Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Οι μαθητές του Γ1 διαβάζουν και ερμηνεύουν Καβάφη


Απ τες εννιά
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή.
Πώς πέρασαν τα χρόνια. 

Διάλεξα αυτό το ποίημα , διότι μας μιλάει για τη διαδρομή της ζωής, δηλαδή πώς φτάνει κανείς από τα νιάτα στα γηρατειά. Βάζω τον εαυτό μου στη θέση του ποιητή τώρα που είμαι νέος και ξέρω ότι έχω να ζήσω πολλές ωραίες στιγμές , αλλά και λύπες. Ξέρω ακόμα ότι όλη η ζωή είναι μπροστά μου, αλλά ταυτίζομαι με τον ποιητή , όταν λέει πως δεν καταλαβαίνει πώς πέρασε η ώρα.Πράγματι η ζωή είναι πολύ μικρή σε διάρκεια και συχνά γερνάμε χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς πέρασαν τα χρόνια μας.
Φρίξος Αλέφαντος, Γ1




Ιθάκη
Το αγαπημένο μου ποίημα του Κ.Π.Καβάφη είναι η Ιθάκη .Αυτό το πανέμορφο και αλληγορικό ποίημα μου το απάγγελνε ο πατέρας μου πριν φύγω από τη Θεσσαλονίκη αλλάζοντας τα λόγια… Η Ιθάκη λοιπόν για μένα είναι η Θεσσαλονίκη. Αγαπημένοι μου στίχοι από το ποίημα είναι οι εξής:

…Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου……..

…..Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.


Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. 


Ταυτίζομαι απόλυτα με αυτό το υπέροχο ποίημα καθώς οι Ιθάκες σημαίνουν το θάνατο, το τέλος της ζωής. Γι αυτό πρέπει να ταξιδέψεις και να χεις όσες περισσότερες χαρούμενες στιγμές μπορείς – όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά». Δε διστάζω να πω ότι ο πατέρας μου μου το είχε πει τόσες φορές αυτό το ποίημα που με είχε κουράσει, αλλά πλέον μπορώ και γω να καταλάβω καλά την ομορφιά του και να χαμογελώ κάθε φορά που μου το διαβάζει.
Ιωάννα Ακριτίδου, Γ1





Ομνύει
Ομνύει κάθε τόσο       ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Aλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα            με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της,      και με τες υποσχέσεις της·
αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα              με την δική της δύναμι
του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει. 


Η πόλις
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες. 


Μου αρέσουν αρκετά ποιήματα του Καβάφη αλλά δυο από τα πιο αγαπημένα μου είναι η Πόλις που μας δίνει να καταλάβουμε ότι για να ζήσει ένας άνθρωπος ευτυχισμένος , ότι όλα αυτά για τα οποία ζούμε υπέυθυνος είναι μοναχά ο εαυτός μας και όχι ο τόπος που ζούμε- πράγμα με το οποίο συμφωνώ απολύτως. Το δεύτερο ποίημα που μου αρέσει πολύ είναι το Ομνύει .Μας μιλάει για τις αναμνήσεις που έρχονται στο μυαλό μας την νύχτα , την ώρα που έρχονται και οι αληθινές επιθυμίες στο μυαλό του.
Εύα Αλευροφά, Γ1





Το πιόνι
Πολλάκις, βλέποντας να παίζουν σκάκι,
ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
οπού σιγά-σιγά τον δρόμο βρίσκει
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ’ αρχίσουν
οι απολαύσεις του κ’ οι αμοιβές του.
Πολλές στον δρόμο κακουχίες βρίσκει.
Λόγχες λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι·
τα κάστρα το χτυπούν με τες πλατειές των
γραμμές· μέσα στα δυο τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
με δόλο να το κάμουν να σκαλώσει·
κ’ εδώ κ’ εκεί με γωνιακή φοβέρα
μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
απ’ το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.

Aλλά γλιτώνει απ’ τους κινδύνους όλους
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.

Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία·
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!

Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει
κ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,
για να την αναστήσει από τον τάφο
ήλθε να πέσει στου σκακιού τον άδη.
 



Διάλεξα αυτό το ποίημα του Καβάφη, γιατί πιστεύω ότι είναι μια πιστή απομίμηση της πραγματικότητας. Βασικά, απορώ πως ο Καβάφης κατάφερε να χωρέσει σε λίγες σειρές την πορεία μιας ολόκληρης ζωής , με τόση ακρίβεια. Κατάφερε να παρομοιάσει τη ζωή με το σκάκι και τους κανόνες του, μια αρκετά εύστοχη παρομοίωση . Το πιόνι είναι ο άνθρωπος που στην πορεία της ζωής του συναντά αμέτρητους εχθρούς, τους οποίους καλείται να αντιμετωπίσει. Μετά όμως από χιλιάδες βάσανα και κόπους αυτό το μικρό πιόνι έχει αποκτήσει σοφία, γνώσεις , αξίες και μπορεί να αντικρύσει το πραγματικό νόημα της ζωής. Πως κανένας δεν είναι περιττός και όλοι είναι χρήσιμοι. Ακόμα και γεγονότα που εμείς θεωρούμε ανάξια προσοχής .Αυτό το θέμα λίγο πολύ όλοι οι άνθρωποι το έχουμε.Όταν έχουμε κάποιον πάνω στη σκακιέρα μας τον περιθωριοποιούμε και μόνο όταν φύγει και χαθεί καταλαβαίνουμε την πραγματική αξία του , που δεν αναγνωρίσαμε και σύντομα θα καταλάβουμε πως είναι αργά.,… Τέλος καταλαβαίνουμε πως τίποτε στη ζωή δε γίνεται άδικα , όλα έχουν κάποιον στόχο και κάποιον σκοπό, καμιά θυσία στη ζωή δεν είναι άδικη.
Μάριος Αυγουλάς, Γ1





Φωνές
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει. 

Διάλεξα αυτό το ποίημα, διότι πιστεύω ότι εκφράζει τα κρυμμένα συναισθήματα μου. Άγγιξε τόσο πολύ την καρδιά μου σαν μια γερή γοθιά! Τα όνειρα είναι ψεύτικα, μόνο η ζωή είναι πραγματική. Πιστεύω ότι πρέπει να ζήσουμε τη ζωή μας και να μην κοιτάμε το παρελθόν.


Ζωγραφισμένα
Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ’ επηρέασε.        Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει.         Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί· τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πια για να το αποκοιμίσει. —
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.

Μόλις διάβασα το ποίημα αυτό ήρθε στο μυαλό μου αυτή η εικόνα: ενός αγοριού που κάθεται κοντά στη βρύση  σε ένα ωραίο τοπίο .Μου θυμίζει τον εαυτό μου , πως κάθομαι σαν ένα ερωτευμένο κοριτσάκι Από τα ποιήματα του Καβάφη φαίνεται ότι αγαπά αυτό που κάνει .Του είμαι ευγνώμων, διότι όποτε διαβάζω ένα ποίημα του , νιώθω ότι εμπλουτίζεται το μυαλό μου και προσαρμόζομαι πιο πολύ στη ζωή.
Ντουιγκού Γιαρίμαγα, Γ1 






Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. 

Το ποίημα που διάλεξα είναι η Ιθάκη διότι απηχεί κάτι σωστό για μας : ότι σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι. Δηλαδή ότι παρόλο που πρέπει να έχουμε έναν προορισμό , έναν σκοπό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε να φτάσουμε σε αυτόν, γιατί μπορεί τελικά να μην έτσι όπως νομίζαμε ότι θα ήταν. Θα πρέπει να απολαύσουμε, δηλαδή το ταξίδι , να πάρουμε γνώσεις να μάθουμε διάφορα από αυτό χωρίς  να ξεχνάμε όμως τον προορισμό μας.
 Παναγιώτης Δικταπανίδης, Γ1




Μονοτονία
Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί.
Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Ο λόγος που διάλεξα αυτό το ποίημα είναι πως ο χρόνος περνάει, χάνουμε σημαντικές στιγμές από τη ζωή μας , μετανιώνουμε για λόγια που είπαμε ή δεν είπαμε. Ο καιρός περνάει πολύ γρήγορα: δεν κατάλαβα πότε ήμουν στο δημοτικό και τώρα πάω Γ Γυμνασίου. Δεν πρόλαβα να χαρώ όσο έπρεπε να τα  παιδικά μου χρόνια . Όλο γκρίνια ήμουν για το πότε θα πάω στο Γυμνάσιο. Δεν κατάλαβα πότε άσπρισε η γιαγιά μου και άλλα πολλά….
Στο σχολείο όμως η ώρα του μαθήματος δεν περνάει γρήγορα. Τι κι αν περνάει, είμαστε ανυπόμονοι για το Σαββατοκύριακο και πάλι ξανά Δευτέρα. Έχω σταματήσει να είμαι ανυπόμονη διότι προσπαθώ να κρατήσω αναμνήσεις απ ότι κάνω γιατί σε λίγα χρόνια δε θα μπορώ να κάνω αυτά που κάνω τώρα. Περνάει ο καιρός, ας χαρούμε αυτή τη ζωή. Όπως λέμε και μεις οι νέοι :Χαμογέλα, η ζωή θέλει τρέλα!

Αργυρώ Ζαχαρίου, Γ1

Δεν υπάρχουν σχόλια: