''Καποδίστριας Style'' και είχε αφήσει τις φαβορίτες της στο έλεος του Θεού. Ο κύριος φάνηκε να είναι αρκετά φιλικός αλλά και περίεργος, για το άπειρο μάτι ενός δεκαπεντάχρονου εφήβου τουλάχιστον. Συνεχώς κοιτούσε τον ουρανό και τα σπίτια με απορία. Με πλησίασε και με ρώτησε τι μέρα ήταν. ''Δευτέρα.'' του απάντησα εγώ βαριεστημένα. Είμαι σίγουρος πως οι Σπαρτιάτες θα με θαύμαζαν για τον λακωνικό τρόπο με τον οποίο του μίλησα! Αν και ξενερωμένος μέχρι θανάτου, ενδιαφέρθηκα για το ποιός ήταν και τι έκανε εδώ τέτοια εποχή. Εκείνος με κοίταξε καχύποπτα αλλά απάντηση δεν πήρα. Μετά από δύο περίπου λεπτά νεκρικής σιγής με ρώτησε ευγενικά τι ώρα ήταν. Έβγαλα το ρολόι από τη τσέπη και είδα πως ήταν 18:37... ''Στοπ, το ποιό μου;'' , '' 18:37;'' ,  '' Γιατί είπαμε πως έχω ρολόι τσέπης;'' , '' Που πήγε η στάση;'' ,     '' Γιατί χιονίζει;'' , ''Γιατί όλοι μιλάνε Ρώσικα;'' , '' Τι είναι αυτό το μέρος;'' και  ακόμη εκατό είκοσι οκτώ διαφορετικές ερωτήσεις που πέρασαν από το νου μου τη στιγμή εκείνη...

 

 Βρέθηκα λοιπόν άθελα μου στο κέντρο μιας πόλης, ήταν μια πόλη γεμάτη όμορφες και κομψές κυρίες και κουστουμαρισμένους άντρες με καπέλα. Δίπλα μου ξανά αυτός ο παράξενος κύριος να χασκογελάει...

–        '' Τι στο;'' Είπα ενστικτωδώς λόγο του φόβου μου.

 

–        '' Έλα τώρα που δεν ξέρεις...'' Μουρμούρισε στα ρώσικα.

 

–         '' Χμμ, αυτά δεν είναι τα Χειμερινά Ανάκτορα;'' Αναρωτήθηκα.

 

–         '' Επ είδες που στα είπα; Νεαρέ, βρίσκεσαι στην Αγία Πετρούπολη την δεκαετία του 1830! ''.

 

–         '' Καλό κουράγιο.'' του ευχήθηκα καθώς υπέθεσα πως θα ήταν καλό να τον προειδοποιήσω πως σε μερικά χρόνια αυτή η πόλη θα πολιορκείται από τη Ναζιστική Γερμανία.

 

–        '' Μα για ποιό λόγο το κουράγιο; Μια χαρά ζούμε! Όλα τα πλούτη της Αυτοκρατορίας είναι συσσωρευμένα εδω!'' μου απάντησε ειρωνικά.

 

Ποιά Αυτοκρατορία πάλι; γύρεψα να μάθω. Αλλά πριν καλά καλά μιλήσω με διέκοψε...

 

-       ''Αρχιτεκτονικό αριστούργημα ε; Μια χαρά τα περνάει ο Τσάρος εδώ μέσα...'' Μου είπε σηκώνοντας το φρύδι του και δείχνοντας το παλάτι με το δάχτυλό του.

  Τσάρος;  Ώστε είμαι στον 19ο αιώνα είπα από μέσα μου.  Άλλωστε, έπρεπε να το είχα καταλάβει από τα ρούχα των περαστικών και τις τρικολόρε σημαίες...

 

–        ''Μα τι κάνω εδώ;'', τον ρώτησα.

 

–        ''Τι κάνεις εδώ; Εσύ δεν ήσουν το παλικάρι που έχει να κάνει μια εργασία σχετικά με τη ζωή και το έργο μου;'',  απόρησε.

 



–        ''Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν;'' , (ο θεός φυλάξει άμα πείτε αυτό το όνομα με τη πρώτη και δεν ξέρετε ρώσικα) εκφώνησα γεμάτος θαυμασμό.

 

–        ''Ο ίδιος νεαρέ μου!''

 

  Μη θέλοντας να χάσω την πολύτιμη ευκαιρία τον ρώτησα εάν μπορούσα να πάρω μια συνέντευξη από εκείνον. Ο Πούσκιν ανταποκρίθηκε θετικά στη χάρη που του ζήτησα. Άνοιξα γοργά την τσάντα μου και έβγαλα τετράδιο και στυλό.

 

–        ''Κοίτα να δεις μαραφέτια που έχετε εκεί στο μέλλον.'' είπε αρπάζοντας το στυλό από τα χέρια μου και στριφογυρίζοντας το στα δικά του.

 

–        ''Ναι, εμμ λέγεται στυλό και είναι ουσιαστικά μια καλύτερη έκδοση της πένας ή του φτερού!'' εκφώνησα.

 

–        ''Ενδιαφέρον, ενδιαφέρον. Τέλος πάντων, προχώρα στη συνέντευξη για να μην χάνουμε χρόνο.'' μου απάντησε.

 

–        '' Λοιπόν. Πότε γεννηθήκατε; ''

 

–        '' Ήταν η 26η Μαϊου του 1799. ''

 

–        '' Σε ποιά πόλη; ''

 

–        '' Μόσχα, Ρωσική Αυτοκρατορία.''

 

–        ''Στο μέλλον, εκτός από τα ποιήματα που γράψατε είστε γνωστός και για τις πολιτικές σας πεποιθήσεις. Τι έχετε να πείτε σχετικά με αυτό; ''

 

–        '' Όσον αφορά σε αυτό, παλιότερα ήμουν φανατικός υποστηρικτής των επαναστατικών κινημάτων και των ιδεών τις οποίες εκείνα πρεσβεύουν. ''

 

–        '' Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να εγκαταλείψετε τη στάση αυτή; ''

 

–        '' Βλέπεις, εξέγερση στη Μολδοβλαχία το 1821, επανάσταση στην Ισπανία το '23 και πολλές άλλες αποδείχτηκαν να είναι μη αποδοτικές έναντι σε καθεστώτα απόλυτης μοναρχίας. Πολύ απλά ξενέρωσα όπως λέτε και εσείς στο μέλλον''

 

–        '' Ναι αλλά υπήρξαν και επιτυχίες. Λαμπερό παράδειγμα είναι η Ελληνική επανάσταση του 1821.''

 

–        '' Θα συμφωνήσω νεαρέ, ωστόσο εκεί υπήρξε και μεγάλη υποστήριξη από άλλες κυρίαρχες χώρες και αξιοσημείωτη αδυναμία εκ μέρους του Σουλτάνου. Επιπλέον η Ελλάς αποτελεί εξαίρεση του κανόνα σε αυτή την περίπτωση.''

 

–        ''Ωραία, ας συνεχίσουμε με το τι σας εμπνέει να γράφετε όλα αυτά τα ποιήματα και τις ιστορίες;''

 

–        ''Όσο απλό και αν ακούγεται είναι ιστορία ζωής. Είναι πράγματα και ζητήματα τα οποία με τον καιρό ανακάλυπτα και έγραφα για αυτά. Απληστία, αγάπη, έρωτας, αξιοπρέπεια, έμπνευση για ζωή, και πολλά άλλα. Ωστόσο υπήρξαν και πιο απλά πράγματα βασισμένα σε ιστορικά γεγονότα και προσωπικότητες...''

 

–        '' Στην αρχή της πορείας σας πιστεύατε πως θα αποκτούσατε τόση φήμη;''

 

–        '' Φυσικά και όχι. Αρχικά ασχολήθηκα μόνο για τον εαυτό μου και για να εντυπωσιάσω τις δεσποινίδες. Ύστερα κατάλαβα πως αυτός ήταν ο ρόλος μου στο θέατρο της ζωής.''

 

–        '' Είστε αρκετά νευρικός και αυταρχικός χαρακτήρας και πάντα υπερασπίζεστε την τιμή σας με κάθε τρόπο. Ποιό ήταν το πιο περίεργο περιστατικό στο οποίο σας οδήγησαν αυτές οι δύο πτυχές της προσωπικότητάς σας;''

 

–        '' Σωστά τα λεγόμενά σου νεαρέ. Είμαι πράγματι αυταρχικός και πρωτόγονος σε ότι έχει να κάνει σχέση με την αντρική μου τιμή. Θα αναφερθώ συγκεκριμένα στο παράδειγμα του Ντάντες, ο οποίος αντί να παραδεχτεί πως την έπεφτε στη γυναίκα μου, πήγε και παντρεύτηκε την αδερφή της από φόβο μην τον σκοτώσω. Αυτός έχασε την τιμή του όταν έκανε αυτό που έκανε, εγώ δεν την χάνω σε καμία περίπτωση... Α επίσης όταν ήμουν στο Κισινάου μπήκα μεθυσμένος σε μία αίθουσα, εκεί υπήρχε ένα μπιλιάρδο, ανακάτεψα τις μπάλες χαοτικά και άρχισα να γελάω υστερικά με τη πράξη μου. Ο φίλος μου ο Ορλόφ νευριασμένος με το ότι του χάλασα το παιχνίδι με πέταξε από το παράθυρο εγώ ανέβηκα ξανά στον όροφο, έβγαλα το πιστόλι και πήγα να τον σκοτώσω. Καλό ε;''

 

–        '' Ναι,  είστε καλός φίλος έχω να πω. Επόμενη ερώτηση. Ποιά η εντύπωσή σας για την Ελλάδα και τους Ρωμιούς; Στην εποχή μου είστε γνωστός φιλέλληνας. Ισχύει αυτό;''

 

–        ''  Άξιος θαυμασμού ο τόπος σας εστί, όχι μόνο για τη φυσική του ομορφιά και παρουσία αλλά και τον πολιτισμό και τις γνώσεις που στην πλάτη του κουβαλά...'' ναι, εδώ ο Πούσκιν είπε να βάλει λίγο αρχαίο στοιχείο στην απάντηση του.

 

–        '' Μιας και ταξιδέψατε στο μέλλον για να με φέρεται εδώ, πιστεύω πως ξέρετε ποιό θα είναι το τέλος σας, έτσι;''

 

–        '' Για να σου πω την αλήθεια, προτίμησα να μην το μάθω, άσε τη μοίρα να αποφασίσει για 'σένα και μην γυρεύεις να βρεις σε ποιά γωνιά ο θάνατος καρτερικά σε περιμένει.''

 

–        ''Τελευταία ερώτηση κύριε Πούσκιν, ποιό από τα δημιουργήματά σας, θεωρείτε ότι είναι το πιο αξιόλογο;''

 

–        '' Κοίταξε να δεις, όπως και προανέφερα, γράφω για ζητήματα που απασχολούν εμένα ως άτομο και πολίτη, παρόλα αυτά, δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα από τα γραπτά μου και να του δώσω το τίτλο του καλύτερου .Διότι πολύ απλά δεν θα μπορέσω ποτέ να τελειώσω να γράφω για τα προβλήματα και τις σκοτούρες του ανθρώπου. Με λίγα λόγια αυτό που θέλω να πω είναι πως σήμερα μου αρέσει πολύ το έργο ''Μπορίς Γκοντουνόφ'', αύριο κάποιο άλλο θα πάρει τη θέση του στην καρδιά μου .''

 

–        '' Ωραία αυτό ήταν λοιπόν. '' του είπα με χαμόγελο στα χείλη.

 

–        '' Τόσο γρήγορα νεαρέ; Δεν θα μείνεις για τσάι; Ή μήπως θέλεις τίποτα πιο αλκοολούχο;

–        '' Ξέρετε τι; Δεν θα το αρνηθώ, πάμε και βλέπουμε. Υπό έναν όρο όμως !''

 

–        '' Θα πιούμε τσάι !''

 

 

   Ο Πούσκιν μου χαμογέλασε θερμά και με αγκάλιασε. Ύστερα πήραμε όλους τους δρόμους αβέρτα . Αυτονόητο πως και εκεί είδα και άκουσα πολλά πράγματα για τη ζωή του πατέρα της ρωσικής λογοτεχνίας. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία...

 

 Εμίρ Πασσαλής, Γ5