Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Δημιουργική γραφή με τους τίτλους των Νεοελληνικών κειμένων

Οι συμμαθητές μας στο Γ2 του Πειραματικού Γυμνασίου της Ζωσιμαίας στα Γιάννενα έχουν στήσει με τη φιλόλογο τους μια ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα και παρουσιάζουν τις πρωτότυπες προσπάθειες τους στο δημιουργικό γράψιμο (http://annboukou.blogspot.com/) . Μας επέτρεψαν λοιπόν - και τους ευχαριστούμε θερμά γι' αυτό! -να χρησιμοποιήσουμε την ιδέα τους και να γράψουμε και μεις τις δικές μας ιστορίες με τους τίτλους από τα Νεοελληνικά Κείμενα της Γ Γυμνασίου. Καταθέτουμε λοιπόν στην δική σας κρίση τα συγγραφικά μας πονήματα! Για αρχή τρεις διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες.


Μια ρομαντική ιστορία…….

Μια φορά και έναν καιρό μια γυναίκα στην πελώρια χιονισμένη Ρωσία το βράδυ ήταν έτοιμη να γεννήσει. Οι φωνές της ακούγονταν σε όλη τη γύρω περιοχή από τον πόνο που ένιωθε. Η χαρά των δύο γονιών ήταν πολύ μεγάλη από τον ερχομό του μικρού μωρού. Το παιδί ονομάστηκε Ορέστης και ήταν Ρωσοαγγλογάλλος στην καταγωγή.
Καθώς μεγάλωνε το παιδί άρχιζε να ζωγραφίζει και να δείχνει το ταλέντο του σε όλους τους γύρω του. Μπορεί να ήταν κακός μαθητής στο σχολείο αλλά αυτό δεν εμπόδιζε το όνειρο του να γίνει ο ζωγράφος με τα πιο όμορφα έργα. Ο πατέρας του όμως που ήταν πολύ αυστηρός και συντηρητικός στάθηκε εντελώς αντίθετος με αυτή την ιδέα. Ο Ορέστης απογοητεύτηκε τόσο πολύ από τους γονείς του και από τον περίγυρο του που δεν ξαναέπιασε πινέλο στα χέρια του για πολύ καιρό.
Ο καιρός πέρασε και ο Ορέστης κατέληξε να είναι ένας σκληρός συνταγματάρχης. Ήταν ένα πολυταξιδεμένο άτομο. Είχε ταξιδέψει σε ολόκληρη την Ευρώπη, είχε δώσει ακόμη και ομιλία στην Στοκχόλμη περί πολιτικών θεμάτων, όμως ξαφνικά βρέθηκε στην Ελλάδα. Ήταν πια ένας Ρώσος συνταγματάρχης στη Λάρισα.
Ο Ορέστης δεν γνώρισε ποτέ την αληθινή αγάπη, τον αληθινό έρωτα, που θα τον έκανε να ξεκολλήσει από αυτό που κατάντησε, ώσπου μια μέρα πήγε στο αρχαίο θέατρο της πόλης, για να παρακολουθήσει μια παράσταση που ανέβαινε εκεί. Καθώς συνεχιζόταν η παράσταση διέκρινε πάνω στη σκηνή μια αιθέρια παρουσία, που την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Η μεταμφίεση της θύμιζε Ολύμπια θεά και ο τρόπος που ερμήνευε το ρόλο της, τον έκανε να τη θαυμάζει όλο και περισσότερο.
Μόλις τελείωσε η παράσταση ο Ορέστης έτρεξε αμέσως να τη βρει για να τη συγχαρεί αλλά και να τη γνωρίσει. Μόλις κοίταξε ο ένας τον άλλον σιωπή…Εκείνη τη στιγμή γεννιόταν μια νέα αγάπη. Ο σκληρός και δύσπιστος συνταγματάρχης ήταν ένας ερωτευμένος άντρας. Την έλεγαν Μόνικα και ήταν μια ανερχόμενη ηθοποιός από την Αθήνα.
Ο καιρός περνούσε και η αγάπη τους , τους έδενε όλο και πιο πολύ.. Η γνωριμία με τη Μόνικα έκανε τον Ορέστη ευτυχισμένο. Ήταν και πάλι ο παλιός Ορέστης με τα όνειρα και την παιδική αθωότητα. Τον έκανε να ξαναπιστέψει στον εαυτό του, τον έκανε να ονειρευτεί ξανά.. Έτσι άρχιζε να ζωγραφίζει ξανά και να πιστεύει σε κάτι που ο πατέρας του είχε απαγορεύσει.
Μερικά χρόνια ο πόλεμος που κοντοζύγωνε τους βρήκε παντρεμένους. Ο Ορέστης είχε πραγματοποιήσει το όνειρό του και είχε γίνει ένας από τους καλύτερους ζωγράφους της εποχής του. Το ξεκίνημα του πολέμου τους τρομοκράτησε. Ο Ορέστης έπρεπε να φύγει για να πολεμήσει. Δεν είχε άλλη επιλογή.
Ο καιρός περνούσε και η Μόνικα αγωνιούσε περιμένοντας νέα από το μέτωπο. Τα νέα της εγκυμοσύνης της δεν είχε με ποιον να τα μοιραστεί. Η ζωή της συνεχίστηκε παίζοντας δραματικούς ρόλους στο θέατρο, περιμένοντας με λαχτάρα τον Ορέστη να γυρίσει και ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα κάτσει ξανά στην πρώτης σειρά να τη θαυμάσει όπως τότε.
Βιολέτα








Ημερολόγιο…

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Άρχισαν και πάλι τα σχολεία και η φιλόλογος μας έβαλε την καθιερωμένη έκθεση «Πως πέρασα το καλοκαίρι». Τι να κάνω και γω έγραψα για το ταξίδι μας στα Γιάννενα και το αγνάντεμα του νησιού του Αλή Πασά. Περιέγραψα τις ομορφιές της Πάργας και διηγήθηκα πως πέρασα πάνω από το γεφύρι της Άρτας. Και για να καλοπιάσω τη φιλόλογο έγραψα και τις εντυπώσεις μου από την τραγωδία «Ορέστης», που παρακολούθησα στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Αθάνατη Ρωμιοσύνη ακόμα και στις εκθέσεις του σχολείου μας βγάζεις ασπροπρόσωπους!
Ευτυχώς που δεν μας έβαλε έκθεση για το τι θα γίνουμε άμα μεγαλώσουμε! Γιατί δεν θα ήξερα τι να γράψω! Βλέπεις …δεν ξέρω ακόμα τι θα γίνω….»Να αποφασίσεις όσο μπορείς πιο γρήγορα», λέει η μάνα μου. «Μην κοιτάς τα άλλα τα ζα που δεν ξέρουν ακόμα». Από τις πρώτες μου ενθυμήσεις εκδήλωνα της επιθυμία μου να γίνω ζωγράφος. «Ζωγράφος; ! Μα αυτή είναι μια δουλειά χωρίς ελπίδα. Ζητιάνος θα καταντήσεις!» Μου λένε. «Αν ντε και καλά θες κάτι καλλιτεχνικό, διάλεξε την τέχνη του αγιογράφου. Και κοίτα να συνεχίσεις έτσι…Μη γίνεις κακός μαθητής και αναρχικός τώρα που τρέχεις όλη την ώρα σε διαδηλώσεις
Τώρα είναι πια βράδυ κι ακούγοντας το kuro siwo του Καββαδία σε μουσική Μικρούτσικου αφουγκράζομαι τις εσωτερικές μου φωνές.
Ζητείται ελπίς!

Δανάη







Η ιστορία του κακού μαθητή

…Ήμουν πάντα ο κακός μαθητής της τάξης. Όταν έφερα τον έλεγχο σπίτι, η μάνα μου σήκωσε τη γειτονιά στο πόδι από τις φωνές : «Παναγία μου, ζητείται ελπίς! Εγώ προσπαθώ να δώσω στο παιδί μου σωστή ανατροφή και αυτό μου το ξεπληρώνει έτσι τώρα. Ορέστη! Που κρύφτηκες βρε παλιόπαιδο; Βγες έξω κι έχουμε πόλεμο! Εις Πάργαν θα σε στείλω κακομοίρη μου! Στους παππούδες σου να δουλέψεις! Η χαρά θα σβηστεί από το πρόσωπό σου.»
Οι μεγάλοι είναι πάντα σταθεροί σε δύο πράγματα : πάντα υπερβάλλουν και πάντα κρατούν το λόγο τους. Το Σάββατο ήμουν κιόλας στο σιδηροδρομικό σταθμό της Πάργας και περίμενα τον παππού. Τ’ αγνάντεμα της πόλης ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω. Η μόνη μου παρηγοριά ήταν πως θα έβλεπα τους φίλους μου, τα δίδυμα Ερωτόκριτο και Ερωφίλη. Ο παχύς και ο αδύνατος, όπως τους αποκαλούσε ο Μπολιβάρ, ο ζητιάνος της γειτονιάς.
Τώρα είναι ώρα για ύπνο και η μαμά δεν είναι εδώ να μου πει το «Κοιμήσου αστρί». Μάλλον θα αρκεστώ στην εικόνα του παππού να φωνάζει αύριο το πρωί : «Ξυπνήστε βρε ζα! Θα πάμε τα ζα να βοσκήσουν.» Και τον Παπατρέχα να του φωνάζει να πάψει, γιατί είναι ακόμα πέντε το πρωί …..
Άννα










Το παραμύθι του παχύ και του αδύνατου
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς , ο Ερωτόκριτος και μια βασίλισσα, η Ερωφίλη. Έψαχναν κάποιο ικανό να τους υπηρετεί και να φροντίζει το παιδί τους το μικρό Ορέστη. Στο χώρο του θρόνου υποδέχονταν τους υποψήφιους έναν – έναν. Πρώτος μπήκε ένας ζητιάνος, ο οποίος άπλωσε πρώτα το χέρι του να του δώσουν δώρα ο βασιλιάς και η βασίλισσα και ο οποίος απορρίφθηκε αμέσως. Δεύτερη παρουσιάστηκε μια αρκούδα, η οποία τους είπε ότι ήταν η τελευταία αρκούδα της Πίνδου. Όμως την απέρριψαν κι αυτήν, διότι θα έμενε η Πίνδος χωρίς αρκούδες. Μετά παρουσιάστηκε ένας Ρωσοαγγλογάλλος, ο οποίος δούλευε στο χαρέμι ενός εμίρη ως μεταφραστής, αφού γνώριζε πολλές γλώσσες. Δεν μπόρεσε όμως να συνεννοηθεί με το βασιλιά για το πώς θα πληρώνεται και έτσι απορρίφθηκε και αυτός. Τέλος παρουσιάστηκαν δυο ασουλούπωτοι άνθρωποι, ο Παχύς και ο Αδύνατος. Ο Παχύς ήταν ο ζωγράφος και δίδασκε την τέχνη του αγιογράφου. Ο Αδύνατος που ήταν κακός μαθητής και δεν έμαθε ποτέ να ζωγραφίζει, δήλωσε ότι ο προπάππους του ήταν ο επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί Ι. Καποδίστρια. Ζητούσαν τώρα και οι δύο απεγνωσμένα τη δουλειά, χωρίς ελπίδα ότι θα τους δοθεί. Ο βασιλιάς όμως και η βασίλισσα εντυπωσιάστηκαν από το ταιριαστό δίδυμο και με πολλή χαρά τους εμπιστεύτηκαν το γιο τους.
Θωμάς

1 σχόλιο:

Hasan είπε...

Τέλιο παραμύθι θωμά :)