Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Το γιοφύρι της Άρτας (η κωμική παραλλάγή του Χρίστου)

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες γιοφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογούν οι μάστορες και κλαιν οι μαθητάδες.
"Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται.
"Πουλάκι εδιάβη κι έκατσεν, αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
" αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.


















Τ άκουσε ο πρωτομάστορας κι απ τη χαρά πετάει,
δυο χρόνια τώρα με άλλες την απατάει.
Κάνει να βγάλει κινητό, μήνυμα να της στείλει
μα εκείνη κουτσομπόλευε μαζί με μια φίλη.

Ενώ ετοιμαζότανε και έβαζε και λακ
είδε τότε το μήνυμα και έκανε call me back.
Την παίρνει ο πρωτομάστορας και εκείνη απαντάει
"Αντρούλη μου λέγε , τι θες;Με σένα άλλο δεν πάει"
Της λέει πως πρέπει στο γιοφύρι για βοήθεια να έρθει
όμως εκείνη σκέφτεται από μέσα της: βρε τον ψεύτη!

Με τα πολλά ο πρωτομάστορας την έπεισε να πάει
και δυο σουβλάκια της παρήγγειλε αμέσως για να φάει.
Κατέφτασε η γυναίκα του μα εκείνος είχε φύγει,
είχε πάει σινεμά να δει τον Κοντοπίδη.
Ενώ εκείνος έλειπε, αυτή άκουσε για το στοίχειωμα
και του στησε ενέδρα να μπει αυτός στο τοίχωμα.

Με τους μαστόρους τα συμφώνησε ψέματα να του πούνε
τάχα πως μες στην κάμαρα διαμάντια λαμποκοπούνε.
Σαν ήρθε ο πρωτομάστορας πίστεψε τους μαστόρους
στην κάμαρα θα κατέβαινε μόνο υπό δύο όρους.
Πρώτα θα τον βοηθούσανε ν ανέβει πάλι απάνω
και στη γυναίκα του δε θα λεγαν τίποτα παραπάνω.















Κρυμμένη η γυναίκα του τ άκουγε όλα αυτά
μα από μέσα της εγέλαγε κρυφά. σατανικά.
Κατέβη ο πρωτομάστορας να έβρει τα διαμάντια
όμως βρήκε την κάμαρα ολωσδιόλου άδεια.
Πήγε απο πάνω η γυναίκα του κι άρχισε να τον χτίζει
μα τελικά το μόνο που ήξερε ήταν να κακαρίζει.

Έσπευσαν οι μάστοροι τη γυναίκα να βοηθήσουν
μήπως και δουν άσπρη μέρα και το γεφύρι χτίσουν.
Σαν τέλειωσε το στοίχειωμα αυτή βρήκε τον Κώστα
και πήγανε στον Πίκουλα και φάγανε κομπόστα!!!

Χρίστος Γερογιάννης, Γ1




 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Η κυρία Λίνα!


Πρώτες μέρες στο σχολείο και έρχονταν διάφοροι καθηγητές στην τάξη. Άλλοι άρχιζαν το μάθημα αμέσως και άλλοι έμπαιναν στον κόπο να μας γνωρίσουν πρώτα.

Εντύπωση μας έκανε μια καθηγήτρια διαφορετική από τις άλλες που δεν ντυνόταν σαν να ήταν στα 200 π.Χ.-όπως οι περισσότερες- και δεν ήταν ποτέ κατσουφιασμένη. Αντίθετα ήταν μες στη χαρά και πάντα με ένα μεγάλο χαμόγελο. Φαινόταν καλή και γλυκιά, αλλά όταν μιλούσε σοβαρά, μιλούσε σοβαρά. Δεν της πήρε πολύ καιρό να μας κερδίσει. Έκανε το μάθημα ενδιαφέρον και κατανοητό ταυτόχρονα. Τώρα όλοι συμμετείχαν και παρακολουθούσαν στο μάθημα. Όλη η τάξη άρχισε να βελτιώνεται. Ακόμα και ο Ορέστης που ήταν κακός μαθητής από 11 στα Αρχαία ανέβηκε στο 16!
 

Αυτό που την έκανε διαφορετική ήταν ότι δεν έβαζε τις φωνές αλλά καθόταν να συζητήσει μαζί μας και να κάνει με καλύτερο τρόπο να καταλάβουμε τα λάθη μας.

Το μόνο ελάττωμα της ήταν ότι μας έβαζε πολλές ασκήσεις .Όταν όμως παραπονιόμασταν μας εξηγούσε ότι το έκανε για μας, για να μάθουμε. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ ούτε εγώ ούτε το υπόλοιπο περσινό Β5!

Ιωάννα Σεβαστάκη, Γ4

Όσο μπορείς να ερωτεύεσαι.


Αγαπητό ημερολόγιο

Σήμερα στο σχολείο γνώρισα τον Ορέστη. Ο Ορέστης είναι ο κακός μαθητής της τάξης αλλά και ο πιο όμορφος. Από τη στιγμή που τον γνώρισα η χαρά που νιώθω μέσα μου είναι απερίγραπτη. Αλλά από κείνη τη στιγμή που τον είδα άρχισε να αποσπάται  η προσοχή μου από το μάθημα. Έβλεπα συνέχεια τα τριαντάφυλλα στο παράθυρο της τάξης μου και σκεφτόμουν τον Ορέστη,  αγνοώντας φυσικά τις φωνές της δασκάλας. Αφού σκέφτηκα πολλές ώρες συμπέρανα (μεταξύ μας αυτό) ότι όσο μπορείς στη ζωή σου πρέπει να ερωτεύεσαι χωρίς να ντρέπεσαι για κάτι.

Αθηνά Βαρθακούρη, Γ1

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις


Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, κάθε καλοκαίρι το περνούσα στο χωριό της γιαγιάς μου κοντά στα Χανιά. Αυτό που μου άρεσε πάντα σε εκείνη ήταν ότι κάθε βράδυ μου έλεγε και μια ιστορία από τα απομνημονεύματα της. Επίσης συνήθιζε να μου μιλάει για τον παππού μου, τον Ορέστη. Πέθανε νέος και δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω , αλλά μέσω της γιαγιάς ένιωθα ότι τον ήξερα καλά.

Αναφερόταν συχνά σε ιστορικά γεγονότα, όπως και στον Κρητικό πόλεμο καθώς και στους ήρωες που πολέμησαν για τη χώρα μας. Πολλές φορές την άκουγα να λέει πως οι άνθρωποι τότε δεν είχαν καμιά σχέση με τα ζα που ζουν σήμερα στην Ελλάδα. "Έχασαν οι Ρωμιοί τη Ρωμιοσύνη τους ",έλεγε στη μητέρα μου και έπειτα ακούγονταν φωνές στην κουζίνα. Εκείνη η φράση δεν καταλάβαινα τότε τι σημαίνει. Τώρα όμως που μεγάλωσα κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η γιαγιά.

Φαίδρα Αλεφάντου Χριστοπούλου, Γ1

Ο βίος μου


Όταν πρωτοξεκίνησα το σχολείο , οι γονείς μου έβλεπαν πως ήμουν κακός μαθητής. Έτσι αποφάσισαν να με στείλουν να δουλέψω στον κύριο Μπολιβάρ. Τότε η χαρά σβήστηκε από το πρόσωπο μου. Πήγα να τον βρω στην ταβέρνα που λεγόταν Ορέστης. Μόλις έφτασα, άκουσα πολλές φωνές από μέσα. Μπήκα και τον είδα να κάθεται μόνος σε ένα απόμακρο τραπέζι. Κάθισα μαζί του και μιλήσαμε. Μου είπε να γίνω ζητιάνος, μια δουλειά χωρίς ελπίδα. Καθώς δεν μπορούσα να αρνηθώ, ξεκίνησα την αμέσως επόμενη ημέρα.

Φόρεσα βρώμικα ρούχα και στήθηκα κοντά στην τράπεζα. Περίμενα αρκετές ώρες ώσπου να έρθει  η πρώτη είσπραξη. Τέλειωσα το βράδυ και γύρισα στο σπίτι λέγοντας στους γονείς μου πως ήταν φριχτά και δεν θέλω να ξαναπάω. Ζητείται ελπίς φώναξα και τους έπεισα. Τώρα το πρωί πάω στο σχολείο και το απόγευμα δουλεύω στα υαλοπωλεία. Είμαι αρκετά ευχαριστημένος, αλλά το όνειρο μου είναι να γίνω ζωγράφος.

Χρήστος Γιαννόπουλος, Γ1

Ερωτική ιστορία.


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άντρας που λεγόταν Ορέστης . Ο Ορέστης είχε παντρευτεί, αλλά ο γάμος του δεν κράτησε πολύ, διότι η γυναίκα του πέθανε. Το περιστατικό συνέβη όταν πήγαν διακοπές στην Άρτα. Καθώς περπατούσαν η κοπέλα σκόνταψε και έπεσε από το γιοφύρι της Άρτας μέσα στο ποτάμι. Ο άντρας μόλις την είδε πήδηξε στο νερό, αλλά όμως δεν κατάφερε να τη σώσει. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η κοπέλα χάθηκε, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη για δυο χρόνια.

Ένα βράδυ οι φίλοι του τον πήραν μαζί τους για ένα ποτό, μήπως γίνει καλύτερα , διότι είχαν περάσει δυο χρόνια και εκείνος ακόμα ήταν σε κατάθλιψη. Καθώς περπατούσε για το σπίτι του το ίδιο βράδυ έγινε η αναπάντεχη γνωριμία με τη Μόνικα .Εκείνο το βράδυ μόλις την είδε ένιωσε κάτι το περίεργο: ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.
 

Το επόμενο βράδυ βγήκαν μαζί και ο Ορέστης από θλίψη ένιωσε τώρα χαρά. Στο τέλος της ωραίας αυτής βραδιάς ο Ορέστης συνόδευσε τη Μόνικα στο σπίτι της .Μετά από λίγη ώρα έριξε μια πέτρα στο παράθυρο της και αυτή όταν το άνοιξε είδε τριαντάφυλλα στο παράθυρο της. Ακριβώς δίπλα είδε ένα ποίημα που λεγόταν Τα πάθη της βροχής και ξεκινούσε λέγοντας :Δώρο ασημένιο ποίημα…. και τελείωνε λέγοντας :τα δώρα δεν είναι το παν. Μετά από ένα χρόνο παντρεύτηκαν και ο Ορέστης είπε: Τώρα πια θα είμαι χαρούμενος για πάντα!

Αντώνης Ανθούλης, Γ1

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Μια ακόμη μέρα ανεργίας..


Και πάλι ξεκινάει μια μέρα ανεργίας και αναζήτησης για δουλειά.Κάθε φορά που διαβάζω
μια αγγελία στην εφημερίδα λέω:Τώρα! είναι η μεγάλη μου ευκαιρία, αλλά στη συνέχεια η κατάσταση εξελίσσεται πάντα σε τραγωδία.
Σκέφτομαι όμως από μέσα μου:στο σχολείο δεν ήμουν κακός μαθητής.Σχεδόν κάθε βράδυ προσευχόμενος λέω από μέσα μου :Ζητείται ελπίς.Προσπαθώ έστω και με τα λιγοστά λεφτά που έχω να δίνω χαρά στο παιδί μου με μικρά δώρα.Κι αυτό πολλές φορές με ρωτάει :μπαμπά πότε θα πάμε να δούμε το αρχαίο θέατρο με τον Ποσειδώνα και δεν ξέρω τι δικαιολογίες να βρω.Ελπίζω στο τέλος να μην καταλήξω ζητιάνος.Έτσι είναι πια η καθημερινότητα τα τελευταία χρόνια.
Γιάννης Γεωργιόπουλος, Γ1