Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

«Ένα απόγευμα με έναν μεγάλο καλλιτέχνη»

Κως , 19 / 2 / 2013
Όνειρό μου ήταν, πάντα, να έχω μία χρονομηχανή και να βρεθώ σε όσα περισσότερα σημαντικά γεγονότα του παρελθόντος μπορούσα. Κάθε χρόνο αυτό ζητούσα από τον Άγιο Βασίλη, αλλά ….. τι να πρωτοπρολάβει κι αυτός; Φταιν και τα κιλά!! Ήρθε, όμως, η στιγμή που βρήκα μία. Η θεία μου εργάζεται σε ένα περιοδικό και μία μέρα, κρυφά βέβαια, χρησιμοποίησα τη χρονομηχανή αυτή και βρέθηκα στην Αθήνα του 1902. Δεν ήρθα γιατί βαριόμουν, αλλά γιατί πρέπει να κάνω και εγώ την εργασία στην Ιστορία (μετά από τόσες μέρες!!).
Αθήνα , Ιανουάριος 1902
Η ώρα είναι 5:00 και μετά από μία ώρα περιπλανόμενη στους δρόμους της Αθήνας βρήκα το σπίτι του Νικηφόρου Λύτρα. Αφού ‘έφαγα’ τη βροχή της ζωής μου και το βρίσιμο από μία γριούλα που νόμιζε ότι την έκλεβα (ΠΡΟΣΟΧΗ : Της είχε πάρει τα μυαλά ένας γερμανός που τον λένε Αλτσχάιμερ) χτύπησα –επιτέλους- το κουδούνι και ένας γεράκος άνοιξε την πόρτα.
-Γεια σας, είστε ο Νικηφόρος Λύτρας , έτσι ;;
-Ναι παιδί μου, εσύ ποια είσαι ;
-Ονομάζομαι Ελένη Κιαπόκα και θα ήθελα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις για μία εργασία στην Ιστορία , είπα λαχανιασμένη!

-Βεβαίως, πέρνα μέσα!
Το σπίτι είναι παλιό , γεμάτο με πίνακες και εικόνες. Καθόμαστε στο σαλόνι, ένα σκοτεινό δωμάτιο με πράσινους καναπέδες. Μέχρι, τελικά , να καταφέρω να συναρμολογήσω το μαγνητόφωνό μου , ο κύριος Λύτρας είχε φέρει σπιτικά κουλουράκια, τσάι και νερό. Πατάω το ON και ξεκινάμε. Πατάω το OFF , γιατί έχει απορία τι είναι αυτό και του λέω ότι θα του εξηγήσω στο τέλος. Ξανά το ON …..
-Λοιπόν, κύριε Λύτρα, γεννηθήκατε στην Τήνο το 1832 σωστά ;
-Ναι. Ο πατέρας μου δεν βρήκε αλλού δουλειά και εγκαταστάθηκε στην Τήνο.
-Πώς γεννήθηκε το ενδιαφέρον σας για την τέχνη;
-Ο πατέρας μου ήταν μαρμαρογλύπτης και μου μετέδωσε την αγάπη που είχε για την τέχνη. Από μικρή ηλικία μου άρεσε να ζωγραφίζω και μου είχαν πει ότι είχα ταλέντο.
-Αν δεν κάνω λάθος σπουδάσατε το 1890 στη Σχολή των Τεχνών στην Αθήνα, έτσι;
-Χμμ… Ενημερωμένη…..
-Εεε… βοηθάει και και το internet. Θαα σας το εξηγήσω και αυτό αργότερα..
-Λοιπόν, ναι εκεί σπούδασα και γνώρισα μεγάλους καλλιτέχνες, όπως τον Λουδοβίκο Θείρσιο, ο οποίος με βοήθησε να χτίσω την καριέρα μου, τους αδελφούς Μαργαρίτη και τον Ραφφαέλο Τσεκκόλι.
-Αργότερα τί κάνατε;
-Όταν αποφοίτησα , δίδαξα στη Σχολή των Τεχνών το μάθημα της Στοιχειώδους Γραφής. Να ‘ναι καλά ο βασιλιάς Όθωνας το 1860 μου έδωσε μία υποτροφία και πήγα στο Μόναχο για σπουδές. Η επαφή μου με την τέχνη στην Ευρώπη σταμάτησε το ’62 με την έξωση του Όθωνα ,αλλά λίγο καιρό αργότερα , με χορηγία του Σιμών Σίνας , συνέχισα τις σπουδές μου.
-Όλα αυτά τα χρόνια συναναστρεφόσασταν με ανθρώπους της τέχνης. Ο πιο κοντινός σας άνθρωπος;
-Ο συνάδελφός και πολύ καλός φίλος μου, Νικόλαος Γύζης. Γνωριστήκαμε στο Μόναχο. Μαζί κάναμε ένα τρίμηνο ταξίδι στη Μικρά Ασία , επισκεφθήκαμε μουσεία και εκθέσεις και γενικώς περάσαμε αρκετό χρόνο οι δυο μας!!
Διάλειμμα (Τουαλέτα για το Λύτρα και κουλουράκια για εμένα)
-Επανέρχομαι λοιπόν …..Επιστρέψατε ποτέ στην Αθήνα μόνιμα;
-Στα γεράματα. Μέχρι τότε πηγαινοερχόμουν με το Γύζη απ’ το εξωτερικό. Ωστόσο, το 1879 , μετά από μία επίσκεψη στην Αίγυπτο, εεε ….. μειώθηκαν τα πολλά ταξιδάκια , γιατί …..
-Παντρευτήκατε!! (Επιτέλους και Love Story)
-Σωστά, ξέρεις ποια ;
-Αχά, την Ειρήνη Κυριακίδη, κόρη εμπόρου από τη Σμύρνη.
-Και πόσα παιδιά έκανα;
Αυτό ακούστηκε κάπως. Λες και είχε αμνησία (όπως τη γριούλα προηγουμένως) ,αλλά απάντησα :
-Έξι. Πέντε αγόρια και μία κόρη (η αδυναμία του- φαντάζομαι).
-Σωστά. Τα ονόματά τους τα θυμάσαι; Με τη σειρά παρακαλώ. Να σε δω τώρα…..
-Αντώνιος, Νικόλαος, Όθων, Περικλής, Λύσανδρος και Χρυσαυγή.
-Εξαιρετικά. Πρέπει να κάνει καλή δουλειά αυτό το …..ιρνέτο, ό τι κι αν είναι .
Προφανώς ενοούσε το internet.
-Ναι όντως, αλλά …..συγνώμη υποτίθεται ,όμως ,ότι εγώ είμαι η δημοσιογράφος…..!
-Ναι σωστά ,ρώτα!
-Τα παιδιά σας αγάπησαν την τέχνη;
-Αρκετά. Ο δεύτερος γιος μου έγινε ζωγράφος και πολλά έργα του είναι θαυμαστά.
-Κοντά σας δούλεψαν και ανερχόμενοι καλλιτέχνες;
-Ως καθηγητής , πλέον , στο Σχολείο Καλών Τεχνών είχα μαθητές τους : Γεώργιο Ιακωβίδη, Πολυχρόνη Λεμπέση, Περικλή Πανταζή, Γεώργιο ΡοΪλό και Νικόλαο Βώκο.
-Μάλιστα. Αλήθεια τί σας άρεσε να ζωγραφίζετε περισσότερο;
-Στην αρχή σκηνές από τη μυθολογία και την ελληνική ιστορία. Αργότερα προσωπογραφίες. Μου άρεσε πολύ να ζωγραφίζω θέματα απ’τη ζωή είτε σε χωριό είτε σε πόλη. Να δείχνω την ελληνική ζωή και το αγνό ελληνικό σπίτι.
-Τα τελευταία σας έργα τι απεικονίζουν κυρίως;
-Τονίζω τα μαύρα ρούχα δίνοντας μηνύματα θανάτου.
-Ξεχωρίζετε κάποιο από τα έργα σας;
-Κανένα απολύτως. Τα αγαπάω όλα με τον ίδιο , ξεχωριστό τρόπο. Κάθε πίνακάς μου εκφράζει αυτό που σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή.
-Μάλιστα. Κύριε Λύτρα, αυτά είναι αρκετά. Νομίζω ότι κάτι θα δώσω τελικά στην κυρία μου. Είστε καλά; Φαίνεστε κάπως…..
-Πρέπει να πάρω το φάρμακό μου. Αναπνευστικό πρόβλημα βλέπεις.
-Πριν φύγω….. μαγνητόφωνο είναι αυτή η συσκευή που γράφει τη φωνή σας και δε χρειάζεται να γίνεται βαρετή η συνέντευξη….. (Τώρα που το θυμήθηκα, πατάω το OFF, γιατί τελειώνει και η μπαταρία-υπερσύγχρονο σου λέει μετά!) Internet , in-ter-net (Επειγόντως το φάρμακο, αρχίζει να χάνει την ακοή του…) είναι….. ξεχάστε το. Την επόμενη φορά που θα έρθω, γιατί θα ξανάρθω μέχρι το 1903 που εσείς θα π….. νααιιι…. τέλως πάντων , θα φέρω το laptop μου και θα αρχίσουμε εντατικά μαθήματα. Ααα και….. ωραία κουλουράκια.
-Είναι, βλέπεις, και η μαγειρική τέχνη.
-Αντίο ,για τώρα, κύριε Λύτρα. Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που διαθέσατε .Δε θα χαθούμε !!
Αφού με έστειλε στην ευχή του Θεού και της Παναγίας , πάτησα το κουμπάκι στη χρονομηχανή και βρέθηκα πίσω στο σπίτι μου. Έκανα γρήγορα την εργασία μου και κάθισα να παρακολουθήσω Master Chef”. Όσο για τη χρονομηχανή …..θα την επιστρέψω αύριο.




Ελένη Κιαπόκα , Γ2

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Χαμένη στο χρόνο (συνέντευξη με τον Τόμας Έντισον!)



     Είναι Κυριακή!!!Πρέπει να ετοιμαστώ για να κάνω την εργασία στην Ιστορία! Αχχ!!!Αυτή η Κεφαλά τι μας βάζει και κάνουμε! Που να τρέχω τώρα πίσω στο 1905;; Λοιπόν… στυλό, χαρτί, κινητό… αυτά! Ααα!!! Να πάρω και κάτι να φάω! Μέχρι να φτάσω, να τον βρω, και να πάρω την συνέντευξη… ουυυυυ θα κλείσω τρίωρο!!! Παίρνω λοιπόν τα πράγματά μου και ξεκινάω για το ταξίδι μου στο χρόνο! Παίρνω την ομπρέλα μου και ρυθμίζω την ημερομηνία. Βλέπω προσεχτικά από το παράθυρό  μου μην με δει κανείς.. και τότε ανοίγω την ομπρέλα μου και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρισκόμουν στην Αμερική, στο “Οχάιο”! (τουλάχιστον.. θα κάνω που θα κάνω τόσο κόπο για την εργασία, να πάω και σε ένα ωραίο μέρος!).

 Λοιπόν, πρέπει να έχω τα μάτια μου ανοιχτά! Ο κύριος Έντισον, είναι ένας σχετικά νέος άνθρωπος..κάπου στα 58. Μπορεί να είναι σε καμία καφετέρια, ή σε κανένα πάρκο! Αυτοί οι εφευρέτες συνήθως σε τέτοια μέρη πάνε! Πφφφ…. Πέρασε ένα ολόκληρο τέταρτο! Άντε! Που είναι και αυτός ο κύριος Έντισον! Τι κάνω για την Κεφαλάααα!!! Ααα!! Να ρωτήσω αυτόν τον κύριο μπας και ξέρει τίποτα για τον κύριο “Χαμένο στο χρόνο”.
- Γεια σας!
-Χαίρεται.
-Μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;
-Πες μου.
Τι απότομος άνθρωπος… σκέφτηκα!
-Μήπως γνωρίζετε που μπορώ να βρω τον κύριο Τόμας Έντισον;
-Μόλις έφυγε! Πήγε στο σπίτι του να εργαστεί.
-Ααα.. μήπως μπορείτε να μου πείτε που μένει;
-Μένει πολύ κοντά. Αν πας 2 τετράγωνα ευθεία και στρίψεις δεξιά είναι το πρώτο μεγάλο σπίτι στα αριστερά σου.
-Ευχαριστώ πολύ. Αντίο!
Παναγία μουυυυ!!!! Τι άνθρωπος και αυτός! Δεν θέλω ούτε καν να σκέφτομαι ότι ο κύριος Έντισον θα είναι σαν αυτόν, απότομος και αυστηρός. Προχωρούσα για κανένα πεντάλεπτο!(είχα κουραστεί πριν από το πολύ ψάξιμο!)Κάποια στιγμή φτάνω στο σπίτι του. Επιτέλους! Θα τον γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο!!!Χτύπησα την μεγάλη ξύλινη πόρτα και την άνοιξε ένα κυριούλης ψηλός, αλλά τα παχάκια του.. τα είχε!
-Γεια σας!!!! του είπα!
-Γεια σας.
-Είστε ο κύριος Έντισον;
-Ο ίδιος… Είσαι ξένη; Δεν φαίνεσαι για ντόπια.
Καλό μάτι έχει!! Τα καταλαβαίνει!!
-Ναι δεν είμαι από εδώ.. Ήρθα για να σας πάρω συνέντευξη!
-Αλήθεια; Πέρνα μέσα!!!
Ποοοοοοοο, το σπίτι του είναι τεράστιοοοοοοο!!!!
-Με λένε Σοφία Πανέρα. Είμαι από την Κω, ένα νησί στην Ελλάδα!
-Ελλάδα; Και ήρθες μέχρι εδώ;
-Ναι!!! Ξέρετε η καθηγήτρια μας στα κείμενα μας βάζει συνέχεια πολύ ενδιαφέρουσες εργασίες! Αυτή τη φορά μας ζήτησε να πάρουμε συνέντευξη από κάποιους εφευρέτες, και διάλεξα εσάς!
-Τι καλή καθηγήτρια! Πριν ξεκινήσουμε θα ήθελες να πιείς κάτι;
-Αν γίνεται ένα ποτηράκι χυμό!
-Αμέσως!
Πολύ ευγενικός και πολύ χαρούμενος άνθρωπος! Χαίρομαι!!! Θα τα πάμε καλά!
-Ορίστε!
-Ευχαριστώ!
-Να αρχίσουμε;
-Ναι βεβαίως! Μισό λεπτό να βγάλω χαρτί και μολύβι! Λοιπόν.. πότε και πού γεννηθήκατε;
-Γεννήθηκα στις 11 Φεβρουαρίου του 1847, στην Νέα Υόρκη!
-Θα θέλατε να μου πείτε δυο λόγια για τα παιδικά σας χρόνια ή για την οικογένειά σας;
-Βεβαίως.. Ήμασταν εφτά αδέρφια και εγώ είμαι ο μικρότερος. Τρία από τα αδέρφια μου πέθαναν πριν καν ενηλικιωθούν. Στα δώδεκα μου χρόνια περίπου έχασα ένα μεγάλο μέρος της ακοής μου και γι αυτό, όπως έχεις καταλάβει, δεν σ’ακούω και πολύ καλά.
-Μάλιστα.. Μπορείτε να μου πείτε για τις εφευρέσεις σας κάποια πράγματα;
-Εννοείται. Λοιπόν, από τις πιο γνωστές μου εφευρέσεις είναι ο τηλέγραφος, ο φωνόγραφος, η λάμπα και η φωτογραφική μηχανή ταινιών.
-Θα μπορούσατε να μου πείτε και λίγα λόγια για την τωρινή σας ζωή, αν έχετε δική σας οικογένεια;
-Μάλιστα. Λοιπόν.. ήμουν παντρεμένος με την
Mary Stilwell και έχουμε τρία παιδιά. Η Mary πέθανε το 1884. Ξαναπαντρεύτηκα την Mina Miller και έχουμε τρία παιδιά.
-Νομίζω ότι είναι αρκετά κύριε Έντισον. Ευχαριστώ πάρα πολύ και εύχομαι να τα ξαναπούμε!
-Χάρηκα πολύ Σοφία! Καλή τύχη στην εργασία και ελπίζω να σε βοήθησα!
-Με βοηθήσατε πάρα πολύ! Γεια σας! Χάρηκα που σας γνώρισα! Και σας ευχαριστώ πολύ για όσα μας προσφέρατε!
Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα που του είπα! Τι καλός άνθρωπος.. και δεν έχει περάσει και λίγα, με την ακοή του και με τη γυναίκα του. Θα πω στην κυρία να με ξαναστείλει στον κύριο Έντισον!!! Τώρα που τον γνώρισα θα έρχομαι με κάθε ευκαιρία! Και τώρα ξανά η ομπρελίτσα μου!! 2058 σου έρχομαι! Αχχχ!!!! Το κρεβατάκι μου!! Μια χαρά πέρασα πάντως! Πού θα μου πάει, θα το ξανακάνω!!

Σοφία Πανέρα, Γ3

Ένα απόγευμα με τον Βίνσεντ Βαν Γκόγκ


Κυριακή πρωί , ξυπνάω ,φτιάχνω ένα τοστάκι  γιατί πεινούσα , ξαπλώνω με τις κουβερτούλες μου αραχτά στον καναπέ και ανάβω την τηλεόραση.Τέλος πάντων , βρίσκω τυχαία μια ενδιαφέρουσα ταινία ( που μας είχε πει η κυρία Κρικέλη να δούμε ) και  πορώνομαι βλέποντάς την και τρώγοντας το τοστάκι μου μαζί με ένα ποτήρι γάλα ( πρέπει να προσέχουμε και την σιλουέτα  μας! ). Η ώρα περνούσε και    τελείωσε η ταινία και εψαχνα να βρω κατι να δώ, αλλά δυστυχώς είχαν ξεκινήσει τα κουτσομπολίστικα και  γι ‘ αυτό έσβησα την τηλεόραση. Έβαλα μουσική και ξεκίνησα να κάνω  κατι  δουλειές που μου είχε αναθέσει η μητέρα μου ,καθώς εκείνη έλειπε απο το σπίτι. Τέλος πάντων , ακούγοντας  μουσική και συμμαζεύοντας  το σπίτι η ώρα πέρασε .Η μητέρα μου γύρισε και ξεκίνησε να μου κάνει κύρηγμα ,διότι δεν είχα κάνει τα μαθήματά μου , αλλά μετά απο λίγο σταμάτησε . Πήγα λοιπόν , έφτιαξα το δωμάτιό μου και ξεκίνησα  να κάνω τα μαθήματά μου.

Μόλις είδα το πρόγραμμα ,κόντεψα να πάθω καρδιακό, καθώς είχα  3η  ώρα Ιστορία.....Ωχ  ξέχασα την εργασία... .Ψάχνω γρήγορα να βρώ την φωτοτυπία και διαλέγω τον γνωστό «Βίνσεντ Βαν Γκογκ» , γιατί μου ήταν πιο οικείος και είχα ακούσει αλλά και ζωγραφίσει κάποια έργα του, καθώς και έχω έναν πινακά του , τις Ίριδες  (που τις έχει ζωγραφίσει ο «αγαπημένος» μου αδερφός ο Έριον στην ΣΤ’ Δημοτικού ).Τρέχω στο σαλόνι να πάρω κάποια πράγματα που χρειαζόμουν για να κάνω την εργασία . Όταν γύρισα είχαν εξαφανιστεί όλα απο πίσω μου, εκτός απο τον πίνακα στο τέλος του διαδρόμου  που φώτιζε ασταμάτητα. Στην αρχή φοβήθηκα αλλά μετά κατάλαβα οτι με καλεί το καθήκον και έπρεπε να πηγαίνω. Έτσι πλησίασα και με κάποιον περίεργο τρόπο, θα έλεγα  πως μπήκα στον πίνακα  και  περπατούσα ανάμεσα σε πολλά φυτά , μέχρι που κατέληξα σε ένα  μονοπάτι που οδηγούσε σε ένα παλιό σπίτι .Συωειδητοποίησα ότι βρίσκομαι στη Γαλλία και συγκεκριμένα σε μία περιοχή κοντά στο Παρίσι. Είναι   Άνοιξη , αλλά δεν ξέρω σε ποιά χρονολογία βρίσκομαι για να δω τί ερωτήσεις θα του κάνω (μην  του πω τίποτα απο το μέλλον και  με καταλάβει ) -αν και μόνο απο το ντύσιμο  κάτι θα υποψιαστεί.

             Χτυπάω λοιπόν την πόρτα του σπιτιού του και μου ανοίγει  ένας ξανθούλης με γένια , πολύ χαριτωμένος  αλλά και ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Επίσης  , το ένα του αυτί ήταν κομμένο.Μόλις μου άνοιξε , το προσωπό του είχε πάρει μια περίεργη έκφραση (καθώς δεν είχε συνηθίσει να βλέπει παιδιά ντυμένα με all-star , φουτεράκια και στενά τζίν ).Τέλος πάντων εφόσον με έκανε κανα δυό φορές « σκάν »  , πήρα το θάρρος να του μιλήσω εγώ  πρώτη ( γιατί είμαι σίγουρη ότι εάν δεν άνοιγα αμέσως το στόμα μου , θα έτρωγα πόρτα ).

 

-          Γειά σας , είστε ο κύριος Βαν Γκόγκ ; ρώτησα, ενω ήξερα την απάντηση .

-          Ναί , εγώ είμαι .

-          Θα μπορούσα να σας απασχολήσω για λίγο κάνοντάς  σας κάποιες ερωτήσεις;

-           Βεβαίως , πέρασε μέσα ! Με έβαλε να κάτσω σε μία αναπαυτική πολυθρόνα. Το σπίτι του ήταν μικρό αλλά  πίνακες , μπογιές  και πινέλα παντού. Είχε λίγα έπιπλα.

-          Απο πού έρχεσαι ; με ρώτησε. Δεν είσαι απο τα μέρη μας έτσι;

-          Όχι , έρχομαι απο πολύ μακριά αποκλειστικά για να σας πάρω μια συνέντευξη.

-          Και, πώς  σε λένε ;

-          Χυγκέρτα Ματάι , του απάντησα.

-          Ωραίο όνομα, δεν το έχω ξανακούσει ποτέ μου , απάντησε με ενθουσιασμό.

-          Είμαι σίγουρη  γι ΄αυτό .

-          Και δεν μου λές , απο πόσο μακριά έρχεσαι? Εγώ φρίκαρα. Νόμιζα πως άρχισε να καταλαβαίνει τίποτα και  γι  ‘αυτό του έκοψα λίγο την φόρα.

-          Κύριε Βαν Γκόγκ , εγώ κάνω τις ερωτήσεις , όχι εσείς .

-          Ναι ,συγνώμη , παρασύρθηκα.

-          Δεν πειράζει, ας συνεχίσουμε λοιπόν .Απ ‘ όσο ξέρω,  είστε Ολλανδός ζωγράφος.

-          Μάλιστα.

-          Πού και πότε γεννηθήκατε ;

-          Γεννήθηκα το 1853 στο Ολλανδικό χωριό Ζούντερτ.

-          Έχετε αδέρφια;

-          Ναι , έχω   επτά.

-          Καταρχήν , πρέπει να σας πω ότι το όνομά σας είναι καταπληκτικό και το  λατρεύω.

-          Ευχαριστώ πολύ , είναι το όνομα του  παππού μου.Και το δικό σου όμως είναι μοναδικό.

-          Σας ευχαριστώ πολύ! Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το εμπόριο έργων τέχνης ;

-          Σε ηλικία 16 ετών  και αφού είχα  ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα , αποφάσισα να ασχοληθώ για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης . Το 1880 σε ηλικία 27 ετών , ξεκίνησα να παρακολουθώ τα πρώτα μου μαθήματα ζωγραφικής.Τα επόμενα χρόνια , άρχισα να δημιουργώ έργα κυρίως επηρεασμένα από τη ζωγραφική το Ζάν Φρανσουά Μιλλέ.

-          Στη συνέχεια τι κάνατε;

-           Το χειμώνα  του 1885 , παρακολούθησα μαθήματα στην Ακαδημία της Αντβέρπης  , τα οποία διακόπτηκαν πολύ  σύντομα.

-          Παρακαλώ συνεχίστε!

-          Παρά το γεγονός αυτό , πρόλαβα να έρθω σε επαφή με την Ιαπωνική τέχνη απο την οποία και  και δανείστηκα στοιχεία  ή  πολλές  φορές  μιμήθηκα  την τεχνοτροπία της .

-          Έχετε συνεργαστεί  ή  γνωρίσει  άλλους καλλιτέχνες ;

-          Ναι ,το 1886 , κατά την παραμονή μου στο Παρίσι , ήρθα σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές :  Έντγκαρ Ντεγκά  ,  Καμίλ Πισάρο ,  Πώλ Γκωγκέν και  Τουλούζ   Λωτρέκ. Τους ξέρεις ;

-          Όχι , θα τους ψάξω μετα στο Wikipedia !

-          Πού θα  τους ψάξεις ;  Τί είναι αυτό ;

-          Το χωριό μου ! ( άντε νε του εξηγήσεις ) Το  προσπέρασα  και  προσπάθησα  να  του αλλάξω  θέμα.

-          Δεν το έχω ξανακούσει αυτό το χωριό , πού πέφτει;

-          Κοντά στο Youtube  και  το  Google , άλλα χωριά αυτά. Το  Youtube  είναι γνωστό για τα  πανηγύρια με ατελείωτη  μουσική.

-          Περίεργα  ονόματα έχουν τα χωριά στα μέρη σου.

-          Ναι , όντως .Συγνώμη ,  αλλά  ξεφύγαμε πάλι απο το θέμα μας .

-          Με συγχωρείς  , συνέχισε .

-          Λοιπόν  , έχω ακόυσει ότι έχετε μπεί και στο  ψυχιατρικό  κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαίν Ρεμύ , είναι αλήθεια ;

-          Ναι , έπασχα  απο κατάθλιψη και  παρέμεινα  συνολικά  για περίπου ένα χρόνο. Πρίν λίγο καιρό  βγήκα  και τώρα με παρακολουθεί ο γιατρός  Πώλ  Γκασέ.

-          Αχ , συγνώμη , αλλά   πέρασε η ώρα και πρέπει να γυρίσω σπίτι. Γι ‘αυτό  για να  κλείσουμε  την συνέντευξη  , θα  ήθελα να  μου αναφέρεται  3  σπουδαία έργα σας .

-          Βεβαίως , το 1889 ζωγράφισα την  Έναστρη  νύχτα , τια Ίριδες και το βάζο με τα  δώδεκα ηλιοτρόπια.Το έργο μου δεν  έχει  σημειώσει  ακόμα επιτυχία ούτε εγώ ο ίδιος  έχω αναγνωριστεί ως σημαντικός  καλλιτέχνης . Εσύ γνωρίζεις αυτά τα  τρία  έργα  μου;

-          Ναι, οφείλω να ομολογήσω  πως  και  τα  τρία είναι υπέροχα και  επίσης  θέλω να σας  ευχαριστήσω  για  τον χρόνο  που  μου αφιερώσατε !!!

-          Παρακαλώ .    Φεύγοντας  του είπα :
-          Κύριε  Βίνσεντ , οι  άνθρωποι έγιναν  αχάριστοι , αδιάφοροι   και  στεγνοί.  Εκτιμούν κάτι  μόνο  αφόυ  το  χάσουν .  Και ακόμη  και αν το εκτιμήσουν  έστω  και λίγο  , μόλις το  χάσουν  νιώθουν  τύψεις  επειδή  δεν πρόλαβαν να του το πούν . Γι ‘αυτό  και  πρέπει  να ζούμε την κάθε  μέρα σαν  να  είναι  η τελευταία. .  Εκείνος  καθισμένος  σε  μια  καρέκλα  χαμογελόντας μου απάντησε :
Το  ξέρω  παιδί  μου , το ξέρω!   Και  έτσι  γύρισα  σπίτι  βγαίνοντας  απο τον πίνακα  και  ευτυχώς  δεν είχα αργύσει  πολύ  και  έτσι  δεν  χρειάστηκε  να ακούσω  την  γκρίνια  της  μάνας  μου. Ελπίζω να άξιζε  το ταξίδι  και ο χρόνος  που  αφιέρωσα στο  μάθημα της Ιστορίας   και να  μετρήσει  στον  βαθμό!!!

Χιγκέρτα Ματάι, Γ2

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

"Εκπλήρωσε τα όνειρα σου! "Κ.Βολονάκης


Ξαπλώνοντας στον καναπέ και βλέποντας τηλεόραση ανακάλυψα πως την επόμενη μέρα έπρεπε να παραδώσω την εργασία της ιστορίας την οποία καν δεν είχα αγγίξει.
Έτρεξα στο δωμάτιο και ντύθηκα πρόχειρα. Βάζοντας γρήγορα τα παπούτσια άνοιξα την πόρτα σιγά σιγά για να μην με ακούσει κανείς ,πετάχτηκα έξω και άρχισα να τρέχω(προς την αποθήκη η οποία ήταν στην πίσω αυλή)ούτε να με κυνηγούσαν αλλά τι να έκανα αφού είχα ελάχιστο χρόνο. Τα κλειδιά ευτυχώς ήταν στην θέση τους μέσα στην γλάστρα με τα φυτά. Μπαίνοντας όμως στην αποθήκη ένιωσα μια απαίσια μπόχα να τρυπάει τα ρουθούνια μου μιας και είχαμε τουλάχιστον ένα χρόνο να την ανοίξουμε. Με την βοήθεια ενός φακού που βρήκα κάτω άρχισα να ψάχνω μέσα στις κούτες… μα δεν μπορεί κάπου εδώ το είχα βάλει ….Ουφ! Ευτυχώς ήταν εκεί που το είχα αφήσει… Το έπιασα και προσπαθούσα να βρω τρόπο να το ανοίξω. Ήταν ένα μικρό ρολογάκι… Όταν τελικά άνοιξε άρχισε να μου δείχνει διάφορες χρονολογίες 1945,1856,2018,1902(το πάτησα με δύναμη)!Δεν ήμουν σίγουρη αν ήταν η σωστή χρονολογία αλλά το άγχος και η βιασύνη με είχε φάει και άσε που ήθελα να αποφύγω τον σπαστικό θόρυβο που έβγαζε.

Μόλις έφτασα στην Αθήνα ένιωσα πολύ περίεργα όλα ήταν τόσο διαφορετικά αλλά τι περίμενα η έξυπνη …111 χρόνια πίσω είχα πάει .Περπατώντας όλοι οι άνθρωποι με κοιτούσαν σαν να ήμουν εξωγήινος μιας και δεν είχαν ξαναδεί κάποιον να φοράει σκισμένο τζιν, σταράκια και ένα φούτερ με περίεργα σχέδια …Φτάνοντας λοιπόν έξω από το σπίτι του Κ.Βολονάκη ένιωσα περίεργα ,αμήχανα…. Ποια είμαι;Tι κάνω; Γιατί ήρθα εδώ;

Xωρις να το σκέφτομαι άλλο χτύπησα το λιονταράκι που υπήρχε σαν κουδούνι .Μετά από περίπου ένα λεπτό μου άνοιξε ένας γεράκος. Μου φάνηκε σαν να ήξερε πως θα πάω και με περίμενε επειδή ήταν ντυμένος καλά αλλά μάλλον μου φάνηκε… Με κοίταξε και αυτός περίεργα όχι όμως τόσο όσο οι άλλοι αλλά αρκετά περίεργα.

-Γεια σου, μου είπε.

-Γεια σας απάντησα, μήπως θα μπορούσα να σας πάρω μια συνέντευξη; - --Φυσικά, μπορείς να περάσεις.

Το σπίτι του μου φάνηκε πολύ μοντέρνο για την εποχή του είχε ξύλινα έπιπλα σκαλισμένα με πολύ ωραία σχέδια και παντού υπήρχαν πίνακες ζωγραφικής, που υπέθεσα πως θα ήταν δικοί του…

Στην αρχή για να πω την αλήθεια δεν τον συμπάθησα καθόλου! Αλλά αν ήθελα είκοσι έπρεπε να τον υποστώ. Μου έδειξε να καθίσω στον παμπάλαιο καναπέ και χωρίς να χάνω καιρό άρχισα αμέσως τις ερωτήσεις ενώ είχα βάλει το κινητό μου να ηχογραφεί κάτω από το μπουφάν μου, εκείνος άρχισε να απαντάει.

-Λοιπόν γεννήθηκα το 1837 στην Κρήτη και οι γονείς μου κατάγονταν από την Βολανάκη ένα μικρό χωριουδάκι στο Ρέθυμνο. Από μικρός λάτρευα την ζωγραφική, από τα πέντε μου χρόνια…

-Τι σας εμπνέει να ζωγραφίζετε;

-Από μικρό παιδί λάτρευα την θάλασσα, τα πλοία, τα λιμάνια γενικά ότι είχε να κάνει με θάλασσα και από εκεί εμπνεύστηκα.

-Όσο αφορά την εκπαίδευση σας και την καριέρα σας;

 -Σπούδασα στο Γυμνάσιο Σύρου από όπου και αποφοίτησα την ίδια χρονιά τα αδέρφια μου με έστειλαν στην Τεργέστη για να δουλέψω ως λογιστής. Παρόλα αυτά όμως δεν μπορούσα να σταματήσω να ζωγραφίζω- μέχρι και στα λογιστικά βιβλία ζωγράφιζα, αφού δεν μπορούσα, ποθούσα την ζωγραφική…

Μια μέρα όμως ο Κυρ Αφεντουλης (το αφεντικό μου)είδε όλες αυτές τις ζωγραφιές! Τον είδα πολύ σκεφτικό. Εγώ ήμουν σίγουρος ότι θα με απολύσει,  αλλά εκείνος με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε πως θα με στείλει στην Βαυαρία για να σπουδάσω ζωγραφική!

-Εσείς νιώσατε χαρούμενος;

- Φυσικά! Δεν ξέρεις τι είναι να εκπληρώνεις τα όνειρα σου! Για αυτό παιδί μου να καταφέρεις να εκπληρώσεις τα όνειρα σου! Μην τα αφήσεις ανεκπλήρωτα!

Ένιωσα μια βαθιά συγκίνηση και κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια να συνεχίσω…

-Λοιπόν πως βρεθήκατε εδώ;

- Mετά από την αποφοίτηση μου στο Μοναχό γύρισα πίσω και διδάσκω στην Σχολή Καλών τεχνών.

 –Αα μάλιστα… Διακριτικά την ώρα που μιλούσε έβγαλα το κινητό μου και είδα πως η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να γυρίσω .Έτσι σηκώθηκα και του είπα πως έπρεπε να φύγω, αυτός με ένα χαμόγελο μου άνοιξε την πόρτα και χαιρετώντας με μου φώναξε: <<Εκπλήρωσε τα όνειρα σου μην τα αφήσεις ανεκπλήρωτα>> την ώρα που πάτησα  στο ρολογάκι 2013!

 

Διονύσια Παπανικόλα, Γ3