Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

If I die tomorrow –Motley Crue

If I die tomorrow, as a minute fade away , I cant remember , have I say all I can say? It brings out the worst in me when you’re not around. I miss the sound of your voice, the silence seems so loud…..


Η κυρα-Ελευθερία πέθανε, με την Λουΐζα τα χαλάσαμε, οι κολλητοί μου με χέσανε, αν το σκεφτείς ακούγεται αστείο. Πόσο γκαντέμης παίζει να είναι ένας άνθρωπος? ‘Όλα αυτά έγιναν για να καταλήξει έτσι στο τέλος ? Ένα τεράστιο τίποτα. Με πιάνει μερικές φορές να σκέφτομαι την Λουΐζα .Θέλω να της μιλήσω, να της ζητήσω συγνώμη για την μαλακία που έκανα αλλά φοβάμαι αυτά που θα μου πει. Τέσπα πολύ το σκέφτηκα. Θα πάω και ότι γίνει.

Σηκώθηκα αποφασισμένος και πήγα έξω από το σπίτι της. Της έστειλα μήνυμα ότι ήθελα να της πω κάτι. Τώρα το τι θα της έλεγα ήταν άλλο θέμα. Ότι μου έβγαινε εκείνη τη στιγμή. Αν και για να πώ την αλήθεια δεν περίμενα να θέλει να με δεί.

Ξαφνιάστηκα όταν την είδα να βγαίνει από το σπίτι της και να έρχεται εκεί που την περίμενα

«Γεια.» της είπα και προσπάθησα να χαμογελάσω.

«Γεια.» μου είπε ξερά. «Τι ήθελες να μου πεις?»

«Ε… Τις τελευταίες μέρες σε σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν αυτό που έγινε μεταξύ μας και έχω μετανιώσει…»

«Άκου Θανάση, μ’ αρέσεις αλλά δεν τραβάει μεταξύ μας. Όταν ωριμάσεις και καταλάβεις τι πραγματικά θέλεις τότε έλα να με βρεις. Τώρα συγνώμη πρέπει να φύγω, γεια» είπε και με άφησε έτσι στη μέση του δρόμου να κοιτάω το τίποτα σαν χαμένος.

Σκεφτόμουν αυτά που μου είχε πει. Δεν ήξερα τι ήθελα? Μπορεί και να μην ήξερα.



Πήγα μια βόλτα να ξελαμπικάρω γιατί αυτό που έγινε με χάλασε. Έβγαλα το mp3 απ’ την τσέπη και άρχισα να ακούω το ‘If I die tomorrow’. Αν πεθάνω αύριο θα νοιαστεί κανείς? Και η απάντηση ήρθε από μόνη της. Όχι. Τα είχα κάνει σκατά και το ήξερα. Πήγα γρήγορα σπίτι γιατί το να περπατάω μόνος μου με έκανε να σκέφτομαι και με το να σκέφτομαι με έπιανε σιγά σιγά …κατάθλιψη να το πω? Πάντως με έκανε να θέλω να ακούω ήρεμα τραγούδια, καταθλιπτικά. Έλεος! Σιγά μην ακούσω και το November rain από Guns n roses !Καλά ‘νταξει τα σόλο είναι γαμάτα αλλά όλο το υπόλοιπο τραγούδι είναι για τα σκουπίδια έξω απ’ το σπίτι μου! Έτσι πήγα σπίτι

Άνοιξα την πόρτα και είδα τον παππού και την γιαγιά μου καθισμένους στον καναπέ με ένα περίεργο βλέμμα. Μόλις με είδαν προσπάθησαν να το παίξουν χαλαροί, ότι και καλά δεν έτρεχε τίποτα

«Καλώς τον» μου χαμογέλασε η γιαγιά.

«Θανάση αγόρι μου θέλουμε να σου μιλήσουμε» μπήκε στο ψητό ο παππούς, και αντάλλαξε ένα από αυτά τα περίεργα βλέμματα με την γιαγιά

«Οk» είπα εγώ χαλαρά.»

«Τώρα που η μητέρα σου ...πέθανε…. ανησυχούμε για ‘σένα, εμείς είμαστε γέροι άνθρωποι , σε λίγο θα πεθάνουμε κι εμείς , δεν μπορούμε να σε φροντίσουμε καλά…»

«Γιαγιά μπες στο θέμα» της είπα γιατί είχα αρχίσει να βαριέμαι με όλο αυτό.

«Να....πήραμε μια απόφαση. Να σε στείλουμε στον θείο σου στην Αυστραλία. Είναι το καλύτερο για σένα. Θα σου βρεί δουλειά. Θα μείνεις εκεί μαζί του για όσο χρειαστεί.

Όπα! Τι φλασιά ήταν αυτή?? Μου λένε να πάω να μείνω με τον θείο Αριστοτέλη? Να τα αφήσω όλα εδώ και να πάω στην άλλη άκρη? Αλλά θα μου πεις τι είχα εδώ για να το αφήσω κιόλας? Με μια δεύτερη σκέψη δεν ακούστηκε και τόσο άκυρο. Ο θείος-Αριστοτέλης ήταν ματσωμένος και κάθε τρίμηνο μας έστελνε ένα ‘βοήθημα’ όπως το έλεγε η κυρά-Ελευθερία. Ας έκανα μια νέα αρχή και ας τους ξεχνούσα όλους γιατί στην τελική αυτό είχαν κάνει και εκείνοι.

«Οk. θα πάω»

Ξαφνιάστηκαν και οι δύο που το πήρα τόσο χαλαρά και είπα ok με την μία.

«Το κάνουμε για το καλό σου» βούρκωσε η γιαγιά. Δεν είπα τίποτα.

«Μιλήσαμε με τον θείο σου , θα σου βγάλει εισιτήρια όσο πιο γρήγορα γίνετε» μου είπε ο παππούς.

Πάλι δεν είπα τίποτα. Δεν μου ερχόταν κάτι. Δεν ήξερα τι να πω.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν υπερβολικά γρήγορα. Τελικά όλη η ζωή μου είχε κανονιστεί. Το χειρότερο ήταν ότι δεν το είχα επιλέξει εγώ αυτό. Και τώρα όλα ήταν έτοιμα για να φύγω Αυστραλία. Τα ρούχα μου έτοιμα στις βαλίτσες και τα cd μου σε μια άλλη τσάντα.

Σε λίγο θα έφευγα .Μου πέρασε από το μυαλό να πάρω κάνα τηλέφωνο την Λουΐζα αλλά δεν θα το έκανα με την καμία. Μπήκα στο αυτοκίνητο χωρίς να κοιτάξω πίσω , δεν ήθελα να θυμάμαι αυτό το σπίτι. Στο δρόμο για το αεροδρόμιο δεν μιλούσα. Φοβόμουν και λίγο μην μας στουκάρει πουθενά ο Τάκης. Όταν φτάσαμε η γιαγιά και ο παππούς με φίλησαν και η γιαγιά άρχισε να κλαίει. Πω και δεν τα μπορώ αυτά γαμώτο. Στον Τάκη δεν μίλησα καν, αν και δεν φάνηκε να τον πειράζει. Περίεργο, αλλά εκείνη την στιγμή δεν ένιωθα τίποτα. Ούτε χαρά ούτε λύπη. Τίποτα.


Φρειδερίκη Καμπούρη B1



Δεν υπάρχουν σχόλια: