Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Ο κόσμος είναι ένα τίποτε στα χέρια των δυνατών...


Δευτέρα 30 Απριλίου 1915
Σήμερα ήταν μια χαρούμενη μέρα ,καθώς εγώ και οι φίλοι μου θα πηγαίναμε σε μια άλλη χώρα γεμάτη από γρασίδι, λουλούδια και την  ομορφιά της άνοιξης. Δεν ξέραμε ακριβώς τον λόγο που θα πηγαίναμε αλλά από αυτά που είχε ακούσει ο φίλος μου ο Τζιμάκος από κάτι χωριάτες, ξέραμε πως, νομίζω τουλάχιστον, ότι θα πηγαίναμε στον ΠΌΛΕΜΟ. Εγώ είχα τρομάξει λίγο αλλά είχα τους φίλους μου να με παρηγορούν πως: «Δεν είναι τίποτα, μωρέ!» , «Ο ΠΌΛΕΜΟΣ θα είναι ο παράδεισος όλων τον γαϊδουριών, θα το δεις>» μ'αυτά και εκείνα ηρέμησα λίγο. 'Έλεγα στον εαυτό μου πως θα τα περάσω τέλεια, και αυτό θα έκανα! Αργότερα ήρθε ένας άλλος, από το χωριό κι αυτός,και μας μάζεψε από τα χωράφια για να πάμε που... δεν ξέρω . Το μόνο που ήξερα ήταν πως η περιπέτεια για τον παράδεισο αρχίζει τώρα! Κάναμε περίπου μια ώρα για να φτάσουμε στον προορισμό μας. Τα χαμε φτύσει. Μετά αρχίσαμε να διακρίνουμε το λιμάνι. Ναι αυτό ήταν το λιμάνι. Εείχε και κάτι που έμοιαζε με πύργο για να μας μας μεταφέρουν από την στεριά στο πλοίο, μάλλον.Εκεί ένας γέρος γάιδαρος άρχισε να κλοτσάει (παντού)φωνάζοντας σαν τρελός: «Όχι,όχι πάλι!» .Εμείς  διακριτικά συνεχίσαμε να περπατάμε αδιαφορώντας για την κρίση πανικού που είχε.Ο χωριάτης τον τράβηξε με όλη του την δύναμη για να΄ρθει.Ήρθε λέγοντας στον εαυτό : «τουλάχιστον θα πεθάνω, για να μην ξαναπατήσω σε χαρακώματα ΠΌΛΕΜΟΥ» .Αυτόν τον γέρο τον περνούσαν όλοι για τρελό. Με αυτά που έκανε,λογικό. Τότε αρχίσανε να σηκώνουν ένα ένα τα γαϊδουράκια με αυτόν τον πύργο. Ήρθε η σειρά μου. Εγώ γεμάτος χαρά περίμενα τους ανθρώπους να με δέσουν. Με έδεσαν σφικτά, πολύ σφικτά, δεν το είχα καταλάβει αλλά ήμουν πάνω από την ΘΆΛΑΣΣΑ. Όλο αυτό είχε πλάκα! Γύριζε το σχοινί από δω κι από κει  που σε έκανε να κάνεις εμετό.Εγώ τουλάχιστον δεν έκανα, οι άλλοι όμως ναι. Δεν με ενδιέφερε που ζαλιζόμουν, αφού ήμουν τόσο χαρούμενος. Να φανταστείς  έβλεπα τους ανθρώπους σαν μυρμήγκια. Πάτησα στο πλοίο και ήμουν ο τελευταίος στην σειρά οπότε το πλοίο άρχισε να φεύγει.
                                                                                                       
  Πέμπτη 03 Μαΐου 1915   '
Ήταν τρεις ή τέσσερις μέρες;Δεν ξέρω,έχασα τον λογαριασμό. Διψούσα, πεινούσα. Μας είχαν βάλει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο μαζί. Ημασταν κολλητά, τόσο κολλητά που ούτε να ξαπλώσεις δεν μπορούσες. Οπότε μπορείς να φανταστείς τον πόνο που ένιωθαν τα πόδια μου, άσε που κρατούσαμε και κάτι σακίδια. Ακούσαμε κάποιον να φωνάζει: «Στεριά!!!» .Εμείς όλοι χαρήκαμε με τα νέα καιιιι...άνοιξε η πόρτα και μας έβγαλαν ένα ένα. Είδαμε το φως του ήλιου μετά από πολύ καιρό. Ήταν τέλεια! Πατήσαμε στεριά και μας έκανα να περπατήσουμε άλλη μια ώρα χωρίς σταματημό, ούτε για να πιούμε νερό. Φτάσαμε σε μια  έρημη περιοχή χωρίς γρασίδι, λουλούδι, την ομορφιά της άνοιξης. Αρχίζαμε και βλέπαμε σκοτωμένους ανθρώπους - κάποιες φορές μόνο χέρια και πόδια, ώσπου είδαμε μια τεράστια βόμβα να΄ρχεται πάνω μας. Εγώ έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα! Καθώς πλησίαζε ο τρελός γέρος δεν κουνιόταν ,λες και ήξερε, ήξερε τον ΠΌΛΕΜΟ και το πόσο φρικτός είναι. Όμως εγώ δεν ήξερα και γιαυτό και ήρθα, δεν έπρεπε. Καθώς σκέφτομαι όλα αυτά η βόμβα σκάει και ο γέρος ηρεμεί τελικά! Έτρεξα για να φύγω από δω, ένας άνθρωπος όμως με έπιασε από το σχοινί, με τράβηξε πολύ δυνατά, δεν άντεχα άλλο.
Χριστάνα Μπάρδι, Γ4







Ημέρα 1η
Σήμερα, καθώς καθόμουν αμέριμνος στο λιβάδι και έτρωγα το μεσημεριανό μου, βλέπω ξαφνικά δύο ανθρώπους να με πλησιάζουν. Ωραία, σκέφτηκα θα έχω επισκέψεις. Τόσες μέρες μόνος, βαρέθηκα! Όταν πλησίασαν, άρχισαν να με τραβάνε, λέω βόλτα θα θέλουν να πάμε, τι να κάτσουμε τώρα εδώ μέσα στα χόρτα. Βέβαια, πρέπει να βιαζόντουσαν να κάτσουμε κάπου να πούμε τα νέα μας, γιατί συμπεραίνοντας από το πόσο γρήγορα πηγαίναμε, είχαν μεγάλη ανυπομονησία να τα πούμε. Μετά από λίγη ώρα, είδα πως κατευθυνόμαστανπρος ένα πλοίο. Μα τέτοια τιμή, τέτοια φιλοξενία δεν την έχω ξαναδεί όλα τα γαϊδουρίσια μου χρόνια. Επίσης, εκτός αυτού, η μεταφορά μέσα στο πλοίο ήταν τέλεια! Το ότι θα πετάω πάνω από τη θάλασσα, δεν το είχα φανταστεί ποτέ! Που 'σαι μάνα να με καμαρώσεις! Ελπιζω και εκεί που θα πάω να είναι εξίσου όμορφα όπως τώρα!

Ημέρα 2η
Όταν φθάσαμε, το μέρος ήταν πολύ όμορφο, αλλά για κάποιο λόγο ένιωθα μια ανατριχίλα μέσα μου, σαν να συνέβαινε κάτι κακό στο μέλλον. Ιδέα μου θα είναι, τώρα πρέπει να διασκεδάσω με τους καινούριους μου φίλους και όχι να σκέφτομαι τέτοια. Μας πήγαν σε ένα μέρος, που όλοι κρυβόντουσαν, κανένα παιχνίδι θα είναι. Ξαφνικά, βλέπω ανθρώπους και κάποιους από τους καινούριους μου φίλους να πέφτουν κάτω με κλειστά μάτια και να μην σηκώνονται ξανά. Μα τι στο καλο; Τόσο πίσω έχω μείνει και δεν τα ξέρω εγώ αυτά τα παιχνίδια; Εκείνη τη στιγμή, νιώθω να μου βάζει κάποιος κάτι πάνω στην πλάτη μου και απ'όσο είδα είναι... Όχι δεν μπορεί να είναι, τέτοια χρησιμοποιούν μόνο στους πολέμους. Ακούω κάποιον να φωνάζει "Πόλεμος". Κατάλαβα πως όντως αυτά που κουβαλούσα ήταν πυρομαχικά. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν, καλύτερα που δεν είσαι εδώ μάνα, γιατί αντί να με καμάρωνες θα ντρεπόμουν!
Κατερίνα Πατάκου, Γ4






Αγαπητό μου ημερολόγιο ,

      Το αποπνικτικό χάος που δημιουργούν οι άνθρωποι με τον πόλεμο όλο και διευρύνεται .  Έχει τόσο μεγάλη αρνητική επιρροή στην ζωή μας… Δεν αντέχω άλλο… Ώρες ώρες μου έρχεται να πηδήξω από κανέναν γκρεμό, τουλάχιστον τότε θα είμαι ελεύθερος. Το μόνο που με κρατάει από το να το κάνω αυτό , είναι η μικρή ελπίδα που κρατώ μέσα μου… Ότι κάποτε… θα τελειώσει όλο αυτό… θα επιστρέψω στους δικούς μου… στους φίλους μου.. Κάπου εκεί θυμάμαι ότι όλοι αυτοί έχουν πεθάνει στον πόλεμο … και λέω τουλάχιστον ας υπάρχει ειρήνη…

          Το ίδιο σκηνικό , επαναλαμβάνεται κάθε μέρα … Εκεί που προσπαθώ να ξεφύγω, να με φορτώνουν με πυρομαχικά. Να με τραβολογάνε στα χώματα, να με χτυπάνε , να με μαστιγώνουν για να κουνηθώ, να με καβαλάνε , να πονάω. Εγώ , να κλαίω, αφού δεν μπορώ όυτε να περπατήσω καλά καλά , επειδή υποσιτίζομαι . Σε κάποια φάση , όλα ηρεμούν . Και σκέφτομαι…. Μήπως τελείωσαν όλα; Περιμένω ακόμα λίγο . Βλέποντας να μην αλλάζει κάτι , ορμάω να φύγω. Σε περίπου δέκα βήματα που κρύβομαι πίσω από ένα δέντρο , ακούω ξανά τους πυροβολισμούς. Και να σου πάλι να με τραβάνε , να με χτυπάνε , και να με ρίχνουν απότομα σε χαρακώματα , πολύ σιδερίλα ρε παιδί μου. Να τραυματίζομαι , να κλαίω κι άλλο , να απορώ.  Αλλά οι άνθρωποι εκεί . Ξύλο, καταπίεση , παραλογισμοί . Ιδιοτέλεια, απληστία , τραυματισμοί .. Όλα.. Όλα του κόσμου τα κακά μαζί . Και κάπου εκεί , σταματάω να κλαίω και συμβιβάζομαι με αυτό που θέλω , γιατί δεν πα να κλαίω και να χτυπιέμαι ; Κερδίζω τίποτα; Αυτό γίνεται σχεδόν κάθε μέρα . Σπάνια , τους ξεφεύγω, αλλά με ξαναβρίσκουν … Εκεί πια , τρώω , στην κυριολεξία , πάρα πολύ ξύλο.

Τις προάλλες , πάλι σε στρατιωτική εκστρατεία , σκότωσαν την Αριάδνη και τον Πέτρο για να ρίξουν τους ανθρώπους που τα καβαλούσαν κάτω. Την αδερφή μου Τασία , την σκότωσαν επειδή είχε τρία πόδια και δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει . Αυτό με εξόργισε πάρα πολύ . Μια μέρα ένας στρατιώτης σκότωσε τον Κωστή μπροστά στα μάτια μου , επειδή έκλαιγε. Και εγώ , το κακόμοιρο , είχα τόσα νεύρα μέσα μου… Κούνησα απότομα την ράχη μου , ο στρατιώτης επιβάτης έπεσε κάτω , έγινε ένα με το χώμα . Άρχισα να τρέχω, να τρέχω … Να τρέχω… Ένιωθα ελεύθερος … ξένοιαστος… Χαρούμενος … Είχα απομακρυνθεί αρκετά … «Τόσο εύκολο ήταν τελικά ;» είπα από μέσα μου…. Και συνέχισα. Έλα μου όμως που δεν ήταν έτσι . Ο στρατιώτης είχε σηκωθεί , με στόχευσε , με πυροβόλισε στο πόδι. Έπεσα , ούρλιαζα.. Με πλησίασε . Με κοιτούσε με ένα διφορούμενο ύφος. Από την μια με μίσος, από την άλλη με λύπη. Φώναξε: «Γιατί με ανάγκασες να το κάνω αυτό , ε; Νομίζεις ότι εμείς το επιλέγουμε όλο αυτό; Ε; Μας αναγκάζουνε».. Είχε δακρύσει … Ένιωθε άσχημα… Μου ερχόταν να του πω … « Ναι ρε αγόρι μου.. Σε αναγκάζουν να πολεμήσεις … Εμείς τι φταίμε;» , αλλά το άφησα γιατί μόνο κάτι γκαρίσματα θα άκουγε. Μέχρι να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου , ένας στρατιώτης , με σήκωσε, έκατσε πάνω μου , και με χτυπούσε για να ξεκινήσω. Εγώ αναγκάστηκα , παρόλο που είχα την σφαίρα , καρφωμένη στο πάνω μέρος του ποδιού μου . Έβλεπα το αίμα , μου … κατακόκκινο .. Σαν τις στολές των στρατιωτών. Με την λιγοστή δύναμη που μου είχε απομείνει , σήκωσα το κεφάλι μου . Για ποιο πράγμα , να στενοχωρηθώ πρώτα; Για τα ματωμένα λουλούδια, για τους αμέτρητους σωρούς ανθρώπων , για τους νεκρούς φίλους μου , για την κατάντια του κόσμου; Γιατί να καταστρέφουν την φύση και τα ζώα για 3-4 εδάφη; Γιατί δεν σκέφτονται πριν πράξουν; Γιατί ενώ λένε πως έχουν λογική , παραλογίζονται τόσο εύκολα; Γιατί ε; Ο στρατιώτης, συνέχιζε να με βαράει , εγώ δεν έκλαψα για πρώτη φορά. Έψαλλα από μέσα μου την κομματάρα του Σφακιανάκη «Αχ να’ ξερα ποια μέρα θα πεθάνω… Γενέθλια του θανάτου μου να κάνω» Για να μου έρθει αυτό στο μυαλό, είπα : «τώρα δυστυχώς , είναι η στιγμή….»

Έπεσα κάτω δακρυσμένος . Έβλεπα τον κόσμο να χάνεται . Ήρθε ένα παιδάκι … Με χάιδεψε , μου είπε … «γιατί να υποφέρεις και εσύ;» . Το τελευταίο με πέθανε .. Άρχισα να κλαίω , να παραπονιέμαι . Ήτανε αρχές άνοιξης .. Αντί να τρέχω σαν το χαζό , πάνω κάτω και να πέφτω στην αγκαλιά των δικών μου,  αντί να βλέπω την φύση , την χαρά του θεού.. Αντί να μυρίζω τα λουλούδια , είμαι εδώ κάτω, παρακολουθώ τον υπόκοσμο , και ανθρώπους να θεωρούν την ζωή κατώτερη αξία από το χρήμα . Δεν αναρωτιόμουν πια γιατί… Είχα καταλάβει, ότι απλά δεν σκέφτονται τους άλλους, αδιαφορούν για τις συνέπειες . Ο κόσμος θα είναι ένα τίποτα στα χέρια τους.. Ένα μάτσο άπληστοι χωρίς συναισθήματα , να κολυμπάνε στα κέρδη , και ένας ολόκληρος πληθυσμός, να αφήνει την τελευταία του πνοή … Μέσα στον πόνο και στα αίματα, μέσα στα σίδερα και τα χώματα, μακριά από τους δικούς του. Μέσα στις τρύπες, στους πυροβολισμούς, στα κλάματα. Μέσα στο ψέμα…

Ξαφνικά , εμφανίστηκαν τα αεροπλάνα , μια γιγάντια μαύρη μπάλα , έσκασε πάνω μου . Με αυτόν τον τρόπο , η τελευταία μου πνοή , κόπηκε στην μέση.

Και έτσι , είμαι ευτυχισμένος … Εδώ , ψηλά.. Είμαι με τους δικούς μου , και είμαι καλά. Βρήκα και στυλό να γράψω … Είμαι πολύ χαρούμενος , ενθουσιασμένος που είμαι εδώ , όλα είναι ήρεμα .Ναι μεν είμαι χαμένος στο παιχνίδι της ζωής, αλλά δεν παύω να είμαι νικητής στην διεκδίκηση της ψυχικής ελευθερίας , της ησυχίας , και της αιώνιας , μεταθανάτιας , ευχάριστης ζωής..

 Περής Γεώργιος , Γ'4 ,




Δεν υπάρχουν σχόλια: