Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Νίκος Καββαδίας, 35 χρόνια χωρίς τον ταξιδιώτη της λογοτεχνίας


Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μιά μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν, από γονείς Ελληνες (Κεφαλλονίτες). Οταν ήταν πολύ μικρός, η οικογένεια γύρισε στην Ελλάδα.

Μερικά χρόνια μείνανε στην Κεφαλλονιά και από το 1921 ως το 1932 στον Πειραιά, όπου ο Νίκος Καββαδίας τέλειωσε το Δημοτικό και μετά το Γυμνάσιο. Μαθητής του Δημοτικού, έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Το 1929, πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγους μήνες αργότερα μπαρκάρησε ναύτης σε φορτηγό. Για μερικά χρόνια, συνέχισε να φεύγει με τα φορτηγά, να γυρίζει πίσω ταλαιπωρημένος και αδέκαρος, για να ξαναφύγει σε λίγο. Ωσπου αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή.



Αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος, μα είχε ήδη χάσει αρκετά χρόνια στις περιπλανήσεις του και το δίπλωμα τού ασυρματιστή ήταν πιό σύντομη λύση. Το πήρε το 1939 -- έγινε όμως ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, πήγε στρατιώτης στην Αλβανία κι έμεινε ξέμπαρκος στην Αθήνα, τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής.

Ξαναμπαρκάρησε το 1944 και ταξίδεψε αδιάκοπα, ως ασυρματιστής, σε όλο τον κόσμο, ως τον Νοέμβρη του 1974 -- τρείς μήνες πριν απ' το εγκεφαλικό επεισόδιο, στις 10 του Φλεβάρη, 1975.

Η Βάρδια, το μοναδικό του μυθιστόρημα, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1954. Η ποιητική συλλογή Μαραμπού κυκλοφόρησε το 1933, το Πούσι το 1947, και το Τραβέρσο το 1975. Τα μικρά πεζά Λι, και Του πολέμου/Στο άλογό μου κυκλοφόρησαν το 1987. Το "Λι" γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το 1995 με τίτλο "Between the Devil and the Deep Blue Sea".
Εμείς σήμερα ας ταξιδέψουμε με τον "ΙΔΑΝΙΚΟ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟ ΕΡΑΣΤΗ" - (Mal du depart)






Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Καράλης
Άλλες ερμηνείες: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας Φίλιππος Νικολάου

θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.
Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.
Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"
Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.
Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: