Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

"Εσύ δεν θα φας τον μπαμπά, έτσι; " - ( "Ένα αβγό κίντερ για το παιδί", του Χρήστου Οικονόμου)




Στα πλαίσια του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β’ Λυκείου και της ανάγνωσης ολόκληρου λογοτεχνικού έργου από τ@ς μαθητ@ς επιλέχθηκε το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις». 16  διηγήματα με ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο , που αποδέχονται τη μοίρα τους με αξιοπρέπεια και χωρίς μοιρολατρία. Ιστορίες που μιλούν για την κοινωνική αδικία και την ανέχεια .

Τα κεντρικά πρόσωπα του συγγραφέα προέρχονται από την εργατική τάξη και είναι πρόσωπα ακυρωμένα από την ίδια τους τη ζωή. Απολυμένος πατέρας που αναζητά τροφή για το παιδί του, ηλικιωμένοι που μοιράζονται τις σκέψεις τους γύρω από τη φωτιά περιμένοντας ένα εισιτήριο για το ΙΚΑ, εργάτης σε βιοτεχνία με παγάκια που απαγγέλει ισπανική ποίηση , ζευγάρια που ζουν με την αγωνία του χρέους , ένας βουβός διαδηλωτής, το εργοστάσιο της ΔΕΗ και τα συνοικιακά καφενεία που άντρες θαμώνες μοιράζονται τις ιστορίες της ζωής τους.

Στην τάξη μελετήσαμε το διήγημα «Κι ένα αβγό κίντερ για το παιδί» και τα υπόλοιπα ανατέθηκαν στ@ς μαθητ@ς με φύλλο εργασίας . Στο απόσπασμα από το συγκεκριμένο διήγημα παρακολουθούμε την τραγική ιστορία ενός άνεργου πατέρα, που έχει φτάσει στα όρια της απόλυτης ανέχειας μην έχοντας να ταΐσει το ανήλικο παιδί του. Όλη η ιστορία εκτυλίσσεται τη Μεγάλη Πέμπτη- διόλου τυχαία επιλογή η εβδομάδα των Παθών. Αφού ολοκληρώθηκε η ερμηνευτική προσέγγιση του κειμένου η εργασία που ανατέθηκε στ@ς μαθητ@ς ήταν η αναδιήγηση της ιστορίας μέσα από τα μάτια του μικρού παιδιού. Ακολουθούν οι εργασίες των μαθητών , πολύ συγκινητικές και αρκετά λογοτεχνικές . Ευχαριστώ πολύ το συνάδελφο Δημήτρη Χριστόπουλο για την ενθάρρυνση. Εδώ θα βρείτε την εξαιρετική παρουσίαση του για τη διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου στη Β΄Λυκείου. 



Με ξύπνησε η κοιλιά μου πάλι, το πιστεύεις; Πεινούσα πολύ, δηλαδή ακόμα πεινάω, και το είπα στον μπαμπά και μου είπε πως θα φύγει για λίγο και πως θα γυρίσει και να μην φοβάμαι οπότε τώρα τον περιμένουμε. Μου είπε να ξανακοιμηθώ και πως όταν θα ξυπνήσω πάλι θα είναι πίσω και θα έχει φέρει    τόσο φαγητό που δεν θα πεινάσουμε για μέρες. Το προηγούμενο Πάσχα ο μπαμπάς είχε καταφέρει να φτιάξει το πιο νόστιμο φαγητό για τους δύο μας.

  Μπορεί να μην το έχεις παρατηρήσει επειδή δεν είχαμε γίνει φίλοι ακόμα τότε,  αλλά ο μπαμπάς έχει αλλάξει πολύ. Τώρα έχει ζαρώσει το πρόσωπό του. Σαν να τον έχει ζωγραφίσει η κούραση με μαρκαδόρους στον ύπνο του. Τα μάτια του και το στόμα του έχουν γείρει . Ναι, δείχνει πιο πολύ σαν παππούς. Παλιά τα μαλλιά του ήταν καφέ και όχι γκρίζα όπως τώρα και το πρόσωπό του δεν έμοιαζε έτσι. Τώρα δείχνει σαν να του ρούφηξε όλη την ενέργεια η σκούπα. Οι παππούδες κλαίνε; Μην του πεις ότι στο είπα αλλά έχω δει τον μπαμπά να κλαίει. Κοιμόμασταν και τον άκουσα που έκλαιγε και γύρισα να τον δω και κάλυπτε με το χέρι το στόμα του και όταν με είδε σκούπισε γρήγορα τα δάκρυα του και μου ζήτησε συγγνώμη. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν στενοχωρημένος και όταν τον ρώτησα δεν είπε τίποτα και με πήρε αγκαλιά. Πλέον όμως ο μπαμπάς φοβάται να με πάρει αγκαλιά. Στις αρχές όταν έχασε τη δουλειά ήμασταν συνέχεια μαζί. Όταν σχολούσαμε με περίμενε από έξω και μετά με έκανε μεγάλη βόλτα μέχρι να φτάσουμε πάλι σπίτι. Και όταν βλέπαμε ταινίες μαζί πριν πουλήσει το λαπτοπ καθόμασταν αγκαλιά στην ίδια κουβέρτα. Τώρα ντρέπεται. Τα μάτια του δείχνουν κάπως τρομακτικά πλέον, δεν ξέρω, αστράφτουν σαν να είναι από γυαλί και φοβάμαι πως αν δεν στηρίζεται καλά θα πέσει από το βάρος με το πρόσωπο μπρος. Θυμάσαι πως με κοίταξε όταν σε γνωρίσαμε; Έτσι.

Πριν αρχίζει να γουργουρίζει η κοιλιά μου έβλεπα ένα άσχημο όνειρο. Πολύ άσχημο, καταλαβαίνεις; Ήμουν στο σχολείο και είχαμε διάλειμμα και ήταν και ο μπαμπάς. Καθόμασταν στο μέρος που κάθομαι πάντα πίσω από εκείνο το ψηλό δέντρο με τα μοβ λουλούδια δίπλα στα κάγκελα αλλά δεν φοβόμουν μην με βρουν οι δασκάλες. Εκείνος καθόταν δίπλα μου ξαπλωμένος και είχε τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από την κοιλιά του. Κάποια στιγμή ακούσαμε όλα τα παιδιά να φωνάζουν και να τρέχουν προς το αμφιθέατρο δίπλα από την μεγάλη καγκελόπορτα και σήκωσα τον μπαμπά και τρέξαμε και εμείς,  αλλά εκείνος κούτσαινε. Ήταν όλα τα παιδιά μαζεμένα και μερικά κλαιγανε και μέχρι και ο Χρήστος που με πειράζει δεν μου έδωσε σημασία. Το αμφιθέατρο έμοιαζε σαν το κλουβί από τον ζωολογικό αλλά στη μέση  ήταν μια μεγάλη φωτιά.  Πολύ μεγάλη φωτιά και το δέντρο που θυμάμαι είχε γίνει μαύρο και μύριζε καμένο παντού. Ο μπαμπάς άρχισε να μην νιώθει καλά και έπεσε κάτω και άρχισε να σέρνεται και να φωνάζει και ξαφνικά μέσα από την κοιλιά του πετάχτηκες εσύ, με το μαδημένο τρίχωμα σου και τις βρωμιές που είχαν κολλήσει στην πλάτη σου, όπως όταν σε πρωτοείδαμε. Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι; Ξέρω ότι ο μπαμπάς ήταν κάπως παράξενος όταν του είπα να σε ελευθερώσουμε, και συνέχεια ακούω πως οι λύκοι είναι κακοί. Εσύ δεν θα φας τον μπαμπά, έτσι; 

 

 

Ως παιδί δεν έζησα εύκολες στιγμές και μεγαλώνοντας, η οικογένεια μου δεν είχε ούτε τα απαραίτητα. Η οικογένεια μου, εννοώντας τον πατέρα μου μόνο γιατί τόσοι ήμασταν. Μόνο εγώ και εκείνος. Εκείνη δεν την γνώρισα πάρα μόνο όταν ήρθε στην κηδεία του πατέρα. Για να μου πει πόσο έχει μετανιώσει, ότι δεν ήξερε πόσο δύσκολα περνούσαμε, ότι λυπάται πολύ.

Δεν μου είχε λείψει η μητρική φιγούρα, ο πατέρας έκανε όλη την δουλειά. Ήταν και αδερφός, μητέρα, πατέρας, φίλος. Εκείνος νόμιζε πως δεν ήταν καλός πατέρας, αλλά είμαι ευγνώμων που ήταν εκείνος, και που τα πέρασα όλα με εκείνον γιατί για εμένα ήταν πρότυπο. Ένας άντρας, που όπως το βλέπω εγώ, η ζωή του μετά τον χωρισμό πήρε τον κάτω δρόμο χάνοντας όλα όσα είχε: τη δουλειά του. Η μάλλον, τα μισά από όσα είχε, γιατί όταν μιλούσε στον εαυτό του και νόμιζε πως δεν τον ακούω έλεγε ότι είμαι όλη του η ζωή. Αλλά ξέρω ότι προσπαθούσε πολύ για εμάς και ήλπιζε για ένα καλύτερο αύριο . Τώρα εγώ ως πατέρας, μπορώ να μπω στη θέση του και να φανταστώ πόσο δύσκολο θα ήταν για εκείνον να βλέπει το παιδί του δίχως φαΐ.

Όταν μεγάλωσα αρκετά για να βρω μια καλή και σταθερή δουλειά, του παρείχα όσα του έλειπαν από την ζωή. Φαγητό, ρούχα, νέο τηλέφωνο, σπίτι, ένα αβγό κιντερ. Είχε ότι του έλειπε τόσα χρόνια και το χαμόγελο του και το γεγονός ότι μπορώ να του δώσω ο,τι θέλει, μου ζεσταίνει την καρδιά. Η τουλάχιστον έτσι φαντάζομαι ότι θα γινόταν στο μυαλό μου, εάν δεν είχε πάρει την απόφαση να μπει μπροστά από το φορτηγό. Δεν του κρατάω κακία. Η μόνη κακία που του κρατάω είναι που δεν έφαγε εκείνος την μισοφαγωμενη τυρόπιτα που είχε αφήσει για μένα, έστω και από εγωισμό. Έστω και ως τελευταίο γεύμα. Άλλωστε δεν θα το μάθαινα ποτέ .

 

 

Μπαμπα! 

ΜΠΑΜΠΑ!! 

Σηκώθηκα από το κρεβάτι αν και έκανε κρύο και δεν ήθελα να σηκωθώ. Αισθάνομαι ότι περπατάω πως ο μπαμπάς πίνει κάτι χυμούς για ενήλικες και βρωμάει. Χοροπηδάω συνεχώς για να μην ακουμπάνε πολύ τα πόδια μου στα παγωμένα πλακάκια. Ψάχνω τον μπαμπά αλλά δεν τον βρίσκω πουθενά και νομίζω ότι είναι πολύ πρωί για να παίξουμε κρυφτό.

ΜΠΑΜΠΑ! 

Μήπως το ονειρεύτηκα; Θυμάμαι τον μπαμπά να μουρμουράει κάτι και να μου λέει ότι όταν ξυπνήσω θα φάω ένα πρωινό σαν βασιλιάς. Όχι καλύτερα… καλύτερα σαν πρίγκιπας. Ο μπαμπάς μου είναι βασιλιάς αφού είναι πιο μεγάλος και δυνατός. Μπορεί να είμαστε πολύ αδύνατοι  αλλά ο μπαμπάς μου έχει πει πως λίγοι θα ήταν τόσο δυνατοί να κάνουν ότι κι εμείς και να ζουν τόσο επικίνδυνα όσο εμείς. Ο μπαμπάς συνέχεια μου λέει ότι θα γίνω πιο δυνατός από αυτόν …μήπως γίνω και εγώ ένας καλός βασιλιάς; Θυμάμαι μια φορά που ο μπαμπάς δεν ήταν καλά αλλά δεν ήξερα γιατί και με πήρε αγκαλιά και γυαλίσαν λίγο τα μάτια του και μου είπε «Τι υπέροχο πλάσμα που είσαι» 

Δεν τον βλέπω πουθενά. Μάλλον δεν θα έχει ετοιμάσει ακόμα όλο το φαγητό αφού δεν ξέρει να μαγειρεύει και πολλά πράγματα. Άλλωστε πως οι βασιλιάδες ξέρουν να μαγειρεύουν; Ο μπαμπάς μου κάνει συνέχεια μακαρόνια με κέτσαπ και τα κάνει λουκούλλεια. Εκείνος μου έμαθε αυτή τη λέξη και εγώ γελούσα γιατί μου φάνηκε πολύ αστεία και θέλω όταν γυρίσω στο σχολείο να την πω στην δασκάλα μου, την κυρία Σοφία.

Ο μπαμπάς, λοιπόν, κάνει λουκούλλεια μακαρόνια γι’ αυτό είναι ο καλύτερος βασιλιάς του κόσμου. Κανονικά ο μπαμπάς θα έπρεπε να έχει υπηρέτες γιατί οι βασιλιάδες δεν κάνουν τίποτα μόνοι τους αλλά εκείνος είναι ολομόναχος άρα είναι λογικό να αργεί να μαγειρεύει. Αχ, φουρνίζει πολύ το στομαχάκι μου. Μερικές φορές όταν το λέω αυτό ο μπαμπάς γελάει και απορεί που χώρεσε όλο αυτό το φαγητό νομίζω ότι με κοροϊδεύει. Πιστεύω ότι μερικές φορές κι αυτός θα ήθελε να έχει περισσότερο φαγητό. Εγώ του δείχνω την κοιλίτσα μου κι αυτός σκέφτεται για λίγο και ύστερα με ζουπάει για να τσεκάρει ότι έχω ακόμα χώρο για φαγητό. 

ΜΠΑΜΠΑ! 

Φώναξα μία τελευταία φορά από συνήθεια με την ελπίδα ότι ήταν στο μπάνιο. Έπρεπε να σκεφτώ τι να κάνω για να παρηγορήσω την κοιλιά μου μέχρι να έρθει το βασιλικό πρωινό μου. Θέλω πολύ να παίξω αλλά θέλω να έρθει ο μπαμπάς. Πάντα παίζουμε όμορφα μαζί. Θέλω να έρθει να μου διαβάσεις ένα παραμύθι… μου διαβάζει πολλά όμορφα παραμύθια πριν κοιμηθώ. 

Πέρα από τα τρία μικρά λυκάκια, τον μογλη, τον Πιτερ Παν και την Αλίκη, ο μπαμπάς γίνεται και αυτός παραμυθάς και φτιάχνει παραμύθια από μόνος του και τους βάζει όλους στο ίδιο παραμυθι. Φτιάχνει δηλαδή μια σαλάτα!! Μια φορά είχε πει… "Ο Κοντορεβιθούλης έτριψε το μαγικό λυχνάρι και κάθε φορά που έλεγε ψέματα, προδιδόταν από ... την Τοσοδούλα!". Εγώ συνέχεια γελάω με αυτά που λέει ο μπαμπάς και μπροστά μου γελάει και αυτός. Όταν είναι μόνος του ίσως είναι πιο λυπημένος. Μάλλον του φτιάχνω πολύ την μέρα και όταν δεν είμαστε μαζί δεν είναι τόσο χαρούμενος. 

Ίσως τον στεναχωρούν τα κρύα πλακάκια. Μήπως δεν του αρέσει που τρώμε συνέχεια μακαρόνια με κέτσαπ; Ξέρω ότι τα κάνει για μένα αλλά θέλω να αρέσουν και σε αυτόν. 

Μήπως τον στεναχωρεί που είμαστε οι δυο μας;

Θυμάμαι μια φορά που ο μπαμπάς δεν ήταν καλά αλλά δεν ήξερα γιατί και με πήρε αγκαλιά και γυαλίσαν λίγο τα μάτια του και μου είπε «Τι υπέροχο πλάσμα που είσαι;» Μπορεί να συγκινήθηκε με κάποιο κατόρθωμα μου το οποίο δεν το ξέρω γιατί εκείνη την ημέρα δεν είχα διαβάσει αυτά που έβαλε η κυρία Σοφία. 

Κάποιες φορές ίσως θέλει το σπίτι να είναι πιο γεμάτο. Αν είχε πιο πολύ κόσμο τότε θα ήταν πιο ζεστό.Δεν ξέρω θα το ερευνήσω όμως.

 Αγαπώ πολύ τον μπαμπά μου, πιο πολύ από την κυρία Σοφία γιατί με εκείνη δεν παίζουμε ούτε διαβάζουμε παραμύθια ούτε μαγειρεύουμε. Και αν και δεν έχω μαμα, δεν μου λείπει. Ίσως βέβαια αν ήταν εδώ μια μαμα ή κάποια μαμα να με σήκωνε από το κρύο πάτωμα και να με πήγαινε εκείνη στην κουζίνα να πιω νερό χωρίς να κρυώσω. Κανονικά θα το έκανε ο μπαμπάς αλλά δεν είναι εδώ μου κρύβεται γιατί που μου ετοιμάζει πρωινό. Και αν ήταν όνειρο; Μήπως δεν μου το είπε ποτέ; Μήπως πεινάω τόσο που το φαντάστηκα και το γουργουρητό με έκανε να μην σκέφτομαι τίποτα. 

Μου λείπει ο μπαμπάς μου. Θελω να με πάρει αγκαλιά και έστω να παραδεχθεί ότι και αυτός πεινάει και δεν είμαι μόνο εγώ …και τότε θα βάλουμε ποδιές και θα πάμε να μαγειρέψουμε οι δυο μας στην κουζίνα τραγουδώντας και παίζοντας. Πήγα γρήγορα- γρήγορα μέσα στο δωμάτια. Κρύφτηκα κάτω από το σκεπασμα. Δεν περίσσευε κανένα πόδι ή χέρι. Ήμουν εντελώς καλυμμένος. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και ευχήθηκα να δω πως ήρθε ο μπαμπάς με την στολή του βασιλιά και ένα βασιλικό πρωινό. 

 

 

  Ξύπνησε ο μπαμπάς. Νομίζει πως κοιμάμαι, κρατάω τη κουβέρτα σφιχτά για να μην γελάσω. Μα τι ηθοποιός που είμαι;! Τώρα με κοιτάει, μα τι ψάχνει; Τον βλέπω με το ένα μάτι μισάνοιχτο για να μην με καταλάβει, το πρόσωπό του έχει βουλιάξει στα κόκκαλά του, το κρανίο του νομίζω τον καταπίνει. Λέει πως κάνει δίαιτα για να δείχνει πιο ωραίος. Εμένα δεν μου αρέσει έτσι, πιο ωραίος ήσουν παχουλός μπαμπά. Αλλά ο καθένας το δικό του καφάσι, δεν ξέρω τι είπα, κάτι είπα, ίσως να μην υπάρχει τέτοια έκφραση, τώρα που το σκέφτομαι δεν την έχω ακούσει ποτέ μου, μπορεί να έχει κάποια βαθιά σημασία. Εγώ εννοούσα πώς μπορεί να κάνει ό,τι του αρέσει! Εγώ νομίζω πεινάω, το ξέχασα για λίγο, δηλαδή αυτά τα 10 λεπτά που εξασκούσα την τέχνη του θεάτρου. Ανοίγω τα μάτια μου, όχι απότομα για να μην καταλάβει πως προσποιούμουν, και τον βλέπω πιο καθαρά. Είμαι ολίγον σαλιωμένος, ιου. ''Μπαμπά πεινάω'' Με κοιτάει, λίγο βουρκωμένος; Κλαίει επειδή χαίρεται που είμαι καλός θεατρίνος. Ή μάλλον όχι τόσο καλός, για να με κατάλαβε... Μου λέει πως είναι νωρίς και με στέλνει για ύπνο. Ποιος σου είπε εσένα πως θέλω να κοιμηθώ; ''Θα πάω έξω...'' Εντάξει. ''Με ακούς;'' Ναι καλέ. ''Μην φοβηθείς'', αχ αυτός ο μπαμπάς μια με λέει μεγάλο παιδί και μια μου λέει να μην φοβάμαι. Μου υπόσχεται πως όταν γυρίσει θα έχει φαγητό. Η πρόταση δεκτή κύριε! Πάει να αδράξει τη μέρα, εεε τη νύχτα... Πάντα έρχεται με μια καινούρια ιστορία και κάτι να φάω, δεν είναι πολύ αλλά εμένα το στομάχι μου έχει μικρύνει και δεν ζητάει πολλά, σε κάτι τέτοια είμαι ολιγαρκείς σαν τους μοναχούς. Κάθομαι στο παράθυρο και ζωγραφίζω πάνω στο υγρό τζάμι, βλέπω τα φώτα και τα φανάρια να απλώνονται από κάτω μου. Ο βασιλιάς είμαι! Όλα αυτά είναι για εμένα. Βλέπω τον μπαμπά να περπατάει κολλημένος σε έναν τοίχο με κάτι γράμματα ζωγραφισμένα πάνω. Περνάνε αυτοκίνητα, πίσω ένα μεγάλο φορτηγό σαν εκείνα που οδηγούσε κάποτε ο μπαμπάς μου. Περνάει από δίπλα του, κολλάει στον τοίχο με τη ζωγραφιά. Φοβάται; Δεν βλέπω. Μπορεί να εξασκεί και εκείνος τη τέχνη του θεάτρου... 

 

 

Πάλι έκανα ανήσυχο ύπνο. Αυτές τις μέρες κοιμάμαι πολύ περίεργα. Ίσως είναι που το σπίτι φαντάζει πιο κρύο από ότι το έχω συνηθίσει. Έχει μπει ο Απρίλιος όμως το κρύο δεν λέει να φύγει από το σπίτι μας, πάλι καλά ο μπαμπάς μου είναι τις περισσότερες φορές δίπλα μου να με ζεσταίνει και μου έχει δώσει και μια κουβέρτα όμορφη, πολύ όμορφη, και ζεστή, πολύ ζεστή , όσο ζεστή μπορεί να είναι μια κουβέρτα δηλαδή, για τις κρύες νύχτες και μέρες.

Ξύπνησα από τον ύπνο μου λοιπόν σαστισμένος, σαν να μην ήξερα που ακριβώς βρισκόμουν, νομίζω ότι τον τελευταίο καιρό φαντάζομαι πράγματα γιατί πεινάω πολύ. Συνήθως δεν πεινάω τόσο αλλά αυτές τις μέρες που πάμε βόλτα με τον μπαμπά τα πρωινά έχουν αρχίσει ήδη τις ετοιμασίες για το Πάσχα τα άλλα σπίτια και η γειτονιά που έχω μάθει απ έξω, τόσο που την έχουμε περπατήσει, είναι γεμάτη μυρωδιές. Ίσως αυτό να έβλεπα στον ύπνο μου, πιάτα γεμάτα φαγητά και γλυκά, τα γλυκά είναι τα αγαπημένα μου! Είπα στον μπαμπά ότι πεινάω και μου είπε να κοιμηθώ πάλι και ότι όταν ξυπνήσω θα έχουμε πολύ πολύ φαγητό για πολλές πολλές μέρες.

Έκλεισα τα μάτια μου και σκέφτηκα τι μπορούσε να φέρει. Λες να φέρει και γλυκό; Αχ ποσό θέλω ένα γλυκό, είναι τα αγαπημένα μου ότι να ναι αρκεί να είναι γλυκό, όχι ότι αν φέρει και κάτι απλό θα του πω ότι δεν μου αρέσει, πεινάω τόσο που θα έτρωγα και το ξερό ψωμί που τρώγαμε ολόκληρη την προηγούμενη εβδομάδα. Ας μην τα σκέφτομαι αυτά γιατί αρχίζω να ακούω πάλι την κοιλιά μου ελπίζω όταν ξυπνήσω να είναι εδώ ο μπαμπας να γιορτάζουμε με τα φαγητά. Όπου να ναι ξημερώνει ας βάλω την πετσέτα στο παράθυρο για να μην μπει το φως μέσα και ας πέσω για ύπνο. Εχω τον καλύτερο μπαμπά του κόσμου! Ελπίζω να είναι εδώ όταν ξυπνήσω. 

 

 

 

Ξαφνικά στον ύπνο μου ένιωσα έναν δυνατό ήχο να ακούγεται, άνοιξα γρήγορα τα ματάκια μου για να δω τι συμβαίνει, <<  πω να πάρει>> είπα με μια δυνατή φωνή. Ωχ ξύπνησα τον μπαμπάκα μου. Με ρωτάει τι έχω και λεω για άλλη μια φορά πως πειναω και πως η κοιλίτσα μου γουργουρίζει. Με κοίταξε με ένα αθώο βλέμμα όπως κάνει κάθε φορά που με κοιτάει στα μάτια και θυμάται τις στιγμές που ερχόταν από την δουλειά και εγώ τον περίμενα γεμάτος χαρά για να φάμε. Αφού τον είδα γύρισα την πλάτη μου και μου φώναξε να σκεπαστώ. Εκείνη την στιγμή ήθελα να τον πάρω αγκαλίτσα γιατί όλο το βράδυ με σκέπαζε με την λεπτή κουβέρτα ενώ αυτος στα πόδια του είχε ρίξει το παλτό του. Σκεπάστηκα λοιπόν και χωρίς πολλά πολλά περίμενα να έρθει το πρωί.                                                                                                                                       

       Θαυμάζω τον μπαμπα μου, νιώθω υπέροχα που ζω με εκείνον  και όχι με την μαμά μου. Που και που με αφήνει μόνο μου στο σπίτι και βγαίνει για να βρει δουλειά ή για να βρει κάτι να φάμε. Με αγαπάει πολύ και ας μην μου το λέει. Και εγω τον λατρεύω. Πολλές φορές έχω απορίες αλλά δεν μου απαντάει και λέει πάντα πως είμαι μικρός και πως δεν αξίζω να έχω τέτοια ζωή. Χθες πήγα και έκοψα 2 πορτοκάλια από το δέντρο και πήγα σπίτι τα καθάρισα, τα ακούμπησα σε ένα χαρτί και τα πήγα στον μπαμπά. Αμέσως μου χαμογέλασε και πήρε το ένα και το έφαγε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να κλείσω ούτε μια φορα τα μάτια μου. Στην συνέχεια μοιρασα το ένα που είχε μείνει αλλά δεν το ήθελε έτσι μου είπε. Πάντα αυτό μου λέει αλλά εγω ξέρω πως το θέλει γιατί ξέρω πως είναι να μην τρως για μέρες. Με έπιασε ένα τρέμουλο και έφυγα για μια βόλτα αφήνοντας πίσω ένα πορτοκαλι και έναν μπαμπα πεινασμενο…

          Σήμερα ξύπνησα γεμάτος χαρά αφού έχω τα γενέθλια μου. Σηκώνομαι και φωνάζω δυνατά μπαμπά μπαμπά 2 φορές και του λέω σήμερα κλείνω τα 7 μου. Πετούσα από την χαρά μου τόσο πολύ που φώναζα επί 10 λεπτά. Όταν ηρέμησα ο μπαμπάς με πήρε μια σφιχτή αγκαλίτσα και μου είπε ένα σωρό ευχες. Ημουν τόσο ενθουσιασμένος γιατι ηθελα να δω την μαμα με καμια νοστιμη τουρτα στο χερι ή με κανα δωρακι. Ολα τα παιδια κανουν παρτι γενεθλιων και καλουν τις φιλες και τους φιλους τους. Εγω δεν εχω φιλους αλλα εχω τον καλυτερο μπαμπα στον κοσμο για αυτο και θα του ζητησω να παμε να κατσουμε στην θαλασσα. Μολις του το ειπα συμφωνησε και βαλαμε τα σκισμενα μας παπουτσια και φυγαμε.

          Στον δρομο χαζευα τις βιτρίνες των ζαχαροπλαστειων και μου ετρεχαν τα σαλια, μακαρι να περναμε μια τουρτα  σημερα αλλα δεν εχουμε λεφτα. Ενα παιδακι περνουσε απο διπλα μου και εκλαιγε γιατι ηθελε να παει στο παρκο που ανοιξε, καθως τον χαζευα ξαφνικα πεταει με δυναμη το αρκουδακι του κατω και αμεσως ετρεξα να το παρω να του το δωσω και ως ανταλλαγμα να παρω ενα ευχαριστω και ενα χαμογελο. Δινω λοιπον το υπεροχο αυτο καφε αρκουδακι με πρασινα ματακια και με ρωτησε αν το θελω. Εκεινη την στιγμη δημιουργηθηκε ενα τεραστιο χαμογελο στο προσωπο μου και του ειπα ενα ευχαριστω και το πηρα μαζι μου. Ο μπαμπας φανηκε πολυ χαρουμενος που πηρα ενα δωρο σημερα. Ισως οχι απο εκεινον ή απο την μαμα αλλα τουλαχιστον πηρα κατι.

        Επιτελους φτασαμε στην θαλασσα. Κατσαμε στο παγκακι και ο μπαμπας μου ζητησε συγνωμη για την σημερινη μερα και πως θα φτιαξει την κατασταση πολυ γρηγορα. Του επιασα το χερι και του ειπα πως δεν πειραζει και πως οταν μεγαλωσω θα γινω ποδοσφαιριστης και πως δεν θα χρειαζεται να δουλευει. Αμεσως με κοιταξε με το αθωο του βλεμμα και με πηρα μια σφιχτη αγκαλια…

       Ειμαι πολυ τυχερος που εχω εναν τετοιο πατερα και ας μην εχω να φαω. Πιστευω στον μπαμπα μου και ξερω πως θα κανει τα παντα για να εχουμε μια καλυτερη ζωη και ας μην μου  λεει πολλα. Τον αγαπαω και θα ειμαι κοντα του οτι και αν γινει.

 

 

 

Όλα είναι καλά. Όλα είναι και θα είναι καλά. Κάθε τέτοια μέρα ,κάθε Πάσχα, σκεφτόταν το ίδιο πράγμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μαζί με τον γιο του βλέποντας τηλεόραση, σκεπτόμενος τον πατέρα του.

Μπαμπά τώρα πάει τελείωσε. Σε παρακαλώ ξεκουράσου πια. Καταλαβαίνω. Μην βασανίζεις άλλο το μυαλό σου. Δεν θα μπορούσα να σου θυμώσω ποτέ. Ούτε τότε ούτε τώρα. Πάντα έκανες το καλύτερο, το ξέρω. Δεν το ήθελες, κάνεις δεν το θέλει. Το θυμάμαι σαν χθες που σηκώθηκα και σε κοίταξα μέσα στην νύχτα και το μόνο που ήθελα ήταν λίγο φαΐ. Θυμάμαι που σηκώθηκα και πήγα στο τραπέζι αλλά εσύ άφαντος. Πουθενά. Άραγε που να είχες πάει εκείνη τη νύχτα. Ποτέ δεν έμαθα και πότε δεν θα μάθω μάλλον. Εκείνη τη νύχτα πολλά πέρασαν από το μυαλό μου. Τι ότι σε έκλεψαν, τι ότι κέρδισες το λαχείο και έφυγες, τι ότι είχες βρει φαγητό τόσο πολύ που δεν μπορούσες να το κουβαλήσεις και σιγά σιγά επέστρεφες ,με αυτές τις σκέψεις είχα αποκοιμηθεί. Το θυμάμαι καθαρά. Πόση φαντασία είχα. Σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Εκείνο το βράδυ είχα δει στον ύπνο μου εμάς. Εσένα, εμένα , την κυρία από το δίπλα σπίτι - αυτή δεν ξέρω γιατί - και ένα σπίτι μεγάλο. Ήμασταν στο σαλόνι ξαπλωμένοι σε έναν καναπέ. Γιατί πιο πριν είχαμε φάει του σκασμού. Γλυκά, αλμυρά απ’ όλα. Και τρώγαμε για μήνες μαζί , και με την κυρία από το διπλανό σπίτι. Τι χαζό όνειρο και αυτό… Τότε ευχόμουν να ήταν πραγματικότητα.

Αλλά σε παρακαλώ, μην ανησυχείς, όχι πια. Τώρα ξέρω. Τώρα καταλαβαίνω. Μην βασανίζεις άλλο το μυαλό σου. Για κάποιον λόγο έγιναν όλα. Και καλως. Γιατί τώρα με βλέπεις; Με βλέπεις. Τι ρωτάω και εγώ. Χωρίς αυτά δεν θα ήμουν ο ίδιος σήμερα. Τελικά , αν κάνεις το σκεφτεί ίσως ήταν ένα πολύτιμο μάθημα. Εξάλλου, όλα έφτιαξαν τελικά. Αυτός δεν ήταν ο σκοπός; 

Μπαμπά σ αγαπώ. Μην αμφιβάλεις σε αυτό. Τότε δεν ήξερα. Τότε ίσως θύμωνα που δεν είχα ούτε φαγητό. Τότε δεν καταλάβαινα. Όμως τώρα μπορώ. Τώρα νιώθω και εκτιμώ.

Οπότε σε παρακαλώ, φύγε τώρα, ξεκουράσου. Δεν θέλω να σε ξαναδώ γι’ αυτό. Μόνο για να περνάμε και πάλι καλά. Δίνε μου όνειρα καλά , όχι εφιάλτες. Δες το σαν να μου "ξεπληρώνεις"  αν το θες έτσι όλα αυτά- αν και δεν μου χρωστάς. Αλλά για σένα. Το μίσος έχει φύγει από πάνω μου. Πόσες φορές πρέπει να το πω. Το εννοώ πραγματικά. Τώρα φύγε , ξεκουράσου. Και έλα ξανά για να μιλήσουμε όπως παλιά. Μην βασανίζεσαι. Σ αγαπώ.

Σε συγχωρώ.

 

 

Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια, είναι ακόμα στις πιο ισχυρές αναμνήσεις μου. Κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνη την ημέρα, νιώθω ότι συναίσθημα είχα βιώσει τότε και ό, τι σκέψεις μου είχαν περάσει στο μυαλό. Δεν ήταν εύκολο. Καθόλου. Ένας πατέρας να μεγαλώνει το παιδί του άνεργος. Ακόμα και εγώ με δυο παιδιά και μια δουλειά ίσα ίσα τα βγάζω πέρα. Αλλά με αγαπούσε και με θαύμαζε. Το ήξερα. Ήμασταν στο κρεβάτι μου και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Κανένας νομίζω δεν μπορεί να κοιμηθεί νηστικός και αυτοί που το κάνουν είναι δυνατοί. Είχα τον πατέρα μου δίπλα μου. Αυτό μου έδινε ένα αίσθημα παρηγοριάς και ζεστασιάς ότι δεν ήμουν μόνος. Με κοιτούσε με ένα βλέμμα που ήξερα. Το βλέμμα ότι δεν μπορούσε να μου προσφέρει κάτι και δεν ήθελε να υποφέρω από την πείνα. Δεν άντεξα άλλο τότε και του είπα πως πρέπει να φάμε γιατί και αυτός φαινόταν κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Μου είπε πως ήταν νωρίς και ότι πρέπει να κοιμηθώ. Θα έφευγε να πάει κάπου δεν με ένοιαζε που τον εμπιστευόμουν αλλά αυτό που έδωσε χαρά ήταν όταν ξυπνήσω θα έβρισκα ένα τραπέζι γεμάτο φαγητό τόσο που θα φτάσει έως το Πάσχα. Τα λόγια του με χόρτασαν και κοιμήθηκα με ένα χαμόγελο. Όταν ξύπνησα δεν ήταν εκεί αλλά είχα ακόμα ελπίδα, πίστευα πως δυσκολευόταν να κουβαλήσει τόσο φαΐ. Όποτε πήρα ένα μαχαίρι και πιρούνι έστρωσα το τραπέζι και κάθισα. Πέρασε αρκετός χρόνος και σκέψεις με τριγύριζαν.

- Και εάν με άφησε;

-Δεν νομίζω αφού με αγαπάει έτσι δεν είναι;

-Ναι αλλά σου υποσχέθηκε ότι θα φέρει φαγητό για να χορτάσεις και όμως που είναι;

-Εε μάλλον θα είναι πολλά για να τα κουβαλήσει;

-Και εάν ήσουν κακό παιδί; Νομίζω κατάλαβε πως έσπασες το σερβίτσιο της γιαγιάς και το πέταξες.

- Δεν νομίζω - είπα πως με αγαπάει.

Δεν βγάζει λεφτά όπως ο μπαμπάς του Γιάννη, δεν μπορεί να σε μεγαλώσει, ούτε τον εαυτό του για αυτό έφυγε.

 Εκεί ήταν που με έπιασαν τα κλάματα. Έκλαιγα, έκλαιγα και κοιτούσα την πόρτα που θα πάει θα έρθει έτσι; Εκεί που σταμάταγα σιγά σιγά ανοίγει η πόρτα και έρχεται. Τρέχω και τον αγκαλιάζω με δάκρυα και του λέω δεν πειράζει που δεν έφερε τίποτα αρκεί που ήταν αυτός εκεί. Με αγκάλιασε και χαμογέλασε λίγο και μου είπε πως κάτι βρήκε. Έβγαλε από την τσέπη του μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα. Μάλλον είχε φάει την μισή αλλά δεν με ένοιαζε. Την μοίρασα στα δυο και του έδωσα το ένα κομμάτι. Με κοίταξε και καθίσαμε και την φάγαμε με δάκρυα στα μάτια.

 

 

Όχι! Δεν σου το δίνω! Είναι δικό μου! Δικό μου είναι αυτό το ντόνατ σου είπα! Άφησέ το! Η κακιά αλεπού προσπαθούσε να του πάρει το ντόνατ του μικρού. Εγώ το κέρδισα με την αξία μου από την ζαχαρονεράιδα! Πήγαινε πάρε το δικό σου, κακιά αλεπού! Ο μκρός το έσφιγγε τόσο δυνατά το ντόνατ. Δεν ήθελε με τίποτα να το δώσει στην αλεπού. Δεν θα το άφηνε ό,τι και να γινόταν. Εμένα δεν μου δίνει η ζαχαρονεράιδα τέτοια γλυκά! Τίποτα δεν μου δίνει! Το θέλω! Θα σου το πάρω! Τραβούσε και η αλεπού με όλη της τη δύναμη. Όχι σου είπα! Εσένα δεν σου δίνει επειδή είσαι κακιά! Αν συνεχίσεις να προσπαθεί να μου πάρεις το ντόνατ, ποτέ δε θα σου δώσει! Αυτή τη φορά έβαλε όλη του τη δύναμη και τράβηξε από τα χέρια της αλεπού. Ναι! Τα είχε καταφέρει! Είχε καταφέρει να το πάρει από την αλεπού. Μα πόσο χαιρόταν! Τώρα θα μπορούσε να φάει το ωραίο του ντόνατ με την ησυχία του!

Την άλλη στιγμή κοιτούσε τον πατέρα του. Όνειρο ήταν τελικά όλο. Και είχε χαρεί τόσο πολύ που είχε πια πάρει το ντόνατ. Δεν είχε προλάβει να το φάει ο καημένος. Μπαμπά; Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Πρέπει να φάμε κάτι. Γουργουρίζουν οι κοιλιές μας. Σήκωσε το κεφάλι του από το μαξιλάρι και κοίταξε γύρω του. Όντως ήταν όνειρο. Δεν μπορούσε να βρει πουθενά το ντόνατ του ούτε να δει κάπου την αλεπού. Κοιμήσου. Είναι νωρίς ακόμα. Ο πατέρας του του χαΐδεψε τα μαλλιά και του χαμογέλασε. Θα πάω έξω τώρα. Μ’ακούς; Δεν θέλω να φοβηθείς. Θα βγω έξω για λίγο. Κι όταν ξυπνήσεις θα ‘ναι το τραπέζι στρωμένο και θα τρώμε μέχρι την άλλη μέρα του Πάσχα. Σύμφωνοι; Κόλλα πέντε. Έκανε ‘κόλλα πέντε’ με τον πατέρα του. Έκλεισε τα μάτια του και γλείφτηκε. Πεινάω. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του και δεν είπε τίποτα άλλο.

Έλα εδώ κακιά αλεπού! Δώσε πίσω το ντόνατ μου τώρα! Έτρεχε πίσω από την αλεπού να πάρει το ντόνατ του. Μα άρχιζε να κουράζεται. Όχι! Δεν έπρεπε να τα παρατήσει! Πρέπει να το πάρει! Είναι δικό του! Εξάλου πεινούσε. Πονούσε η κοιλιά του. Πιάσε με αν μπορείς! Χαχα! Δικό μου είναι το ντόνατ τώρα πια! Η αλεπού έτρεχε όλο και πιο γρήγορα. Ωχ αυτή η κακιά αλεπού! Έπρεπε να ζητήσει βοήθεια. Βοήθεια! Βοήθησέ με ζαχαρονεράιδα! Η κακιά αλεπού μου πήρε το ντόνατ! Άκουσε την φωνή του η ζαχαρονεράιδα και εμφανίστηκε μπροστά του. Τι συνέβη καλό μου παιδί; Η κακιά αλεπού μου πήρε το ντόνατ που μου έδωσες! Σε παρακαλώ βοήθησέ με! Κι έτσι η νεράιδα έκανε τα μαγικά της με το μαγικό της ραβδί και σταμάτησε την αλεπού. Κακιά αλεπού! Για αυτό δεν σου δίνω ποτέ γλυκά εσένα! Ορίστε χρυσό μου παιδί. Ορίστε το ντόνατ σου. Τώρα το παιδί έτσι όπως έβλεπε την αλεπού την λυπόταν. Ας το κρατήσει το ντόνατ εκείνη. Ο πατέρας μου θα μου φέρει αργότερα κάτι να φάω. Κι έτσι τελικά έδωσε το ντόνατ του στην αλεπού. Σκέφτηκε πως για να του το έκλεψε πως κι εκείνη πεινούσε. Δεν ήθελα να πεινάει. Ήξερε πόσο άσχημο ήταν. Αλήθεια; Μπορώ να το πάρω; H αλεπού είχε σοκαριστεί. Ποτέ κανένας δεν της είχε δώσει να φάει. Μα η αλεπού δεν είναι κακιά; Γιατί της το δίνεις; Ακόμα και η ζαχαρονεράιδα είχε σοκαριστεί. Ναι. Ας το πάρει εκείνη. Ίσως να πεινάει πιο πολύ από εμένα. Εγώ μπορώ να περιμένω ακόμα λίγο. Κι έτσι το έδωσε στην αλεπού. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Είσαι πάρα πολύ καλός! Ελπίζω να φας κι εσύ σύντομα! Η αλεπού τους αποχαιρέτησε και έφυγε προς το δάσος. Τι καλό παιδί που είσαι! Θα σου δώσω άλλο ντόνατ! Ορίστε! Η νεράιδα δημιούργησε άλλο ένα ντόνατ. Αχ ευχαριστώ! Όντως πεινάω πολύ! Τι τυχερός που ήταν! Τελικά θα έτρωγε το ντόνατ που λαχταρούσε τόσο πολύ! Το έφαγε λοιπόν και δεν άφησε ούτε μια μπουκιά! Μήπως θα μπορούσα να έχω και ένα για τον πατέρα μου; Δεν είχε σκεφτεί να αφήσει το μισό για εκείνον. Πεινούσε τόσο πολύ που το έφαγε όλο χωρίς δεύτερη σκέψη. Μα φυσικά! Ορίστε! Η νεράιδα έκανε τα μαγικά της κι εμφανίστηκε άλλο ένα ντόνατ. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Ελπίζω να σε ξαναδώ!

Τι ωραία! Τώρα είχε φάει και είχε και μια έκπληξη και για τον πατέρα του. Αλλά το ντόνατ δεν ήταν πια στο χέρι του. Το χέρι του ήταν άδειο. Λες να το έφαγε καθώς επέστρεφε σπίτι; Μα αυτό ήταν για τον πατέρα του. Πάλι όνειρο θα ‘ταν. Άρα είχε ξυπνήσει. Ο πατέρας του είχε πει πως θα ήταν εδώ μέχι να ξυπνήσει. Μάλλον κάτι θα του έτυχε. Ίσως να αργεί επειδή έχει τόσα πολλά να αγοράσει! Εξάλλου δεν πεινούσε όσο πριν. Το ντόνατ τον είχε χορτάσει. Τώρα τι να κάνει. Θα περιμένει τον πατέρα του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο να πλύνει το πρόσωπό του. Έβαλε τις παντόφλες του για να μην πατήσει το κρύο πάτωμα. Πήγε στο μπάνιο και έπλυνε το πρόσωπό του λοιπόν.

Καθόταν πάνω στο κρεβάτι και δεν ήξερε τι να κάνει. Βαριόταν μόνος του. Είχε μόνο έναν φίλο να του κάνει παρέα. Τον κύριο Αρκούδο! Ο κύριος Αρκούδος ήταν ο καλύτερος του φίλος! Ήταν πάντα δίπλα του! Δεν φοβόταν όταν δεν ήταν μαζί του ο πατέρας του. Έπαιζε με τον κύριο Αρκούδο καθώς περίμενε τον πατέρα του. Ο κύριος Αρκούδος ήταν χοντρούλης. Φαίνεται αυτός και η αρκουδοοικογένειά του είχαν αρκετά να φάνε. Αχ τον ζήλευε λιγάκι. Πόσο θα ήθελε να τρώει κι εκείνος πολλά γλυκά! Και τώρα που ήταν Πάσχα! Σοκολατένια αυγά! Τα φανταζόταν και του έτρεχαν τα σάλια. Ο μπαμπάς αργεί. Πήγε στο παράθυρο. Πήρε μαζί του και τον κύριο Αρκούδο.

Καθόταν μπροστά από το παράθυρο και έπαιζε με την ανάσα του στο τζάμι. Χαα. Επαιρνε μεγάλη αναπνοή και την έδινε όλη στο τζάμι. Ζωγράφιζε διάφορα. Είχε ζωγραφίσει ένα τραπέζι με φαγητά και γλυκά, τον πατέρα του να κάθεται στην μια άκρη, δίπλα τον εαυτό του και πιο δίπλα τον κύριο Αρκούδο. Φυσικα στην άκρη είχε ζωγραφίσει και ένα μεγάλο αυγό κίντερ. Τόσο μεγάλο που θα μπορούσε να μπει μέσα του. Το ωραίο που θα ήταν! Σοκολατένιο σπίτι! Θα ζούσαν με τον πατέρα του εκεί και θα έτρωγαν όποτε ήθελαν! Και φυσικά θα έπαιρναν και τον κύριο Αρκούδο μαζί τους.

Κοιτούσε έξω από το παράθυρο να δει τον πατέρα του. Πουθενά. Πουθενά δεν τον έβλεπε. Είχε πια νυχτώσει κι ακόμα να έρθει. Νύσταζε ο καημένος και πεινούσε τώρα. Ένιωθε λες και του μιλούσε οι κοιλιά του. Λες και του έλεγε τάισε με, τάισε με. Γρήγορα ζωγράφισε στο παράθυρο ένα τσουρέκι με σοκολάτα. Φαντάστηκε να το τρώει. Τώρα οι κοιλιά του πονούσε λιγότερο.

Τα μάτια του ένιωθε να τον βαρύνουν Όχι δεν θα κοιμηθώ πριν έρθει ο μπαμπάς. Αλλά τα μάτια του δεν συνεργάζονταν. Έβλεπε τα φώτα έξω από το παράθυρο. Πολλά φώτα. Όλα άρχισαν να σβήνουν σιγά σιγά. Μέχρι που δεν έμεινε κανέναν αναμμένο φως.

 

 

Ο μπαμπάς μου είναι ένας καλός άνθρωπος. Μπορεί και από τους καλύτερους. Γνωρίζω πολύ καλά οτι προσπαθεί για το καλύτερο για μένα αν και είναι άνεργος εδω και για κάμποσο καιρό. Όμως τα βγάζουμε περα και μονοι μας παρ’ολο που δεν ειναι η μαμά και η αδερφη μου μαζι μας.Το περασμενο Πασχα ηταν πολυ στενοχωριμενος και άργησε να γυρίσει στο σπιτι. Μάλλον ηταν επειδη η αδερφη μου «ξέχασε» πως θα συναντιόταν με τον μπαμπα μου. Ή αλλιώς αυτο ειναι που προτιμουσε να μου πει αντι να ξερω οτι η ιδια δεν ειχε ποτε την διαθεση να τον συναντησει.

Εκεινη την ημερα ανησυχησα τοσο πολυ που σκεφτηκα να βγω εξω και να τον ψαξω μονος μου. Ομως γνωριζα πολυ καλα πως δεν θα ηταν κατι που θα ηθελε να κανω. Και ετσι εμεινα σπιτι ωσπου ακουσα το ανοιγμα της εξωπορτας του σπιτιου μας. Ηταν βραδυ και μολις ειχα ξυπνησει απο τον υπνο μου. Τον ειχα ρωτησει γιατι αργησε να γυρισει τοσο πολυ και απλα μου εδωσε μια μισοφαγωμενη τυροπιτα. Νομιζω πως την ειχε βρει καπου απ’εξω ομως δεν ηθελα να τον στενοχωρήσω κι αλλο και γι’αυτο χωρις να πω κουβεντα εφαγα την τυροπιτα. …

 

 

 


Ένα βράδυ όπως όλα τα βράδια, ξύπνησα από τον ήχο που έκανε η κοιλιά μου επειδή είχα να φάω μέρες. Αμέσως ξύπνησα τον μπαμπά μου που κοιμόταν δίπλα μου και του είπα ότι πεινάω πολύ! Εκείνος με χάιδεψε και μου είπε να μην ανησυχώ και ότι το τραπέζι μας το Πάσχα θα είναι γεμάτο με πολλά φαγητά που μου άρεσαν! ‘Έτσι και εγώ γύρισα πλευρό και με ξαναπήρε ο ύπνος.  ονειρεύοντας αυτό το τραπέζι που μου έταξε ο μπαμπάς μου. Η αγωνία μου ήταν τόσο μεγάλη και σε συνδυασμό τον ήχο της κοιλιάς μου δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ.

Περνούσαν οι ώρες και ο μπαμπάς μου δεν είχε έρθει! Δεν μπορώ να πω -  ανησυχούσα για εκείνον διότι ο κόσμος εκεί έξω είναι επικίνδυνος. Ο μπαμπάς μου όμως μου έχει μάθει να περιμένω! Έτσι έκανα και εκείνη την ώρα…. Όση ώρα περίμενα να έρθει καθόμουν στο τραπέζι και σκεφτόμουν τι θα ήθελα να φέρει ο μπαμπάς να φάμε. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την στιγμή ακόμα και με ένα πιάτο φασολάδα θα ήμουν το πιο χαρούμενο παιδί! Αλλά αυτό που ήθελα να φέρει ο μπαμπάς, ήταν ένα κίντερ αυγό! Όχι τα μεγάλα, ένα μικρό ίσα ίσα να θυμηθώ τί γεύση έχει η σοκολάτα. Μόνο αυτό μπορούσα να ονειρευτώ εκείνη την στιγμή!

Περνούσαν οι ώρες και ο μπαμπάς δεν εμφανιζόταν, και οι ελπίδες μου για ένα διαφορετικό Πάσχα λιγοστεύουν, ενώ ο ήχος της κοιλίας μου γινόταν όλο και πιο δυνατός. Είχα πειστεί ότι ο μπαμπάς δεν θα γυρίσει και ανησυχούσα πολύ για αυτόν… φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι….

 

 

 

Ήταν, πρωί όταν ξύπνησα. Πεινούσα τόσο πολύ, που πετάχτηκα αμέσως από το κρεβάτι για να πάω στην τραπεζαρία να φάμε το πλούσιο γεύμα που μου υποσχέθηκε ο πατέρας μου, πως θα είχε ετοιμάσει.  Ενώ, ήμουν έτοιμος να ανοίξω την πόρτα του δωματίου για να πάω στην τραπεζαρία, κατάλαβα πως κάτι πήγαινε στραβά. Υπήρχε απόλυτη ησυχία στο περιβάλλον του σπιτιού μου, σαν να μην ήταν κανείς, εκτός από εμένα. Αφού έφτασα εκεί, δεν πίστευα στα μάτια μου. Το τραπέζι, δεν είχε τίποτα πάνω του, εκτός από κάτι υπολείμματα σπανακόπιτας που μας είχε κεράσει ο φούρναρης, την προηγούμενη μέρα. Αμέσως, άρχισα να αναζητώ στο σπίτι τον πατέρα μου, με την ελπίδα πως κάπου έχει κρυφτεί και πως μου έκανε κάποιου είδους φάρσα. Μετά από λίγο, κατάλαβα πως δεν είχε γυρίσει από τότε που μου είπε πως θα έβγαινε έξω για να φέρει φαγητό στο σπίτι. Έτσι, αποφάσισα να κάτσω στην πολυθρόνα, να διαβάσω μια ξεχασμένη και παλιά εφημερίδα που βρισκόταν στην άκρη του τραπεζιού, μέχρι να έρθει.

  Πέρασαν πολλές ώρες και ο πατέρας μου δεν είχε έρθει. Εν τω μεταξύ η πείνα δεν είχε φύγει και η επιθυμία να φάω κάτι, όλο και αυξανόταν. Αχ να είχα ένα λαχταριστό σοκολατένιο τσουρέκι και μια κατσαρόλα γεμάτη με μακαρόνια με κιμά, που είναι τα αγαπημένα, εμένα και του πατέρα μου! Οι ώρες περνούσαν και έξω είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Άρχισα να ανησυχώ πολύ, διότι ο πατέρας μου δεν είχε εμφανιστεί. Άσχημες σκέψεις αρχίσαν να κυριεύουν το μυαλό υποθέτοντας πως κάτι κακό είχε συμβεί. Που είναι ο πατέρας μου; Γιατί έχει αργήσει; Είναι καλά; Τέτοιες και άλλες πολλές ερωτήσεις μου είχαν δημιουργηθεί, ώσπου σιγά σιγά άρχισα να νυστάζω.

  Μεσάνυχτα πια, καθώς κοιμόμουν, ξύπνησα ξαφνικά από τον ήχο των κλειδιών της κεντρικής πόρτας του σπιτιού μου. Ήταν ο πατέρας μου. Σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ψιθύριζε στα χείλη του πως ήταν ένας αποτυχημένος. Έκανε κίνηση να μου προσφέρει μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα, εξηγώντας μου πως αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να μου προσφέρει. Τότε εγώ από την μεριά μου, προσπάθησα να τον παρηγορήσω, λέγοντας του να μην στεναχωριέται και πως χαιρόμουν που ήταν κοντά μου και είμασταν και οι δυο καλά. Όσον αφορά το φαγητό του διευκρίνισα πως θα βρίσκαμε μια λύση. Από τότε, κατάλαβα πόσο σπουδαίο πατέρα είχα και για αυτό χαιρόμουν και τον θαύμαζα πολύ, διότι γνώριζα πόσο σκληρά προσπαθούσε για να έχουμε ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι, ενώ επίσης, έπαψα να παραπονιέμαι για το αν πεινούσα η όχι.     


 

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Handsome devil, "Αν περάσεις μια ζωή σαν να ήσουν κάποιος άλλος, τότε ποιος θα είσαι εσύ;"

 

Ήταν αισιόδοξη ταινία, εφηβική κυρίως. Ο Νεντ είναι μαθητής σε οικοτροφείο αρρένων, του αρέσει να διαβάζει, αγαπά την μουσική και σε καμία περίπτωση δεν του αρέσει το ράγκμπι, αντίθετα με τα υπόλοιπα αγόρια του σχολείου. Δεν τον χωράει το καταπιεστικό περιβάλλον του σχολείου του και ο ίδιος πιστεύει δεν έχει τίποτα να μοιραστεί με τους συμμαθητές του. Σφυρίγματα, "αδερφή", "πουστρακο" και όλα τα σχετικά ακούγονται διάπλατα στους διαδρόμους του οικοτροφείου. Εδώ εμφανίζεται ο Κονορ, ένας νέος μαθητής στο οικοτροφείο με ταλέντο στο ράγκμπι, ο οποίος καλείται να συγκατοικήσει μαζί με τον Νεντ. Μέσα από αυτή την γνωριμία οι δυο χαρακτήρες διαμορφώνουν μια όμορφη φιλιά πάρα τις -φαινομενικές- διαφορές τους. Μια ταινία για την φιλιά, την εφηβεία, την διαφορετικότητα, την τοξική αρρενωπότητα.
Οφείλω να ομολογήσω πως σε αρκετά σημεία ξέφευγε κατά πολύ από την πραγματικότητα των προβλημάτων με τα οποία ασχολούνταν. Κάποια πράγματα γινόντουσαν πολύ "εύκολα". Παρόλα αυτά, δεν σταματά να είναι σημαντικό να παρουσιάζεται η ευχάριστη και η αισιόδοξη πλευρά των συγκεκριμένων ιστοριών, και η ταινία αυτή -κατά την ταπεινή μου άποψη- το κατάφερε.

 

 Στην τελευταία προβολή είδαμε μία υπέροχη ταινία που λέγεται "Handsome Devil". Ήταν μία εξαιρετική επιλογή της παιδαγωγικής ομάδας της λέσχης μας, αφού καυτηριάζει διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα που ως βασικό πυλώνα έχουν τα στερεότυπα. Δυστυχώς, βλέπουμε πόσο έντονα είναι τα στερεότυπα περί διαφορετικότητας σε θέματα ταυτότητας φύλου και σεξουαλικότητας. Στην ταινία είδαμε σκηνές έντονης ψυχολογικής βίας πράγμα που μας δημιούργησε έντονα συναισθήματα –έκπληξη σε κάποια άτομα καθώς έφτασαν για πρώτη φόρα σε κάποια σημαντικά συμπεράσματα, ενώ σε άλλα ξύπνησαν άσχημες αναμνήσεις.

 

 

Aυτή η κάπως προβλέψιμη αλλά γοητευτική ταινία ενηλικίωσης, Handsome Devil, μεταφέρει σοβαρά μηνύματα με έναν προσιτό, εκπληκτικό και αστείο τρόπο. Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα σχολείο μόνο αγοριών και ο πρωταγωνιστής υποφέρει από την συμπεριφορά των συμμαθητών του. Γίνεται θύμα τους μόνο και μόνο επειδή είναι “διαφορετικός”. Που διαφορετικός σήμαινε να ακούει άλλη μουσική, να έχει άλλα ενδιαφέροντα και να μην ασχολείται με το ράγκμπι. Μας δείχνει με έναν αρκετά ρεαλιστικό τρόπο πως οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν κάποιον διαφορετικό. Επιπλέον μου άρεσε η μουσική της ταινίας και τα λόγια του καθηγητή αγγλικών “If you spend your whole life being somebody else who’s going to be you?”. Γενικά αγάπησα τον καθηγητή αυτόν. Σε γενικές γραμμές η ταινία μου άρεσε και πιστεύω πως είχε το ρεαλιστικό αλλά και μη πραγματικό χαρούμενο της κομμάτι.


(Υ.Γ: Η ταινία είχε εξαιρετική μουσική. Αναζητήστε την !)


https://www.youtube.com/watch?v=-7HrGCVWbYM&list=PLz2C553cSfRTftKMfLjwCU_RpzI6bjo8_&t=38s

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

"'Ηλιος με μουστάκια" - 2η συνάντηση με τη Λέσχη Ανάγνωσης της Α' Λυκείου

 

Γίνεται οι τούρτες να μην έχουν μόνο μια γεύση; Μπορεί να μη φταίμε εμείς όταν κάτι δε μεγαλώνει; Οι γλάροι πώς βρίσκουν το δρόμο τους για τη θάλασσα; Πώς διατηρούμε στη μνήμη μας τους αγαπημένους μας που χάθηκαν για πάντα; Γίνεται να αγαπήσουμε κάποιον που δεν ξέραμε πριν; Και ο μεγαλύτερος μας εαυτός πώς θα μας οδηγούσε στο μέλλον;

Κυριακή 4 το απόγευμα και παρέα με τ@ς μαθητ@ς της Α’ Λυκείου βρεθήκαμε και πάλι στη βιβλιοθήκη του σχολείου στη δεύτερη συνάντηση της χρονιάς. Το βιβλίο που είχαμε να διαβάσουμε και να συζητήσουμε ήταν ο «Ήλιος με μουστάκια» της Μελίνας Σιδηροπούλου. Το βιβλίο , ένα βιβλίο ενηλικίωσης, έχει κεντρικό πρόσωπο τη Μαρίνα. Οι 26 ιστορίες , κομμάτια- στιγμιότυπα της ζωής της ηρωίδας, κινούνται στα όρια της πραγματικότητας και του μαγικού ρεαλισμού . Ιστορίες που θυμίζουν ημερολογιακή καταγραφή, που μοιάζει να συνθέτουν ένα σύνολο στιγμών που δε θα ξεχάσει η Μαρίνα.


Η Κατερίνα έκανε την αρχή στη συζήτηση . Ο απλός , αλλά όχι απλοικός λόγος , τα βιογραφικά στοιχεία της συγγραφέα, αλλά και τα μηνύματα που περνούσε η καθεμιά ιστορία με απλότητα ήταν τα στοιχεία που ξεχώρισε. Αγαπημένη της ιστορία «Life is a cake, not a piece of» αλλά και η ομότιτλη με το βιβλίο για το γάτο Αντριάνο. Η Ραφαέλα συμφώνησε με την Κατερίνα. Το βιβλίο ήταν πολύ ωραίο και αγαπημένη της ιστορία η ιστορία του Αντριάνο- οι σκέψεις της Μαρίνας για το γάτο ήταν πολύ τρυφερές. Παράλληλα, της άρεσε η περιγραφή της σχέσης με την αδερφή της  αλλά και η φαντασία που διατρέχει το βιβλίο και ο κόσμος περιγράφεται μέσα από αυτό το πρίσμα.  Ο Γιώργος ξεχώρισε την εικονογράφηση του βιβλίου καθώς και τον τρόπο γραφής. Αγαπημένη του ιστορία «Η Λεμονιά», γιατί ήταν πολύ συναισθηματική , αλλά και η τελευταία «Time to say» στην οποία ο μελλοντικός εαυτός μιλάει στη Μαρίνα.  Η Αντριάνα μπερδεύτηκε αρκετά με τον τρόπο γραφής- κινείται μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας- αλλά παρόλα αυτά ξεχώρισε και εκείνη δύο ιστορίες : τη Λεμονιά και τον Ήλιο με μουστάκια. Στην ‘Ιριδα άρεσε η ιστορία του παππού από το μέτωπο, που δείχνει την ανθρωπιά και το μεγαλείο του ανθρώπου. Γενικά όμως αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν ότι η ηρωίδα έτεινε να βλέπει αισιόδοξα όλα τα συμβάντα της ζωής της – ακόμη και στο διαζύγιο των γονιών είδε μια θετική πλευρά.

 Η Ουλφέτ βρήκε ευκολοδιάβαστο το βιβλίο και τη συγκίνησε η τελευταία ιστορία του βιβλίου στην οποία η ίδια είδε τη γιαγιά –και όχι το μελλοντικό εαυτό της συγγραφέα- να δίνει την ευχή στην εγγονή της. Η Σεμά και η Σεντά δεν κατάλαβαν ιδιαίτερα τις ιστορίες και τον τρόπο που συνδέονταν μεταξύ τους – η ανάμειξη ρεαλισμού /φαντασίας τις μπέρδεψε. Ωστόσο, στη Σεντά άρεσε η ιστορία «Life is a cake, not a piece of» στην οποία συνδέονταν η ζωή και τα γλυκά.  Η Μαριλένα βρήκε πολύ ευφάνταστους τους τίτλους των ιστοριών και ευκολοδιάβαστο το σύνολο του βιβλίου. Έθιγε δύσκολα θέματα – διαζύγιο, θάνατος, χωρισμός- με έναν πολύ όμορφο τρόπο και αγαπημένες της ιστορίες ήταν η «Lufthansa» και η εικόνα των γλάρων να ακολουθεί το διάδρομο προσγείωσης που δημιουργείται από το αεροπλάνο (το τεράστιο εργόχειρο των επιβατών..) καθώς και η τελευταία «Time to say». Τέλος η Βικτώρια, παρόλο που τη δυσκόλεψε η γλώσσα –και κατέφυγε αρκετά συχνά στο google translate- διάβασε ολόκληρο και της φάνηκε σαν μια ημερολογιακή καταγραφή της Μαρίνας, σα να κρατούσε σημειώσεις καθώς μεγάλωνε.  Της άρεσε η ιστορία με το δίσκο του μπαμπά «Ιπτάμενος δίσκος» , αλλά και η ιστορία με τους γλάρους και τον Αντριάνο το γάτο.


Στη συζήτηση που ακολούθησε μιλήσαμε για τον πολύ όμορφο λόγο με τον οποίο δόθηκαν δύσκολα θέματα καθώς και για την υπέροχη εικονογράφηση του βιβλίου -  κάθε σελίδα και ένας μικρός πίνακας ζωγραφικής.  Οι παιδικές, εφηβικές αγωνίες αλλά και αργότερα οι ενήλικες στιγμές δίνονται με ένα μαγικό τρόπο – γλυκό, τρυφερό αλλά και συγχρόνως αληθινό. Η φαντασία που διατρέχει όλε στις ιστορίες είναι εκείνη που μας κέρδισε τελικά – και όπως είπε και η Κατερίνα μας θύμισε έργα ζωγραφικής του Νταλί , στα οποία απελευθερώνεται πλήρως η φαντασία του καλλιτέχνη. Άλλωστε η λογοτεχνία υπάρχει στη ζωή μας για να βοηθήσει τη διαφυγή μας από την πραγματικότητα , να δώσει μια άλλη διάσταση στο ρεαλισμό.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

"Το όνομά μου είναι Ντάνιελ Μπλέικ" - Έκθεση Β' Λυκείου

 

Έκθεση Β’ Λυκείου, ενότητα εργασία, επαγγελματικός προσανατολισμός, ανεργία. Με αφορμή τη θεματική αυτή προβλήθηκε η ταινία του Κεν Λόουτς «I, DANIEL BLAKE». Η ταινία θίγει και άλλα θέματα- γραφειοκρατία, στερεότυπα, ηλικιακός ρατσισμός.

Ο 59χρονος μαραγκός Ντάνιελ παθαίνει ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο, όμως το κράτος, πολύ πριν ο ίδιος είναι σε θέση να ξαναρχίσει να δουλεύει, αρνείται να συνεχίσει να του παρέχει επίδομα ασθένειας. Έτσι μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο ανελέητης γραφειοκρατίας, ταυτόχρονα με μια άνεργη νεαρή μητέρα.

Η ταινία του Κεν Λόουτς αφορά την κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και στη χώρα μας. Άνθρωποι που αναγκάζονται να ζήσουν με επιδόματα που δικαιούνται, αλλά το κράτος θα κάνει το καθετί να μην δοθούν. Άνθρωποι που βρίσκουν συμπαράσταση στον συνάνθρωπο και όχι στις απρόσωπες υπηρεσίες του κράτους. Άνθρωποι που γίνονται επαίτες, που συντηρούνται με τα τρόφιμα του κοινωνικού παντοπωλείου, που είναι αόρατοι για το σύστημα και κανείς δεν τους υπολογίζει. Ένα σύστημα που στερεί την ταυτότητα του πολίτη από τα μέλη του, από τους πολίτες που έντιμα έχουν δουλέψει και εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους.

Μετά την προβολή της ταινίας, ακολούθησε συζήτηση για όλα τα θέματα που θίγονται στην ταινία και οι μαθητές απάντησαν στο φύλλο εργασίας. Ακολουθούν το φύλλο εργασίας (μπορείτε να το κατεβάσετε) και οι απαντήσεις τους στο τελευταίο θέμα, στο οποίο μπορούσαν να γράψουν σε ελεύθερα κείμενα τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους για την αναλγησία του κράτους απέναντι στους δύο ήρωες- το Ντάνιελ και την Κέιτι. 

 




Η κυβέρνηση συχνά  περιορίζει τους πολίτες που αγωνίζονται να καλύψουν τις πιο βασικές τους ανάγκες προκειμένου να αποφύγουν την ευθύνη για τα βάσανά τους. Η συγκινητική ταινία  I, Daniel Blake εστιάζει σε αυτή την απάνθρωπη μεταχείριση των φτωχών. Το πιο σημαντικό είναι ότι ενσαρκώνει εκείνους που “απέτυχαν”  εξαιτίας κάποιων θεσμών που δημιουργήθηκαν για να τους προστατεύσουν και να τους εξυπηρετήσουν. Ο Ντάνιελ Μπλέικ αρνείται να συμβιβάσει τον αυτοσεβασμό του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χασει οποια στηριξη μπορουσε να του δωσει το κρατος, και αυτή η “αρχοντιά” είναι που τον κάνει τόσο αξέχαστο. Στην πιο θριαμβευτική του στιγμή, διεκδικεί ξανά το όνομά του από την κυβέρνηση και βάζει πρόσωπο στην αόρατη εργατική τάξη. Δεν είναι αριθμός - είναι ένα πραγματικό άτομο που συνέβαλε πραγματικά στην κοινωνία και αξίζει πραγματική βοήθεια. Η απόλυτη αδικία συμβαίνει στην τελευταία σκηνή της ταινίας, καταδεικνύοντας τη σοβαρότητα της αδιαφοριάς/αναλγησίας /αμέλειας της κυβέρνησης.

Στο έργο απεικονίζεται η σκληρή πραγματικότητα ακριβως οπως εχει, αφήνοντας τον θεατή να αναρωτιέται πώς μπορεί να μεταρρυθμιστεί ένα τέτοιο σύστημα ή αν χρειάζεται να ξαναχτιστεί.

 

 

Τη στιγμή που τελείωσε η ταινία με διακατείχε μια οργή αλλά και λύπη. Μιλάω σε παρελθοντικό χρόνο διότι δυστυχώς καταλάγιασαν αυτά τα συναισθήματα με το πέρασμα των ημερών. Κάπως έτσι πιστεύω σκόπευαν να ηρεμήσουν και τον Ντάνιελ Μπλέικ. Με τον καιρό πίστευαν πως θα σταματούσε να αγωνίζεται για τα δικαιώματά του, όμως εκείνος δεν ενέδωσε. Ο Ντάνιελ προχώρησε μέχρι τέλους αλλά δεν κατάφερε ποτέ να λυτρωθεί. Τελικά η ταλαιπωρία σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας τον πήραν νωρίτερα από ότι ήλπιζε. Μεγάλο κρίμα που το υποτιθέμενο κράτος πρόνοιας προσπαθεί -πολλές φορές πετυχημένα κιόλας- να ξεφορτωθεί τα κατώτερα ''άβουλα'' λαϊκά στρώματα ,όπως οι ηλικιωμένοι και οι άποροι, και να τους στερεί τα βασικά τους δικαιώματα. Η βάναυση στάση του συστήματος, όχι μονάχα στην Αγγλία αλλά σε όλες τις γραφειοκρατούμενες χώρες, αφήνει χιλιάδες στην απέξω και τους σέρνει από τη μία υπηρεσία στην άλλη, σαν σε λαβύρινθο δίχως τέλος, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να αγανακτούν και να καταλήγουν να παρατούν τη προσπάθεια. Εκεί ακριβώς αποσκοπεί ο ανάλγητος κρατικός μηχανισμός. Δεν είναι τυχαίο που στην ταινία αντικρίσαμε ηλικιωμένους που υποχρεούνταν να χειριστούν ένα σύνθετο μηχάνημα όπως ο υπολογιστής, με το οποίο εξάλλου έχουν ελάχιστη καθημερινή τριβή και επαφή. Μια τέτοια στάση σίγουρα δεν αντιστοιχεί στην εικόνα του κράτους φροντίδας και δημοκρατίας που προσπαθούν οι κυβερνήσεις να προβάλλουν στις λαϊκές μάζες. Τα δικαιώματα των πολιτών προσπέφτουν στην κατηγορία ''κουρελόχαρτο'' και καταπατώνται με διαφόρων ειδών τεχνάσματα και πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Το χειρότερο είναι πως ο κόσμος αντιλαμβάνεται τη κατάσταση και παρόλα αυτά δεν αναλαμβάνει κάποια δράση, μόνο ελάχιστοι, μικροί -στην προκειμένη μεγάλοι- επαναστάτες δείχνουν την κούραση τους δημόσια και εκφράζουν τις σκέψεις που πολλοί αποφεύγουν να εκφωνήσουν.

 

 

 

Η ταινία καταφέρνει με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο να παρουσιάσει την φτώχεια όχι ως μια κατάσταση για την οποία ευθύνεται ο φτωχός, αλλά ως ένα πρόβλημα που φτιάχνεται και αναπαράγεται από την ίδια την κοινωνία και την οργάνωση της. Οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν στην εργατική τάξη και οι περισσότεροι οδηγούνται στην φτώχεια για λόγους που εκτείνονται πέρα από τον δικό τους έλεγχο. Προσφέρουν ό,τι ξέρουν και μπορούν εκτελώντας το κοινωνικό τους καθήκον μέχρι αναγκάζονται να αιτηθούν τη βοήθεια του κράτους το οποίο δεν θέλει και δεν κάνει καμία προσπάθεια να τους ακούσει. Τους αντιμετωπίζει σαν πρόβλημα που χρήζει επίλυσης, όχι ως ανθρώπους που χρειάζονται την βοήθεια και την στήριξη της. Παρουσιάζεται η πραγματικότητα μιας πολιτείας που δεν προσφέρει πλέον τις υπηρεσίες της, δεν νοιάζεται να ανταποδώσει τα αναμενόμενα στους πολίτες της,  οι οποίοι αντιδρούν με όση υπομονή τους απομένει. Εκτίθεται ο θάνατος της κοινωνικής πρόνοιας που οφείλει ένα κράτος να προσφέρει στα μέλη της κοινωνίας. Εκθειαζεται η αλληλοβοήθεια των πολιτών και γίνεται μάλιστα κανόνας σε ένα γραφειοκρατικο σύστημα το οποίο όχι μόνο είναι δυσνόητο αλλά ειναι και δυσλειτουργικο. Έρχεσαι πραγματικά αντιμέτωπος με την εξουθένωση και την γελοιοποίηση εξαιτίας ενός συστήματος το οποίο συνεχώς προσπαθεί να στήσει πλεκτάνες εναντίον σου.

  Ο θυμός και η κούραση που προκαλεί αυτή η ταινία μέσω των χαρακτήρων είναι πραγματικά απερίγραπτη. Νιώθεις τον πόνο τους και την πίεση που δέχονται όχι μόνο από την κατάσταση τους αλλά και από τις ίδιες τις υπηρεσίες που υποτίθεται λειτουργούν για να τους προσφέρουν βοήθεια. Οι ιστορίες των ηρώων φαίνονται τόσο πραγματικές γιατί πολύ απλά είναι. Είναι αληθινές, ανήκουν σε χιλιάδες ανθρώπους γύρω μας και μάλιστα απειλούν και εμάς τους ίδιους πολύ περισσότερο από όσο θα θέλαμε να νομίζουμε.

 


 

Ζούμε σε μια κοινωνία όπου όλοι προσπαθούμε να επιβιώσουμε. Ο καθένας κοιτάει το δικό του συμφέρον και να βγάλει τη μέρα του χωρίς πολλά πολλά. Με τέτοια πρόσωπα βρέθηκε αντιμέτωπος ο άτυχος Ντάνιελ. Έψαχνε ένα φιλικό χέρι να τον βοηθήσει να βγάλει μια άκρη αλλά αντί αυτού, συγκρούστηκε με την ψυχρή στάση της κοινωνίας, αυτή που υιοθετεί όταν πρόκειται για βοήθεια σε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο ή σε έναν οποιονδήποτε άνθρωπο, όπως είδαμε και στη ταινία. Νιώθω αβοήθητη σε αυτόν τον κόσμο ξέροντας ότι όταν χρειαστώ βοήθεια δεν θα είναι κανένας εκεί. Η ταινία έδειξε μια πικρή αλήθεια που είναι δύσκολη να αποδεχτούμε. Μια σκληρή πραγματικότητα που ζούμε καθημερινώς. Άνθρωποι να μην έχουν την υγεία τους, δουλειές, φαγητό, σπίτι και παρόλα  αυτά καμία αντίδραση από την κοινωνία. Και αυτό με κανει να σκέφτομαι ότι στην θέση του Ντάνιελ η της Κειτι, θα μπορούσα να είμαι και εγώ και εσύ και όλοι μας. Και με κανει να σκέφτομαι πόσο τυχερη είμαι, που σε αυτήν την ζωή, δεν είμαι ο Ντάνιελ ή η Κειτι και που ακόμα, δεν έχω ανάγκη την βοήθεια της αδιάφορης κοινωνίας μας.

 

 

 

Έχοντας παρακολουθήσει την ταινία ‘I, Daniel Blake’, πολλά είναι τα συναισθήματα που δημιουργούνται και οι σκέψεις που κυριαρχούν το μυαλό. Ο θυμός και η αγανάκτηση, βρίσκονται σίγουρα ανάμεσα σε αυτά, καθώς καλούμαστε να συμμεριστούμε τον πρωταγωνιστή που αναγκάζεται να βιώσει όλες αυτές τις δυσάρεστες καταστάσεις, καταλήγοντας να δικαιολογούμε τις διάφορες αντιδράσεις του. Η αδικία που δέχονται άνθρωποι κοινωνικά αδύναμοι και μάλιστα σε μία τέτοια ηλικία, που θα έπρεπε να απολαμβάνουν για όσα μέχρι τότε έχουν εργαστεί, από ένα κράτος το οποίο αντί να τους υποστηρίζει, όχι μόνο αδιαφορεί για τους πολίτες του, αλλά τους κακομεταχειρίζεται, εκμεταλλευόμενο την οικονομική τους κατάσταση, μας πλημμυρίζει συμπόνια και κατανόηση για τους ανθρώπους αυτούς, που πέρα από το κράτος, έχουν να αντιμετωπίσουν και την αδιαφορία όσων δουλεύουν για το σύστημα. Ο ήρωας, παρά το ότι δεν είναι νέος για να παλέψει και να διεκδικήσει τα όσα δικαιούται, αντιδρά και αντιστέκεται σε ένα σύστημα που καλλιεργεί τη φτώχια, τη μιζέρια και την εξαθλίωση, δεν το κάνει μόνο για τον ίδιο αλλά και για όσους αντιμετωπίζουν την ίδια κατάσταση, κάνοντας μας αλληλέγγυους και υποστηρικτές, ανθρώπους που οφείλουν να νοιάζονται για τον συνάνθρωπο και να συμπάσχουν μαζί του.

 

 

Με αφορμή την ταινία που είδαμε σήμερα όλο το Β3, θα ήθελα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου κυρίως για την ανάλγητη στάση του κράτους απέναντι στους ήρωες της ταινίας. Αρχικά η ταινία εκτός από συγκινητική, περνούσε και πολλά μηνύματα τα οποία άγγιζαν τον άνθρωπο εφόσον μας έδειχνε μια καθημερινότητα και τα προβλήματα της.

      Κατά την διάρκεια της ταινίας ήρθα αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα η οποία είναι απαίσια, διότι το κράτος εκμεταλλεύεται τους πολίτες  του σε  υπερβολικό  βαθμό. Μου  δημιουργήθηκαν συναισθήματα αρνητικά εφόσον οι πολίτες αναζητούν το δίκαιο τους, ενώ οι μόνοι που μπορούν να δώσουν λύση είναι οι δημόσιες υπηρεσίες). Βλέπουμε πως το κράτος δεν κάνει σωστά τη δουλειά του και πως ο κόσμος υποφέρει εξαιτίας του και πως αναγκάζονται να κάνουν πράγματα απάνθρωπα για να επιβιώσουν. Σε έναν κόσμο λοιπόν, που υπάρχουν ήδη προβλήματα, το κράτος επιλέγει να φερθεί άδικα σε ανθρώπους που είναι απελπισμένοι. Επιπλέον παρουσιάζεται η δυναμη της εξουσίας και του καθαρού κέρδους από το κράτος και πράγματι είναι πολύ στενάχωρο. Όμως ένα είναι το μάθημα που πρέπει να κρατήσουμε από όλο αυτό και δεν είναι  άλλο από το ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε για το δίκαιο μας, για την ελευθερία μας, για την δουλειά μας, για εμάς τους ίδιους και για ό,τι άλλο μας πνίγει στην αδικία. 

        Τέλος εφόσον προσπαθούμε χωρίς να σταματήσουμε πάντα θα κερδίσουμε με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Ντανιελ κέρδισε τον σεβασμό ως πολίτης και κατάφερε να μπει στις καρδιές όλων μας.

 

 

Συμφωνα με την ταινια, το κρατος δεν εχει καμια προθεση να βοηθησει ανθρωπους που εχουν αναγκη απο οικονομικη υποστηριξη, βαζοντας τους σε μια πολυ δυσκολη θεση. Σκοπος του κρατους ειναι να κανει την διαδικασια αιτησης για ενα επιδομα δυσκολη και χρονοβορα, μεχρι να οδηγησει τα θυματα της φτωχιας στην απελπισια και να παρατησουν καθε προσπαθεια, απλα για να μην <<χασει>> το κρατος χρηματα. Μια πολυμελης οικογενεια, ή ακομα και ενας ηλικιωμενος με προβλημα υγειας, που δεν βγαινουν τα χρηματα με το χαμηλο εισόδημα που λαμβανουν ή ειναι εντελως ανεργοι λογο της καταστασης τους, σπρωχνονται στο περιθωριο απο τους ανθρωπους που αποκαλουμε "Δημοκρατες", οι οποιοι πιστευουν στην ισοτητα. Πολλοι ανθρωποι τα παρατανε καθως βλεπουν οτι εχουν κολλησει σε ενα φαυλο κυκλο, αλλα χαρακτηριστικο παραδειγμα απο τον εναν ανθρωπο που αντιστάθηκε στο κρατος και την ανευθυνοτητα του ειδαμε στην ταινια. Για να καταφερει προεβη σε δικαστικες διαδικασιες μήπως μπορεσει επιτελους να παρει το επιδομα που δικαιουται. Χρειαστηκε να κανει τρομερες προσπαθειες, μια απο τις οποιες οδηγησαν στην συλληψη του. Απο την αλλη, ειδαμε και μια κοπελα η οποια δεν ειχε το κουραγιο να πολεμησει τη κυβερνηση, και κατεφυγε στην πορνεια για να μπορεσει να φροντισει την οικογενεια της. Ολη η ταινια ειναι ενα μηνυμα σε ολους εμας τους <<ελευθερους>> πολιτες, πως πρεπει να πολεμαμε για τα δικαιωματα μας μεχρι θανατου, οπως ακριβως εκανε και ο Ντανιελ, και δεν μπορουμε να αφησουμε κανεναν να τα καταπατησει.

 

 

Το κράτος συχνά αντιμετωπίζει τα μέλη της κοινωνίας με βάρβαρη στάση και αδιαφορία. Περιορίζουν τους πολίτες που αγωνίζονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, προκειμένου να αποφύγουν την ευθύνη για τα βάσανα τους. Η συγκινητική ταινία αναδεικνύει αυτή την απάνθρωπη μεταχείριση των ανθρώπων που υποφέρουν από τη φτώχεια/ανεργία. Όλη αυτή η στάση του κράτους μου προκάλεσε οργή και απογοήτευση αλλά και παράλληλα με έκανε να αισθανθώ αβοήθητος και αδύναμος. Όλα αυτά τα συναισθήματα διότι, όταν είχαν ανάγκη το κράτος οι ήρωες, δεν πήραν την βοήθεια που θα έπρεπε. Προφανώς οργίζεται και απογοητεύεται κανείς, αφού υποθετικά το κράτος είναι εκεί για να σε βοηθήσει όταν εσύ το έχεις ανάγκη και έχεις προσφέρει σε αυτό κι αυτό δεν κάνει απολύτως τίποτα. Σαν να θεωρεί και τον δικό σου χρόνο που ασχολήθηκες μαζί του ασήμαντο. Ο χρόνος που χάνεις για να ζητήσεις βοήθεια, ασήμαντος. Δεν θέλουν να σου διαθέσουν τον πολύτιμο τους χρόνο καθώς εσύ θεωρείσαι μια άλλη ασήμαντη κουκίδα για εκείνους. Ο μόνος τρόπος για να τραβήξεις την προσοχή τους μάλλον είναι να κάνεις μια πράξη που να θεωρηθεί παράνομη. Για αυτό το λόγο και η αίσθηση του αβοήθητου και αδύναμου, καθώς δεν είναι απίθανο να βρεθώ κάποια μέρα εγώ ο ίδιος στη θέση των ηρώων. Αφού όλα όσα δεν συμβαίνουν σε εμάς τα θεωρούμαι μακρινά και ασήμαντα. Δε θα έπρεπε να δεχόμαστε αυτή την στάση του κράτους απέναντι στους πολίτες, απέναντί μας.

 

 

 

 

Στην ταινία που είδαμε, ξεδιπλώθηκε ένα κοινωνικό Δράμα .Οι ήρωες -  τόσο η μητέρα με τα παιδιά της  - όσο και ο ηλικιωμένος παππούς έκαναν υπεράνθρωπες προσπάθειες να επιβιώσουν.

Οι δομές του Κράτους, τα ηλεκτρονικά του συστήματα και κρατικοί υπάλληλοι, δεν αφήνουν περιθώριο για συναισθηματικές αντιμετώπισης των ατόμων που χρειάζονται βοήθεια για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Η  κοπέλα ζούσε χωρίς ρεύμα φτωχικά και είχε την ευθύνη των δύο ανήλικων παιδιών της .Ωστόσο η οικονομική της κατάσταση δεν συγκίνησε τον σεκιουριτά που την έσπρωξε στην εκπόρνευση αντί για μία καλή εργασία . Ο παππούς αντιμετωπιζόταν ως ενόχληση και πρόβλημα από τους υπαλλήλους των υπηρεσιών εκτός από μία υπάλληλο που του φέρθηκε ανθρώπινα η συμπόνια .Η  φιλευσπλαχνία ,η ανθρωπιά η προσφορά προς τον συνάνθρωπό, και όλα αυτά που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο πολιτισμό, δεν χαρακτηρίζουν τον Κρατικό τομέα.  Οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται άκαρδα, αδιάφορα και αφιλόξενα ως αναλώσιμοι και ως σκέτα  αριθμητικά στοιχεία . 

 

 

 

Στην ταινία αυτή, Ι Daniel Blake,  παρουσιάζεται μια κυβέρνηση, ένα κράτος με ανάλγητη στάση απέναντι στους πολίτες του. Σε πολλά σημεία, αν όχι σε όλα, κανείς θα μπορούσε να πει ότι αυτό το κράτος μοιάζει αρκετά με το σημερινό. Όπως είδαμε στην ταινία, οι ήρωές μας  ήρθαν πολλές φορές αντιμέτωποι με καταστάσεις άδικες. Ιδιαίτερα στις δημόσιες υπηρεσίες. Εκεί ανεξάρτητα από το δίκιο τους αναγκάζονταν να έχουν άδικο. Το συναίσθημα της πίεσης φάνηκε να ήταν μεγάλο. Το να έχεις το δίκιο με το μέρος σου και να αναγκάζεσαι να υποχωρείς πάντα πονάει. Από την ταινία φάνηκε ότι το κράτος συνήθως νικά και σε ελάχιστες περιπτώσεις ο πολίτης. Γεγονός που συμβαίνει εξαιτίας της δύναμης την οποία κανένας δεν θέλει να χάσει, και όλοι την κρατούν μέσα από αδικίες. Τι ΄΄αρχηγός΄΄ , με τι κράτος  είσαι τη στιγμή που δεν μπορείς  ούτε να φερθείς έντιμα αποδίδοντας δικαιοσύνη; Πως μπορείς να είσαι χαρούμενος όταν με τις εντολές σου κάνεις τον κόσμο να υποφέρει , και το ξέρεις;  Πως γίνεται κάτι τέτοιο  να ονομάζεται δημοκρατικό κράτος.

 Η στάση απέναντι στους ήρωες ήταν από σκληρή μέχρι απάνθρωπη. Το να αφήνει ανθρώπους να ζουν στην πείνα, να βιώνουν καταστάσεις τόσο δύσκολες που όσο δυνατός και αν είσαι θα λυγίσεις, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί βασανιστήριο. Να θέτεις τους κανόνες πάντα ευνοϊκούς για εσένα μα ποτέ για τους άλλους. Τέτοιες ενέργειες δεν θα έπρεπε να είναι απλά κατακριτέες , αλλά να τιμωρούνται.  Άραγε γιατί αν το έκανε κάποιος αυτό θα έπρεπε να καταδικαστεί,  αλλά το κράτος όχι; Γιατί ένα τέτοιο αδίκημα χρόνων δεν έχει καταδικαστεί; Γιατί πραγματικά όταν η ενσυναίσθησή σου έχει χαθεί μέσα στον άνεμο,  τότε πως θεωρείσαι ο  ΄΄ανώτατος αρχηγός΄΄. Γενικότερα, το κράτος των  ηρώων δεν θα μπορούσε να μην θεωρηθεί άδικο και αυστηρό. Απαθες και αναίσθητο. Ανίκανο να προσφέρει τα βασικά. Μια καλή ζωή.

 

 

  Στις μέρες μας, έχει γίνει φανερό το γεγονός πως έχει αλλάξει κατά μεγάλο βαθμό η δομή του συστήματος που αντιμετωπίζει τους πολίτες -  σε άλλες χώρες προς το καλύτερο και σε άλλες προς το χειρότερο. Στην ταινία αυτή βλέπουμε, μια περίπτωση στην οποία οι κοινωνικές δομές  της χωράς αυτής αντιμετωπίζουν τους πολίτες με χείριστο τρόπο.

  Αρχικά, ο τρόπος αντιμετώπισης των πολιτών, σε αυτό το κράτος, με θλίβει ιδιαίτερα, διότι οι ήρωές μας από την στιγμή που χρειάστηκαν να κάνουν τα απαραίτητα βήματα για να λάβουν το επίδομα τους, το ίδιο το κράτος τους στεκόταν εμπόδιο, χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους για να αποτύχουν. Ένας από τους πιο βασικούς και κυριότερους τρόπους ήταν οι νομοι, οι οποίοι δεν ήταν σαφείς  και δεν ήταν προσιτοί για το ευρύτερο κοινό. Πιο συγκεκριμένα, το κράτος θέσπισε τους νόμους, χωρίς να λάβει υπόψιν τις ανάγκες των πολιτών του, με αποτέλεσμα οι ήρωες μας και γενικότερα οι πολίτες να αναγκάζονται να αντιμετωπίζουν αρκετά δύσκολες καταστάσεις.

  Η Κέιτι είχε έρθει σε αυτή την πολιτεία για ένα καλύτερο μέλλον για αυτήν και τα παιδιά της, ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως το είχε φανταστεί. Κανένας από τους ήρωες δεν είχε οραματιστεί πως θα εξελισσόντουσαν έτσι τα γεγονότα, σε τόσο άσχημο βαθμό. Για αυτό ο Ντάνιελ αφού έβλεπε πως δεν άλλαζε τίποτα, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, προκειμένου να βοηθήσει τον ίδιο, αλλά και την Κειτι με την οικογένεια της.

  Στο τέλος, για άλλη μια φορά τα γεγονότα συνέβησαν όπως το περίμενε κανείς, με τον θάνατο του Ντάνιελ. Ωστόσο, με τις ενέργειές του, κατάφερε να ξεσηκώσει μια μικρή ομάδα ανθρώπων, που στο μέλλον θα μπορούσε να προβεί σε κάποια αλλαγή.

  Παρόμοια περιστατικά συμβαίνουν και στην πραγματικότητα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη κάτι το οποίο είναι πολύ θλιβερό και άσχημο να συμβαίνει. Καλό θα ήταν, σιγά σιγά ο κόσμος να άρχιζε να αντιστέκεται σε τέτοιου είδους φαινόμενα, έτσι ώστε να συμβάλλουν στην εξάλειψη τους(των φαινομένων αυτών).       

 

 

 

Η ταινία «I, Daniel Blake» εκτός από την πτυχή της σκληρής ζωής -  που κάποιοι άνθρωποι βιώνουν περισσότερο από όσο φανταζόμαστε κι αυτό συμβαίνει γιατί δεν είναι όλα ρόδινα σε αυτήν την ζωή και μερικές φορές θα χρειαστεί να παλέψεις -  μας δείχνει επίσης την πτυχή ενός  κράτους που έχει μια ανάλγητη στάση απέναντι στους πολίτες. Αυτή η πλευρά είναι όντως αληθινή και είναι συχνές και αρκετά συνηθισμένες οι περιπτώσεις στις οποίες συμβαίνει. Το κράτος δεν σεβόταν τις ανάγκες των πολιτών και τους φερόταν με κατωτερότητα λες και η εξυπηρέτηση των πελατών δεν είναι η προτεραιότητα των δημόσιων υπαλλήλων και είχαν άλλες δουλειές με τις οποίες έπρεπε να ασχοληθούν. Αν και οι πολίτες αντιμετώπιζαν κάποια προβλήματα, το κράτος αντί να τους βοηθήσει, δεν τους έδινε περιθώρια και τις δυνατότητες να καταφέρουν να πάρουν για παράδειγμα ένα επίδομα υγείας. Δεν ήταν καθόλου  εξυπηρετικοί απέναντι τους και έτσι όλες αυτές οι ενέργειες τους ωθούσαν να λάβουν άλλα μέτρα παρά να ακολουθήσουν όλες αυτές τις διαδικασίες και τα πρωτόκολλα.  . Πιστεύω πως εφόσον διαλέγεις ένα επάγγελμα θα πρέπει να προσπαθήσεις να κάνεις όσο καλύτερα μπορείς αυτή την δουλειά και εφόσον διάλεξες να γίνεις δημόσιος υπάλληλος, η βοήθεια που θα προσφέρεις στον πολίτη θα πρέπει να είναι ότι πιο σημαντικό.       

  Στις μέρες μας για να πάρει κανείς το επίδομα που του αξίζει ή ένα επίδομα ασθένειας πρέπει να ταλαιπωρηθεί αρκετά. Είναι λοιπόν ένα πρόβλημα το οποίο ειδικότερα στην εποχή μας έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό. Με αφορμή μία ταινία που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω εχθές, θα εκφράσω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματα μου σχετικά με την ανάλγητη συμπεριφορά και στάση του κράτους.

      Αρχικά, όποιος θα έχει την ευκαιρία να δει αυτή την ταινία το πρώτο πράγμα που θα διαπιστώσει είναι το πόσο ασεβείς είναι οι εργαζόμενοι στο γραφείο κοινωνικής μέριμνας. Είναι πραγματικά γελοίο μια γυναίκα η οποία ήρθε από μία ξένη πόλη με δύο παιδιά να χάνει την σειρά της και μαζί το επίδομα της, επειδή έχασε το λεωφορείο και άργησε πέντε ΟΛΌΚΛΗΡΑ λεπτά σύμφωνα με την εργαζόμενη του γραφείου. Ακόμη το γεγονός ότι αυτοί που δουλεύουν σε εκείνα τα γραφεία τη μόνιμη απάντηση σε κάθε ερώτηση των πελατών είναι <<Το κράτος λέει…>>. Μόνο και μόνο από αυτή την απάντηση καταλαβαίνουμε, πως το κράτος είναι δίπλα στους πολίτες στα λόγια και όχι στις πράξεις. Επιπλέον, παρατηρώντας την ταινία κατάλαβα πως το κράτος απλά καθυστερούσε τον θάνατο του πρωταγωνιστή. Δηλαδή τον υποχρέωνε να κάνει διάφορες δοκιμασίες οι οποίες για εκείνον ήταν ακατόρθωτες και δεν είχαν κανένα απολύτως αποτέλεσμα.

         Στη συνέχεια θα ήθελα να αναφερθώ στα συναισθήματα μου σχετικά με την στάση του κράτους. Το μόνο που νιώθω είναι θυμός! Άντι το κράτος να βοηθάει τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη, τους επιβαρύνει! Δεν ήταν πάντα έτσι η κοινωνία μας, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο αυτό… Κάποτε το κράτος νοιαζόταν για τους πολίτες του. Ακόμη νιώθω απόγνωση και στεναχώρια διότι βρισκόμαστε στο 2022 και το πρόβλημα της ανεργίας και των άστεγων αντί να μειώνεται , αυξάνεται. Μπορώ να πω πως είμαι ιδιαίτερα προβληματισμένη διότι μπορεί εγώ ή κάποιος συγγενής μου κάποια μέρα να μπούμε στην θέση των πρωταγωνιστών και θα λάβουμε την ίδια αντιμετώπιση διότι οι εργαζόμενοι είναι <<πιόνια>> του κράτους, με αποτέλεσμα να ακολουθούν τις οδηγίες του χωρίς να σκέφτονται εάν αυτό είναι σωστό.

        Συμπερασματικά πιστεύω πως το κράτος πλέον είναι παρών μόνο στα εύκολα και στα δύσκολα το βάζει στα πόδια. Πρέπει λοιπόν, ο καθένας μας να κάνει την δική του επανάσταση. Πρέπει επιτέλους οι πολίτες να μιλήσουμε!                                            

 

 

 

 

Ειναι δυνατον να μας φέρονται σαν ζωα και χειροτερα; Τετοιες συμπεριφορες απο ατομα με <<δυναμη>>,προς πιο αδυναμους τους με αφηνουν αναυδο. Μιλαω συγκεκριμενα για κατι το οποιο παρακολουθησα στην ταινια <<I,daniel Blake>>,οπου ο πρωταγωνιστης ειχε ενα σοβαρο καρδιακο επεισοδιο,το οποιο τον κατέστησε ανικανο να δουλεψει.Ειχε επιβεβαιωμενη αναγκη απο καρδιολογο και αλλους γιατρους που επισκεφτηκε,να μην εργαστει για ενα χρονικο διαστημα ωσπου να αναρρώσει..Αυτο ομως ηταν κατι που δεν <<άγγιζε>> τους δημοσιους υπαλληλους μιας υπηρεσιας κοινωνικης μεριμνας,καθως οταν προχωρησε σε αιτηση για επιδομα ασθενειας,δεν ελαβε ποτε σαφη απαντηση για το πως να πραξει.Μαλιστα,η αιτηση του δεν εγινε αποδεκτη θεωρωντας πως ηταν ικανος να εργαστει παρολες τις γνωματευσεις των γιατρων.Γενικα με εκπλήσσει το πως πολλες φορες αυτα τα ατομα που εργαζονται στο δημοσιο και εκτελουν εντολες απο το κρατος,μοιαζουν σαν να μιλας με ρομποτ και οχι  ανθρωπο.Ενω προσπαθεις να τους εξηγησεις το προβλημα σου και βασιζεσαι πανω τους να το λυσουν,απαντουν με βαση τον νομο μοναχα και οχι και την αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο.

Και δεν ηταν μονο η περιπτωση του daniel αλλα και πολλων αλλων ανθρωπων που ζητουσαν επιδομα ανεργιας καθως δεν ειχαν λεφτα να ζησουν.

   Ολα αυτα μου προκαλουν λυπη καθως ειναι απανθρωπο να μην βοηθαμε εναν συνανθρωπο μας, ο οποιος το εχει αναγκη η ακομα και να του δυσκολευουμε την ζωη θετοντας του διαφορες εργασιες που ειναι αδυνατον να κανει,ενω εκεινος εχει αναγκη.Επισης,προβληματιζομαι ιδιαίτερα γιατι σκεφτομαι πως αν μια μερα βρεθω στην ιδια θεση με αυτους τους ανθρωπους,κατα πασα πιθανοτητα θα λαβω την ιδια αντιμετωπιση.Τελικα μεσα απο τετοιες καταστασεις καταλαβαινει κανεις πως η ζωη ειναι πολυ σκληρη και οτι μια μερα μπορει να αλλαξουν ολα και να πεσουμε στην ανάγκη καποιων οι οποιοι δεν θα μας την δώσουν διοτι δεν ενδιαφερονται για εμας.

 

 

Πραγματικά η συμπεριφορά του κράτους ως προς τους πολίτες του ήταν απερίγραπτη. Η δουλειά του ήταν όχι να εξυπηρετήσει τους ανθρώπους και να διευκολύνει τις δουλειές τους αλλά να τους δυσκολέψει τόσο πολύ μέχρι που θα φτάσουν στο σημείο να τα παρατήσουν. Αυτό ήταν προς όφελος του κράτους, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα γλίτωνε από το να δίνει επίδομα στους ηλικιωμένους. Οι περισσότεροι υπάλληλοι του ήταν αναίσθητοι και δεν κατανοούσαν τα προβλήματα των ανθρώπων. Δρούσαν σύμφωνα με τους κανόνες που είχε θέσει το κράτος, με αποτέλεσμα να είναι κουραστικοί απέναντι στους ανθρώπους.

 

 

 

Προσωπικα πιστευω οτι η σταση της κοινωνικης προνοιας απέναντι στον κεντρικο ηρωα ηταν απολυτως λαθος επειδη ενω αυτος ζητουσε βοηθεια απο εκεινους και προσπαθουσε να επιστρεψει στην δουλεια του αυτοι εβρισκαν διαφορες δικαιολογιες για να τον καθυστερησουν και στο τελος του εκοψαν και το επιδομα ασθενειας. Και ολα αυτα επειδη δεν μπορουσε να φτιαξει τα χαρτια του μεσω του υπολογιστη και αρνιούνταν να τον βοηθησουν. Κατα την γνωμη μου επρεπε να ειχαν μια καλυτερη σταση μπροστα του αν και οταν τα σκεφτομαστε λιγο πιο λογικα εφταιγε περισσοτερο το συστημα της πολιτειας παρα το προσωπικο επειδη και αυτοι ειναι αναγκασμενοι να κανουν το καθηκον τους σωστα.

 

 

 

Πρόσφατα παρακολουθήσαμε μια ταινία που μας μετέφερε ένα πολύ ωραίο κοινωνικό μήνυμα.

Η ταινία  μας παρουσίασε τα προβλήματα άνεργου πολίτη και το πως οι κοινωνικοί υπάλληλοι τον αντιμετωπίζουν με σκληρότητα χωρίς υπομονή και θέληση για να τον βοηθήσουν.

Αυτή η ανάλγητη στάση του κράτους απέναντι στους ήρωες αυτής της ταινίας μου δημιούργησε αρνητικά συναισθήματα , διότι αυτοί οι ήρωες είχαν πραγματική ανάγκη για εργασία και προσπαθούσαν πολύ έστω να πάρουν και ενα μικρό επίδομα για να μπορούν να συντηρούν την οικογένεια τους και το κράτος με τους αυστηρούς νόμους και τις απαιτητικές διαδικασίες τους το είχε  στερήσει με αποτέλεσμα κάποιους να τους ανάγκαζε να κάνουν πράγματα «ανήθικα».

Έπειτα αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν το πως ο πρωταγωνιστής της ταινίας παρά τα προβλήματα υγείας του και πολλά αλλά δεν δίστασε και δεν αδιαφόρησε να βοηθήσει μια άγνωστη γυναίκα με τα δυο παιδιά της, χωρίς να περιμένει  αντάλλαγμα.

Στο τέλος το άδικο για μένα ήταν πως στο τέλος αφού όλα είχαν μπει σχεδόν σε μια ευθεία ο κύριος αυτός έχασε την ζωή του απο έμφραγμα χωρίς να δικαιωθεί..

Και αυτό ήταν που με συγκλόνισε διοτι απο κει που περίμενα ενα αίσιο τέλος είχε και την πίκρα του ….

 Είναι καλό να βοηθάμε τους συνανθρώπους μας 

Να μην δείχνουμε αχαριστία και αδιαφορία για κανέναν γιατί όπως εμείς πονάμε και νιώθουμε αβοήθητοι έτσι και εκείνοι .

 

 

 

 

Παρατηρώντας καθόλη τη διάρκεια της ταινίας αυτη την βάναυση και άδική στάση του κράτους απέναντι στους κεντρικούς ήρωες της ταινίας, τα συναισθήματα που προκαλούνται σε εμένα αλλά και στους περισσότερους ανθρώπους, είναι ο θυμός αλλά και η στεναχώρια αφού ενώ βλέπουν σε τι δύσκολη θέση αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται, δεν συμμερίζονται τον πόνο τους. Αντιθέτως, προσπαθούν να τους κάνουν την ζωή ακόμα δυσκολότερη, αγνοώντας παντελώς τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Τέλος, και ίσως το πιο έντονο συναίσθημα που μου δημιουργήθηκε είναι η απογοήτευση καθώς αυτή η κατάσταση παραμένει ίδια και απαράλλαχτη χρόνια τώρα, ταλαιπωρώντας όλους αυτούς τους ανθρώπους που προσπαθούν μάταια να βρουν το δίκιο τους.

 



Αυτή η ταινία μας παρουσίασε τη σκληρή πραγματικότητα.  Έτσι ζούνε πολλοί σήμερα . Το κράτος αδιαφορεί πλήρως για τις ανάγκες των πολιτών.  Ο συγκεκριμένος δεν ήταν σε θέση να δουλέψει και αυτοί αντί να τον "προστατεύσουν " τον έκριναν ικανό να δουλέψει.  Αντίθετα με την Κειτι της έκοψαν το επίδομα και δε μπορούσε να ζήσει τα παιδιά της . Άργησε  στη συνάντηση και αντί να την εξυπηρετήσουν έκριναν ότι έπρεπε να ήταν στη  ώρα της. Είναι απαράδεκτη η στάση απέναντι στους πολίτες.

         Είναι τρομακτικό αυτό που συμβαίνει. Αντί να αισθανόμαστε ασφάλεια, φοβόμαστε να "κινηθουμε". Επικρατεί ότι αυτός που έχει εξουσία είναι αυτός που εξουσιάζει αλλα σε ενα δημοκρατικο πολιτευμα ο λαος πρέπει να παιρνει μερος στις αποφασεις. Η αδιαφορία είναι η ρουτίνα. Ο εργαζόμενος θα ακολουθήσει τα πρωτόκολλα και με αυτά θα πορεύεται επειδή κάποιος άλλος το έκρινε.  Δεν μας επιτρέπεται να συμπαραστεκόμαστε, να σεβόμαστε, να έχουμε γνώμη. Δεν έχουμε όνομα. Αποτελούμαστε από αριθμούς και έτσι είμαστε περασμένοι στα χαρτιά του κράτους. Είναι δραματικό και ειρωνικό το πως από άνθρωποι με ονόματα γίναμε αριθμοί.



Μετά το τέλος της ταινίας αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο για να εκφράσω τα συναισθήματα που μου δημιούργησε καθώς με μεγάλη μου λύπης συνειδητοποίησα πως η ταινία δεν ταυτίζεται με κάποια μακρινή δυστοπια, αλλά με την καθημερινή μας ζωή. Το κοινό που έχουν οι ηρωες της ταινία είναι το ότι τυγχάνει να είναι άνεργοι• Ο Ντανιελ λόγω μιας καρδιακής πάθησης και η Κειτι επειδη δεν την βόλευαν τα ωράρια λόγω των σχολείων των παιδιών της. Και οι δύο άνεργοι, όπως και πολλοι άνθρωποι στην καθημερινότητα μας, αντιμετωπίζονται άδικα από το κράτος. Είτε δεν τους παρέχονται αρκετά για να ζήσουν γιατί το κράτος δεν τα κρίνει αναγκαία για την επιβίωση τους, όπως, για παράδειγμα,στην περίπτωση της Κέιτι που στο κοινωνικό παντοπωλείο συνειδητοποιεί ότι τα προϊόντα για την περίοδο θεωρούνται πολυτέλεια και κανει μια απόπειρα να τα κλέψει από ένα κατάσταση. Είτε επειδη δεν υπάρχει κατανόηση από τους υπαλλήλους μιας κρατικής υπηρεσίας (;) όταν προσπαθούν να εξηγήσουν γιατί δεν μπορούν να δουλέψουν για κάποιο χρονικό διάστημα,  όπως στη περίπτωση του Ντανιελ. Οι άνεργοι συμπολίτες μας όπως και οι χαρακτήρες της ταινίας δεν είναι άνθρωποι δεν θέλουν να δουλέψουν και σίγουρα η ανεργία δεν ήταν επιλογή τους καθώς είναι ξεκάθαρη η αρνητική επίδραση που έχει στην ψυχολογία τους και πρέπει να αντιμετωπίζονται με συμπόνια και κατανόηση. Δεν αξίζουν κάτι λιγότερο επειδή έτυχε να χάσουν την δουλειά τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανεργια δεν αναιρεί την ιδιότητα του πολίτη, και οι άνεργοι έχουν δικαίωμα στην δίκαια αντιμετώπιση, στην παροχή βοήθειας εφόσον την χρειάζονται. 


Οι βασικοι ήρωες μας ο Ντάνιελ Μπλέικ και η Κέιτι είναι άνεργοι πολίτες στην Αγγλία.

Ο Ντάνιελ ένας μαραγκός με εμπειρία 40 χρόνων παθαίνει καρδιακή προσβολή και αναγκάζεται να σταματήσει την δουλειά του για να αναρρώσει. Χωρίς δουλειά δεν έχει εισόδημα άρα δεν μπορεί να καλύψει βασικές βιοτικές ανάγκες. Αναγκάζεται επομένως να ζητήσει επίδομα ασθένειας ή επίδομα ανεργίας  που στο τέλος δεν παίρνει τίποτα από τα δύο. Η Κέιτι απο την αλλη πλευρα είναι μια νέα κοπέλα που πρέπει να μεγαλώσει δυο παιδιά μόνη της σε μια ξένη πόλη χωρίς κάποιον συγγενή ή κάποια βοήθεια να κάνει μια καινούργια αρχή. Δυσκολεύεται να βρει μια καλή δουλειά για να μεγαλώσει τα παιδιά της και να επιβιώσουν γενικότερα. Και οι δύο ήρωες μας άνεργοι χωρίς καμία βοήθεια από το κράτος που πρέπει να τους βοηθήσει.
Το κράτος αντιμετωπίζει τους ήρωες σαν ζώα. Τους αντιμετωπίζει σαν να είναι ένας αριθμός, ένα Α.Φ.Μ., χωρίς να έχουν προσωπικότητα και τίποτα να τους ξεχωρίζει απο τους υπόλοιπους πολίτες. Δεν δίνει καμία σημασία στις καταστάσεις και τι βιώνουν αυτοί και μπορεί να παρομοιαστεί σαν ένα ρομπότ που εκτελεί αλγορίθμους.