Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Ένα απόγευμα με τον Βίνσεντ Βαν Γκόγκ


Κυριακή πρωί , ξυπνάω ,φτιάχνω ένα τοστάκι  γιατί πεινούσα , ξαπλώνω με τις κουβερτούλες μου αραχτά στον καναπέ και ανάβω την τηλεόραση.Τέλος πάντων , βρίσκω τυχαία μια ενδιαφέρουσα ταινία ( που μας είχε πει η κυρία Κρικέλη να δούμε ) και  πορώνομαι βλέποντάς την και τρώγοντας το τοστάκι μου μαζί με ένα ποτήρι γάλα ( πρέπει να προσέχουμε και την σιλουέτα  μας! ). Η ώρα περνούσε και    τελείωσε η ταινία και εψαχνα να βρω κατι να δώ, αλλά δυστυχώς είχαν ξεκινήσει τα κουτσομπολίστικα και  γι ‘ αυτό έσβησα την τηλεόραση. Έβαλα μουσική και ξεκίνησα να κάνω  κατι  δουλειές που μου είχε αναθέσει η μητέρα μου ,καθώς εκείνη έλειπε απο το σπίτι. Τέλος πάντων , ακούγοντας  μουσική και συμμαζεύοντας  το σπίτι η ώρα πέρασε .Η μητέρα μου γύρισε και ξεκίνησε να μου κάνει κύρηγμα ,διότι δεν είχα κάνει τα μαθήματά μου , αλλά μετά απο λίγο σταμάτησε . Πήγα λοιπόν , έφτιαξα το δωμάτιό μου και ξεκίνησα  να κάνω τα μαθήματά μου.

Μόλις είδα το πρόγραμμα ,κόντεψα να πάθω καρδιακό, καθώς είχα  3η  ώρα Ιστορία.....Ωχ  ξέχασα την εργασία... .Ψάχνω γρήγορα να βρώ την φωτοτυπία και διαλέγω τον γνωστό «Βίνσεντ Βαν Γκογκ» , γιατί μου ήταν πιο οικείος και είχα ακούσει αλλά και ζωγραφίσει κάποια έργα του, καθώς και έχω έναν πινακά του , τις Ίριδες  (που τις έχει ζωγραφίσει ο «αγαπημένος» μου αδερφός ο Έριον στην ΣΤ’ Δημοτικού ).Τρέχω στο σαλόνι να πάρω κάποια πράγματα που χρειαζόμουν για να κάνω την εργασία . Όταν γύρισα είχαν εξαφανιστεί όλα απο πίσω μου, εκτός απο τον πίνακα στο τέλος του διαδρόμου  που φώτιζε ασταμάτητα. Στην αρχή φοβήθηκα αλλά μετά κατάλαβα οτι με καλεί το καθήκον και έπρεπε να πηγαίνω. Έτσι πλησίασα και με κάποιον περίεργο τρόπο, θα έλεγα  πως μπήκα στον πίνακα  και  περπατούσα ανάμεσα σε πολλά φυτά , μέχρι που κατέληξα σε ένα  μονοπάτι που οδηγούσε σε ένα παλιό σπίτι .Συωειδητοποίησα ότι βρίσκομαι στη Γαλλία και συγκεκριμένα σε μία περιοχή κοντά στο Παρίσι. Είναι   Άνοιξη , αλλά δεν ξέρω σε ποιά χρονολογία βρίσκομαι για να δω τί ερωτήσεις θα του κάνω (μην  του πω τίποτα απο το μέλλον και  με καταλάβει ) -αν και μόνο απο το ντύσιμο  κάτι θα υποψιαστεί.

             Χτυπάω λοιπόν την πόρτα του σπιτιού του και μου ανοίγει  ένας ξανθούλης με γένια , πολύ χαριτωμένος  αλλά και ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Επίσης  , το ένα του αυτί ήταν κομμένο.Μόλις μου άνοιξε , το προσωπό του είχε πάρει μια περίεργη έκφραση (καθώς δεν είχε συνηθίσει να βλέπει παιδιά ντυμένα με all-star , φουτεράκια και στενά τζίν ).Τέλος πάντων εφόσον με έκανε κανα δυό φορές « σκάν »  , πήρα το θάρρος να του μιλήσω εγώ  πρώτη ( γιατί είμαι σίγουρη ότι εάν δεν άνοιγα αμέσως το στόμα μου , θα έτρωγα πόρτα ).

 

-          Γειά σας , είστε ο κύριος Βαν Γκόγκ ; ρώτησα, ενω ήξερα την απάντηση .

-          Ναί , εγώ είμαι .

-          Θα μπορούσα να σας απασχολήσω για λίγο κάνοντάς  σας κάποιες ερωτήσεις;

-           Βεβαίως , πέρασε μέσα ! Με έβαλε να κάτσω σε μία αναπαυτική πολυθρόνα. Το σπίτι του ήταν μικρό αλλά  πίνακες , μπογιές  και πινέλα παντού. Είχε λίγα έπιπλα.

-          Απο πού έρχεσαι ; με ρώτησε. Δεν είσαι απο τα μέρη μας έτσι;

-          Όχι , έρχομαι απο πολύ μακριά αποκλειστικά για να σας πάρω μια συνέντευξη.

-          Και, πώς  σε λένε ;

-          Χυγκέρτα Ματάι , του απάντησα.

-          Ωραίο όνομα, δεν το έχω ξανακούσει ποτέ μου , απάντησε με ενθουσιασμό.

-          Είμαι σίγουρη  γι ΄αυτό .

-          Και δεν μου λές , απο πόσο μακριά έρχεσαι? Εγώ φρίκαρα. Νόμιζα πως άρχισε να καταλαβαίνει τίποτα και  γι  ‘αυτό του έκοψα λίγο την φόρα.

-          Κύριε Βαν Γκόγκ , εγώ κάνω τις ερωτήσεις , όχι εσείς .

-          Ναι ,συγνώμη , παρασύρθηκα.

-          Δεν πειράζει, ας συνεχίσουμε λοιπόν .Απ ‘ όσο ξέρω,  είστε Ολλανδός ζωγράφος.

-          Μάλιστα.

-          Πού και πότε γεννηθήκατε ;

-          Γεννήθηκα το 1853 στο Ολλανδικό χωριό Ζούντερτ.

-          Έχετε αδέρφια;

-          Ναι , έχω   επτά.

-          Καταρχήν , πρέπει να σας πω ότι το όνομά σας είναι καταπληκτικό και το  λατρεύω.

-          Ευχαριστώ πολύ , είναι το όνομα του  παππού μου.Και το δικό σου όμως είναι μοναδικό.

-          Σας ευχαριστώ πολύ! Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το εμπόριο έργων τέχνης ;

-          Σε ηλικία 16 ετών  και αφού είχα  ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα , αποφάσισα να ασχοληθώ για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης . Το 1880 σε ηλικία 27 ετών , ξεκίνησα να παρακολουθώ τα πρώτα μου μαθήματα ζωγραφικής.Τα επόμενα χρόνια , άρχισα να δημιουργώ έργα κυρίως επηρεασμένα από τη ζωγραφική το Ζάν Φρανσουά Μιλλέ.

-          Στη συνέχεια τι κάνατε;

-           Το χειμώνα  του 1885 , παρακολούθησα μαθήματα στην Ακαδημία της Αντβέρπης  , τα οποία διακόπτηκαν πολύ  σύντομα.

-          Παρακαλώ συνεχίστε!

-          Παρά το γεγονός αυτό , πρόλαβα να έρθω σε επαφή με την Ιαπωνική τέχνη απο την οποία και  και δανείστηκα στοιχεία  ή  πολλές  φορές  μιμήθηκα  την τεχνοτροπία της .

-          Έχετε συνεργαστεί  ή  γνωρίσει  άλλους καλλιτέχνες ;

-          Ναι ,το 1886 , κατά την παραμονή μου στο Παρίσι , ήρθα σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές :  Έντγκαρ Ντεγκά  ,  Καμίλ Πισάρο ,  Πώλ Γκωγκέν και  Τουλούζ   Λωτρέκ. Τους ξέρεις ;

-          Όχι , θα τους ψάξω μετα στο Wikipedia !

-          Πού θα  τους ψάξεις ;  Τί είναι αυτό ;

-          Το χωριό μου ! ( άντε νε του εξηγήσεις ) Το  προσπέρασα  και  προσπάθησα  να  του αλλάξω  θέμα.

-          Δεν το έχω ξανακούσει αυτό το χωριό , πού πέφτει;

-          Κοντά στο Youtube  και  το  Google , άλλα χωριά αυτά. Το  Youtube  είναι γνωστό για τα  πανηγύρια με ατελείωτη  μουσική.

-          Περίεργα  ονόματα έχουν τα χωριά στα μέρη σου.

-          Ναι , όντως .Συγνώμη ,  αλλά  ξεφύγαμε πάλι απο το θέμα μας .

-          Με συγχωρείς  , συνέχισε .

-          Λοιπόν  , έχω ακόυσει ότι έχετε μπεί και στο  ψυχιατρικό  κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαίν Ρεμύ , είναι αλήθεια ;

-          Ναι , έπασχα  απο κατάθλιψη και  παρέμεινα  συνολικά  για περίπου ένα χρόνο. Πρίν λίγο καιρό  βγήκα  και τώρα με παρακολουθεί ο γιατρός  Πώλ  Γκασέ.

-          Αχ , συγνώμη , αλλά   πέρασε η ώρα και πρέπει να γυρίσω σπίτι. Γι ‘αυτό  για να  κλείσουμε  την συνέντευξη  , θα  ήθελα να  μου αναφέρεται  3  σπουδαία έργα σας .

-          Βεβαίως , το 1889 ζωγράφισα την  Έναστρη  νύχτα , τια Ίριδες και το βάζο με τα  δώδεκα ηλιοτρόπια.Το έργο μου δεν  έχει  σημειώσει  ακόμα επιτυχία ούτε εγώ ο ίδιος  έχω αναγνωριστεί ως σημαντικός  καλλιτέχνης . Εσύ γνωρίζεις αυτά τα  τρία  έργα  μου;

-          Ναι, οφείλω να ομολογήσω  πως  και  τα  τρία είναι υπέροχα και  επίσης  θέλω να σας  ευχαριστήσω  για  τον χρόνο  που  μου αφιερώσατε !!!

-          Παρακαλώ .    Φεύγοντας  του είπα :
-          Κύριε  Βίνσεντ , οι  άνθρωποι έγιναν  αχάριστοι , αδιάφοροι   και  στεγνοί.  Εκτιμούν κάτι  μόνο  αφόυ  το  χάσουν .  Και ακόμη  και αν το εκτιμήσουν  έστω  και λίγο  , μόλις το  χάσουν  νιώθουν  τύψεις  επειδή  δεν πρόλαβαν να του το πούν . Γι ‘αυτό  και  πρέπει  να ζούμε την κάθε  μέρα σαν  να  είναι  η τελευταία. .  Εκείνος  καθισμένος  σε  μια  καρέκλα  χαμογελόντας μου απάντησε :
Το  ξέρω  παιδί  μου , το ξέρω!   Και  έτσι  γύρισα  σπίτι  βγαίνοντας  απο τον πίνακα  και  ευτυχώς  δεν είχα αργύσει  πολύ  και  έτσι  δεν  χρειάστηκε  να ακούσω  την  γκρίνια  της  μάνας  μου. Ελπίζω να άξιζε  το ταξίδι  και ο χρόνος  που  αφιέρωσα στο  μάθημα της Ιστορίας   και να  μετρήσει  στον  βαθμό!!!

Χιγκέρτα Ματάι, Γ2

Δεν υπάρχουν σχόλια: