Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023

Το λουζεράκι, Ελένη Τασοπούλου

 



Το λουζεράκι

Συγγραφέας: Ελένη Τασοπούλου

Εκδότης : Καστανιώτης

Χρονολογία Έκδοσης: Μάρτιος 2019

Αριθμός σελίδων: 144

 

Η Θάλεια είναι μαθήτρια της Γ Γυμνασίου. Ανήκει στην κατηγορία των αόρατων παιδιών του σχολείου, των παιδιών που δεν τα υπολογίζει κανείς. Τα παιδιά που νιώθουν ότι δεν αξίζουν τίποτε, ότι κανείς δεν τα θέλει. Και για ποιο λόγο, άλλωστε, να τα θέλει κανείς; Δεν είναι πολύ όμορφα, δεν είναι τα αστραφτερά παιδιά, δεν έχουν ανεπτυγμένες κοινωνικές δεξιότητες, δεν είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Είναι αυτά που, απομονωμένα στο θρανίο τους, δε βγάζουν τσιμουδιά την ώρα του μαθήματος, συνήθως γιατί, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η ίδια η Θάλεια: «Κάποτε, κάπου κάτι δεν κατάλαβα και φυσικά ντράπηκα να ρωτήσω… Και αυτό που δεν κατάλαβα στην αρχή έφραξε το δρόμο στο επόμενο, που ήταν συνέχεια του προηγούμενου, και τώρα πια δεν έχω καμιά απορία, αφού έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνω τίποτα». Η Θάλεια, που εκτός από τη φίλη της τη Μάρα- ένα ακόμη αόρατο παιδί, που του αρέσει να ζωγραφίζει όλη την ώρα- δεν έχει άλλον να μοιραστεί όσα νιώθει και όσα σκέπτεται. Η Θάλεια που την ώρα του μαθήματος ταξιδεύει νοερά, κοιτώντας έξω από το παράθυρο και που, εξαιτίας μιας παρεξήγησης, θα βρεθεί στο στόχαστρο μιας παρέας συμμαθητών της, των μαθητών αυτών που υπάρχουν σε κάθε σχολείο- αυτών που αντιμετωπίζουν με σκληρότητα τους αδύναμους συμμαθητές, που ισοπεδώνουν με τα λόγια και τις πράξεις τους τους πάντες αδιαφορώντας για τα συναισθήματα τους.

Οι συμμαθητές αυτοί , λοιπόν, εν αγνοία της, θα δηλώσουν τη συμμετοχή της στην οντισιόν της θεατρικής παράστασης που ετοιμάζει το σχολείο, θέλοντας να την ρεζιλέψουν. Είναι όμως η μοναδική φορά που η Θάλεια δε θα επιτρέψει στους συμμαθητές της να γελάσουν μαζί της και θα αποδεχτεί την πρόκληση. Κα το απίστευτο γι αυτή είναι ότι θα κερδίσει το ρόλο της πρωταγωνίστριας. Τα βάσανα της όμως δε σταματούν εκεί, αφού οι συμμαθητές της θα συνεχίσουν να της κάνουν τη ζωή κόλαση είτε λεκτικά είτε ωθώντας την να κάνει πράγματα που τη ντροπιάζουν. Και έρχεται το τελειωτικό χτύπημα από τη συμμαθήτρια της την Υβόννη , που της κολλάει την ταμπέλα «Λουζεράκι». Η Θάλεια νιώθει ότι συντρίβεται κάτω από το βάρος αυτής της λέξης που μοιάζει να της αποκαλύπτει ποια είναι στα αλήθεια για τους άλλους. Η Θάλεια θα δεχτεί την ταμπέλα αυτή και θα την κουβαλάει «σα βρώμικο παλτό», όπως λέει η ίδια, μέχρι την ώρα που θα βρει το κουράγιο να απαλλαχτεί οριστικά από αυτό το φορτίο..

Όλη αυτή την ιστορία την αφηγείται η ίδια η πρωταγωνίστρια σε α’ ενικό πρόσωπο και ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη σαν τις σελίδες ενός εφηβικού ημερολογίου, αφού μας αποκαλύπτει όλες τις σκέψεις , τα συναισθήματα , τα αδιέξοδα που βιώνει η Θάλεια. Η αφηγήτρια διαθέτει ευαισθησία, χιούμορ και αποτυπώνει με ρεαλιστικό τρόπο την ψυχολογία του ντροπαλού και περιθωριοποιημένου εφήβου. Ενός εφήβου που αγωνιά, που θέλει να ακουστεί η φωνή του αλλά δεν ξέρει ποια είναι αυτή η φωνή, τι σπουδαίο έχει να πει, ποια είναι η δική του θέση στη μικρή κοινωνία του σχολείου ,αρχικά, και στην ευρύτερη της ζωής αργότερα. Η συγγραφέας ηθελημένα δίνει φωνή μόνο στην «αόρατη» ηρωίδα της και φωτίζει κάθε πτυχή της προσωπικότητας της. Παράλληλα, οι αναδρομικές αφηγήσεις της που αφορούν τη γιαγιά της και τον ιδιαίτερο ρόλο που έχει παίξει στη ζωή της μοναχοκόρης Θάλειας είναι πολύ τρυφερές και έμμεσα φέρνουν στο προσκήνιο τον ψυχικό πλούτο των παππούδων, την ευγένεια της ψυχής τους, τη θυμοσοφία τους, την αύρα μιας άλλης εποχής.

« Το λουζεράκι» είναι ένα βιβλίο που δίνει το λόγο στα αόρατα αυτά παιδιά που υπάρχουν γύρω μας και τα φέρνει στο προσκήνιο. Η Θάλεια εκφράζει τις αγωνίες τους, περιγράφει τη δύσκολη θέση τους σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αποδέχεται μόνο τον μαθητή που ξεχωρίζει για το διάβασμα, τις γνώσεις του κι όχι για κάποια άλλα ιδιαίτερα ταλέντα ή κλίσεις. Η πρωταγωνίστρια, μέσω του θεατρικής παράστασης στην οποία συμμετέχει, ανακαλύπτει ότι είναι καλή σε κάτι έξω από τα αυστηρά πλαίσια του σχολείου, ο ρόλος που υποδύεται της δίνει το κουράγιο να αντιμετωπίσει τους δικούς της φόβους, να υπερβεί την ανασφάλεια, την ντροπή και τη σιωπή της και να ανακαλύψει ότι έχει τη δύναμη να αντιδράσει στην κακία των συμμαθητών της. Παράλληλα, ανακαλύπτει το μαγικό κόσμο των βιβλίων μέσω της συμμαθήτριας της Ρενέ- που και εκείνη βιώνει την περιθωριοποίηση από τους συμμαθητές της εξαιτίας των ιδιαίτερων στυλιστικών επιλογών της- και , όπως λέει η ίδια η Θάλεια: « Δε φανταζόμουνα πως οι χάρτινοι ήρωες των βιβλίων , που ούτε τους βλέπεις ούτε τους ακούς, μπορεί να κάνουν τόσο καλή παρέα..».

Διαβάστε το «Λουζεράκι» και θα ανακαλύψετε την κρυμμένη δύναμη των παιδιών που είναι στο περιθώριο. Ένα βιβλίο εφηβικό και όχι μόνο που μεταφέρει πολλά μηνύματα με βασικότερο ίσως αυτό που λέει η πρωταγωνίστρια στο τέλος: « Κανένας άνθρωπος δεν είναι λουζεράκι. Κανένας».

Πάνος Τσερόλας: «Λόκι: Η απόπειρα δολοφονίας μιας δολοφόνου φάλαινας»


 Πάνος Τσερόλας: «Λόκι: Η απόπειρα δολοφονίας μιας δολοφόνου φάλαινας»

Εικονογράφηση: Αποστόλης Ιωάννου

Κέδρος, 2018

256 σελ.

 

Έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία αποστολή του Διονύση Δελή. Ο ερευνητής βρίσκεται πια στην Αλόννησο και μελετά τη μεσογειακή φώκια, έχοντας αποτραβηχτεί από τα δρώμενα . Μια πολύ περίεργη υπόθεση όμως είναι αυτή που θα τον επαναφέρει στην ενεργό δράση και αφορά τη δράση μιας φάλαινας όρκα, τύπου Δ. Η φάλαινα αυτή επιτίθεται σε ανθρώπους στη μακρινή Πολυνησία και δημιουργεί προβλήματα στην περιοχή. Ο Διονύσης Δελής , λοιπόν, καλείται να βοηθήσει στη σύλληψη της , αφού μελετήσει την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά της.

Ο ερευνητής θα αναλάβει την υπόθεση και θα ταξιδέψει στη Νέα Ζηλανδία, όπου η τοπική κυβέρνηση θα του παρέχει βοήθεια και πληροφορίες για την ανεύρεση του Λόκι. Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται και ο Διονύσης πρέπει να προσπαθήσει και να επιβιώσει, αλλά και να εντοπίσει το Λόκι, πριν τους επίδοξους δολοφόνους του. Στην προσπάθεια του αυτή θα βρεθεί κυνηγημένος από το πλήρωμα του πλοίου που του χορηγήθηκε για βοήθεια, θα ξεβραστεί σε ένα νησί με ιθαγενείς Πολυνήσιους, θα τα βάλει με λευκούς καρχαρίες και θα αναγκαστεί να συγκρουστεί με τον δισεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη μιας τουριστικής μονάδας που σκοπό έχει μόνο το κέρδος.

Η υπόθεση του βιβλίου συνδυάζει την καταιγιστική δράση με πολλές πληροφορίες περιβαλλοντικού και, όχι μόνο, ενδιαφέροντος. Ο Διονύσης Δελής ,εκπροσωπεί την ηθική πλευρά της επιστήμης και είναι αναπόφευκτη η σύγκρουση του τόσο με τα οικονομικά συμφέροντα (βλ. Σεμπάστιαν Στάιφλερ) όσο και με τις πολιτικές και άλλες παραφυάδες του συστήματος( εξαχρειωμένοι, από το χρήμα, ναυτικοί αλλά και πολιτικοί που εμπλέκονται στην υπόθεση). Ωστόσο στη διάρκεια της περιπέτειας του θα γνωρίσει και την αθώα πλευρά – τους ντόπιους κατοίκους που ζουν απομονωμένοι από τον πολιτισμό, έχουν τη δική τους αυτοοργάνωση, στην οποία παίζει καθοριστικό ρόλο η γυναίκα- αρχηγός αλλά και η εξάρτηση τους από τη θεά προστάτη του νησιού τους. Η ανθρωπολόγος που μελετά τη ζωή και τον τρόπο οργάνωσης των ντόπιων, η Κλοντέτ, θα προσφέρει ουσιαστική βοήθεια τον Διονύση, όπως και ο νεαρός ντόπιος Μικαέρε, που θα τον βοηθήσει να γλυτώσει από τους αδίστακτους φαλαινοθήρες ναυτικούς.

Στο βιβλίο θίγονται πολλά ζητήματα- τόσο περιβαλλοντικά όσο και γενικότερου ενδιαφέροντος: η ζωή των ιθαγενών σε διάφορα μέρη του πλανήτη, η ηθική του ανθρωπισμού, η εμπλοκή οικονομικών συμφερόντων με διεθνείς οργανισμούς. Ο συγγραφέας δε γράφει μόνο μια περιπέτεια για εφήβους .Σκοπός του είναι και να τους ενημερώσει για τις διαφορετικές κοινωνίες που υπάρχουν στη γη, να τους προβληματίσει, να ωθήσει τους νεαρούς αναγνώστες του να αναλογιστούν τη θέση τους στον κόσμο. Όπως όταν ο Διονύσης, συνομιλώντας με την Κλοντέτ σχετικά με τη δουλειά της στο νησί της φυλής Ακ-Αλ-Ντανί, της λέει ότι η δράση της δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, αφού δε θα ανακόψει την τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή εις βάρος των ντόπιων. Συνεπώς οι θεωρητικές τοποθετήσεις και μελέτες δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, αν δεν συνδυάζονται με δράση.

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί χάρη στις συνεχείς ανατροπές της δράσης και στο χιούμορ που διαθέτει ο πρωταγωνιστής - που δε χάνει το θάρρος και την αισιοδοξία του ούτε και στις πιο δύσκολες στιγμές. Εξάλλου, όπως λέει στο τέλος του βιβλίου: Είμαστε εδώ για να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο, έτσι δεν είναι; «Να σώσουμε την ομορφιά του πλανήτη», έτσι δε λέμε στις μπροσούρες μας; Αυτό θα κάνουμε λοιπόν!»

Ο ΠΥΡΟΒΑΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ , ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΚΙΑΣ

 


Ο ΠΥΡΟΒΑΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Συγγραφέας: ΚΟΥΚΙΑΣ, ΘΟΔΩΡΗΣ

Έτος έκδοσης: 2018

ΣΕΛ.: 256

Ηλικία: από 15 ετών

Σειρά: BIG BANG BOOKS

Kέδρος

 

Ο Τίτος, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, πάσχει από μια πάθηση που «κάνει τα οστά του τόσο εύθραυστα όσο τα ποτήρια Βοημίας», την ατελή οστεογένεση. Ζει έγκλειστος στο σπίτι του, αφού υπάρχει γενικό απαγορευτικό εξόδου. Οι γονείς του φοβούνται υπερβολικά γι αυτόν και δεν του επιτρέπουν να κινείται ελεύθερα. Οι μοναδικές του μετακινήσεις είναι μέχρι τον πρώτο όροφο που ζει ο «από συνήθεια» κολλητός του, ο Άλκης , και μέχρι το περίπτερο για αναψυκτικό ή σοκολάτα. Εκτός από τον Άλκη κάνει παρέα με την Αλίκη, , που είναι φοιτήτρια Ιατρικής και μένει στη διπλανή πολυκατοικία, στο κολλητό μπαλκόνι, και το Σαμίρ, το νεαρό Σύριο πρόσφυγα, που πηγαίνει στο γειτονικό Γυμνάσιο, όταν του το επιτρέπουν οι φανατισμένοι πολίτες της περιοχής, που δεν θέλουν τους πρόσφυγες στο σχολείο. Και οι δυο αυτοί φίλοι είναι οι «φίλοι του μπαλκονιού» για τον Τίτο.

Ο Τίτος δεν πηγαίνει στο σχολείο. Είναι κατ οίκον διδαχθείς. Δάσκαλος του είναι ο ευφάνταστος κύριος Φίλιππος, που προσπαθεί να τον διδάξει με εναλλακτικούς και διασκεδαστικούς τρόπους. Ο μοναδικός που κατανοεί τη μοναξιά του και την ανάγκη του να ζήσει μια φυσιολογική ζωή είναι ο αδερφός του, ο Κώστας, που ένα βράδυ θα τον πάρει μαζί του στη δουλειά του, στη γκαρνταρόμπα του Μεγάρου μουσικής της πόλης του και κει θα ξεκινήσει η περιπέτεια του Τίτου, όταν μπερδέψει δύο παλτά μεταξύ τους. Ο Τίτος θα θεωρήσει καθήκον του να επιστρέψει το κόκκινο παλτό στην κοπέλα στην οποία ανήκει και θα αναζητήσει τα ίχνη της μέσα στη νύχτα. Αυτή η νύχτα θα αποδειχτεί πολύ μεγάλη, αλλά και πολύ σημαντική για τον ίδιο. Θα είναι η βραδιά της απότομης και ουσιαστικής ενηλικίωσης του. Θα έρθει αντιμέτωπος με μια φασιστική συμμορία, θα βασιστεί στη βοήθεια του Ανέστη, του φίλου περιπτερά και του διαρρήκτη κολλητού του, θα δεχτεί τη βοήθεια των προσφύγων που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή στην πόλη του , θα συναντήσει ένα ιδιόρρυθμο γέρο μουσικό, μια γυναίκα της νύχτας θα τον κατευθύνει στον εντοπισμό της κοπέλας και τέλος η instaqueen του σχολείου του θα τον συνοδέψει στο υπόλοιπο της βραδιάς μέχρι να καταφέρει να επιστρέψει το παλτό στην κάτοχο του. Ο Τίτος θα καταφέρει να ωριμάσει, να πάρει γρήγορες αποφάσεις, να διαπιστώσει ότι μπορεί να βασιστεί στο ένστικτο του αλλά και στους άλλους για να φέρει εις πέρας την αποστολή του, να συνειδητοποιήσει ότι η διαφορετικότητα δεν τον αποκλείει από τη ζωή.

Όλη η ιστορία διαδραματίζεται μέσα σε μια νύχτα και για την ακρίβεια μέσα σε λίγες ώρες. Μέσα από την περιπέτεια του Τίτου ο συγγραφέας καταφέρνει να παρουσιάσει την εικόνα της σημερινής Ελλάδας. Η οικονομική κρίση – που αποτυπώνεται και στην οικογενειακή κατάσταση του Τίτου, με τον εργαζόμενο στο εξωτερικό πατέρα-, το προσφυγικό, η εμφάνιση και δράση φασιστικών ομάδων, η δράση των αντεξουσιαστικών ομάδων, η κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η εξάρτηση των νέων, κυρίως, από αυτά, η μανία με τις σέλφι και η επιβολή της εικόνας, η αδυναμία των νέων να ζήσουν στον αληθινό κόσμο, η διαφορετικότητα ως βάρος. Όλα αυτά παρουσιάζονται στο φόντο της υπόθεσης, αφού στόχος του συγγραφέα δεν είναι να λύσει αυτά τα προβλήματα, αλλά να τα αναδείξει και να προβληματίσει τον έφηβο αναγνώστη. Ωστόσο στο βιβλίο δεν επικρατεί η απαισιοδοξία. Τουναντίον, το αισιόδοξο πνεύμα διακατέχει όλους τους ήρωες, αρχής γενόμενης από τον βασικό ήρωα, τον Τίτο. Ο οποίος, παρόλα τα προβλήματα του, δε χάνει το χιούμορ του ούτε και την ευαίσθητη και συγχρόνως αισιόδοξη ματιά του.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι ρεαλιστικά πρόσωπα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η γιαγιά του Τίτου, η παραδοσιακή ελληνίδα γιαγιά, η Ρούσα, το όμορφο κορίτσι του σχολείου που επιδιώκει να έχει την προσοχή των άλλων και τραβά διαρκώς σέλφι, ο Άλκης, ο φίλος-φίδι του Τίτου. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα των εφήβων και αυτό δίνει αληθοφάνεια και στην υπόθεση αλλά και στο στήσιμο των χαρακτήρων του. Το βιβλίο ανήκει σε μια κατηγορία νεανικών βιβλίων που αποτελούν τη γέφυρα προς την ενήλικη λογοτεχνία και απευθύνεται σε έφηβους που αγαπούν τον προβληματισμό αλλά και την περιπέτεια. Ωστόσο είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται και από το ενήλικο κοινό που θέλει να γίνει κοινωνός των προβλημάτων αλλά και των προβληματισμών της εφηβείας. Εξάλλου το αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου ταιριάζει σε όλες τις ηλικίες: «Είναι σκληρή η ενήλικη ζωή αλλά ο τολμών νικά!»

ΤΙΜΑΚΙΣΤΑΝ - Το σεντούκι του χρόνου , Andri Snaer Magnason

 


ΤΙΜΑΚΙΣΤΑΝ - Το σεντούκι του χρόνου

Συγγραφέας: Andri Snaer Magnason

Μεταφραστής: Μάνος Τζιρίτας

Εκδόσεις: Πατάκης

Σελίδες: 376

 

Ζεις σε μια μελλοντική κοινωνία οικονομικής κρίσης , βαριέσαι τις βροχερές Δευτέρες και τους μουντούς Φεβρουάριους και η Timebox σου δίνει τη δυνατότητα να απαλλαχτείς απ όλα αυτά, να παγώσεις το χρόνο και να ξαναβγείς στον κόσμο όταν τα πράγματα θα έχουν γίνει καλύτερα, μπαίνοντας στα μαύρα κουτιά της. Αυτό κάνουν οι ήρωες του βιβλίου του Μάγκνασον, αλλά, ενόσω παραμένουν κλεισμένοι στα μαγικά αυτά κουτιά, ο κόσμος γύρω τους διαλύεται.

Η μικρή Σίγκρουν, λοιπόν, ακολουθώντας τις οδηγίες των γονιών της μπαίνει στο μαύρο κουτί, αλλά όταν βγαίνει μετά από λίγο διαπιστώνει ότι τα πάντα έχουν αλλάξει. Τα ζώα έχουν κάνει κατάληψη στο σπίτι της και δέντρα και φυτά έχουν θεριέψει και έχουν καλύψει τόσο το εξωτερικό όσο και το εσωτερικό του σπιτιού της. Το κουτί της δε λειτουργεί πια και δε μπορεί να ανοίξει τα κουτιά των γονιών της και να τους ελευθερώσει. Την ίδια συναντά ένα αγόρι, ο Μάρκους, και την οδηγεί σε ένα σπίτι στο οποίο υπάρχουν παιδιά απ’ όλες τις χώρες της γης. Τα παιδιά τα έχει μαζέψει η Γκρέις, μια ηλικιωμένη γυναίκα, που προσπαθεί να λύσει την αρχαία κατάρα που έχει πέσει στη γη και τους διηγείται μια ιστορία που προέρχεται από το παρελθόν.

Η ιστορία της Γκρέις αφορούσε την ίδρυση της Παγγαίας, μιας χώρας που οι άνθρωποι ζούσαν αρμονικά με τα ζώα ακολουθώντας την προφητεία ότι ποτέ δεν έπρεπε να τα στρέψουν εναντίον του ανθρώπου. Αυτό γινόταν μέχρι την εποχή της βασιλείας του νεαρού Ντίμον, ο οποίος ερωτεύτηκε σφοδρά την Ηλιαχτίδα, την παντρεύτηκε και εκείνη πέθανε μετά τη γέννηση της κόρης της, της Οψιδιάνας. Μετά το θάνατο της ο βασιλιάς Ντίμον περιήλθε σε κατάσταση πένθους μέχρι που ο σύμβουλος του ο Εξέλ του είπε ότι μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο. Μόνο που αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να στρέψουν τα ζώα ενάντια στους ανθρώπους. Ο βασιλιάς Ντίμον ακολούθησε τη συμβουλή του, ξεκίνησε για την κατάκτηση όλου του κόσμου και έφτασε μέχρι τα πέρατα της γης. Εκεί όμως, στην άκρη του Βορά, συνάντησε μια γυναίκα που , αφού του είπε ότι στο τέλος θα τον αφανίσει ο χρόνος, εξαφανίστηκε. Έτσι ο βασιλιάς, αφού επέστρεψε στο βασίλειό του αποφάσισε να βρει έναν τρόπο να νικήσει το χρόνο και ζήτησε να παρουσιαστεί μπροστά του αυτός που θα το κατάφερνε με ανταμοιβή το μισό του βασίλειο.

Την απάντηση είχε μια παρέα νάνων και αυτή ήταν ένα μπαούλο αραχνομέταξο, που ό,τι είχε τοποθετηθεί μέσα του παρέμενε ανέπαφο από το πέρασμα του χρόνου. Ο Ντίμον λοιπόν τοποθέτησε μέσα σε αυτό την κόρη του, προκειμένου να παραμείνει ανέγγιχτη από τη φθορά του χρόνου. Όμως, επειδή σκότωσε τους νάνους που δε δέχτηκαν το μισό του βασίλειο, η γη χωρίστηκε και ο βασιλιάς αναγκάστηκε να ξεκινήσει πάλι μια τεράστια εκστρατεία, προκειμένου να επαναφέρει το βασίλειο του στην αρχική του μορφή. Όσο καιρό θα έλειπε εκείνος, η κόρη του θα ήταν κλεισμένη στο μπαούλο και θα έβγαινε μόνο συγκεκριμένες μέρες στον έξω κόσμο. Έτσι όμως η πριγκίπισσα έχανε ολόκληρα κομμάτια της ζωής της. Στο μεταξύ η νέα σύζυγος του Ντίμον, η Γκούνχιλντ, και ένας αγύρτης υποταγμένος αποστάτης, ο Αχινός, χρησιμοποίησαν το μπαούλο της Οψιδιάνα για τους δικούς τους σκοπούς, παρουσιάζοντας την έγκλειστη πριγκίπισσα ως θεά. Έτσι άρχισαν να συρρέουν τα πλήθη στο παλάτι φέρνοντας τις δικές τους προσφορές, τα δικά τους τάματα στην Οψιδιάνα.

Όλο αυτό τον καιρό η Οψιδιάνα, προστατευμένη στο μπαούλο της, δεν γνώριζε τι συμβαίνει στο βασίλειο, ούτε το πώς τη χρησιμοποιούσαν οι επιτήδειοι. Η μόνη της επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι ο Ανόρι, ένα μικρό αγόρι που θα βρεθεί τυχαία στο παλάτι, θα ανοίξει το σεντούκι και θα γνωρίσει την Οψιδιάνα. Με τη βοήθεια του, η νεαρή πριγκίπισσα, θα καταφέρει να δώσει τέλος στην τυραννία του Αχινού και της Γκούνχιλντ, αλλά δυστυχώς η ίδια θα φτάσει μια ανάσα πριν το θάνατο. Και όταν ο πατέρας της πέθανε, δέντρα και φυτά τύλιξαν το κάστρο και το σεντούκι της εξαφανίστηκε κάτω από την επιφάνεια του δάσους.

Όταν η Γκρέις τέλειωσε την ιστορία της, είπε στα παιδιά ότι ο κόσμος βρισκόταν σε ένα παρόμοιο σημείο απόλυτης παρακμής, επειδή κάποιος είχε ανακαλύψει το σεντούκι και φρόντισε να εφεύρει μια μέθοδο αναπαραγωγής του. Έτσι η αποστολή των παιδιών ήταν να τον βρουν και να τον σταματήσουν, πριν ο κόσμος γίνει απόλυτο έρμαιο της φύσης. Τα παιδιά κατάφεραν να εντοπίσουν τον εφευρέτη, να διαλύσουν το εργοστάσιο παραγωγής και να ελευθερώσουν τους ανθρώπους από τα Timebox.

Ψήγματα από παραμύθια, μύθους και θρύλους ενσωματώνονται στην υπόθεση του βιβλίου. Αναγνωρίσιμοι ήρωες από την «Ωραία κοιμωμένη» -η Οψιδιάνα στο σεντούκι της, δέσμια μιας κατάρας που ο βασιλιάς δε γνωρίζει και που η ίδια , όσο κοιμάται, αγνοεί τι συμβαίνει στον κόσμο- την ιστορία του Χάνσελ και της Γκρέτελ – τα μικρά παιδιά που χάνονται μέσα στην πόλη που έχει κυριεύσει η φύση και η ηλικιωμένη Γκρέις περιθάλπει και φροντίζει- τη Χιονάτη και τους επτά νάνους –η παρέα των νάνων που καταφτάνει με το μπαούλο της- από τη Σταχτοπούτα – η μητριά Γκούνχιλντ που μισεί την Οψιδιάνα για την αγάπη που απολαμβάνει από τον πατέρα της, ενώ οι δύο κόρες της είναι στο περιθώριο- αλλά και άλλα βασικά στοιχεία του παραμυθιού- είτε ήρωες είτε στοιχεία πλοκής- όπως το φτωχό αγόρι που ερωτεύεται την όμορφη πριγκίπισσα, ο ανθρωπομορφισμός ζώων και φυτών, οι μάγισσες και οι κατάρες.

Ο συγγραφέας καταφέρνει με το δυστοπικό αυτό μυθιστόρημα, στο οποίο εγκιβωτίζεται ένα παραμύθι, να γοητεύσει τον αναγνώστη, αλλά συγχρόνως να τον προβληματίσει, να τον ταρακουνήσει , να τον βάλει να σκεφτεί. Τι συμβολίζει το σεντούκι του χρόνου; Είναι η μόνιμη μάχη με το χρόνο και το κυνήγι της αιώνιας νεότητας; Είναι η μοιρολατρική διάθεση του ανθρώπου που πιστεύει ότι τίποτε δεν αλλάζει και γυρεύει τις ευθύνες έξω από τον ίδιο; Είναι η αποπολιτικοποίηση που κυριαρχεί στην εποχή μας και περιμένουμε από κάποιο αυτόκλητο Μεσσία να μας λύσει τα προβλήματα μας κουνώντας ένα μαγικό ραβδί και χωρίς εμείς να κουραστούμε ή να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες; Πόσο εξαρτιόμαστε από όσα μας υπαγορεύει η τηλεόραση ή τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης; Και γιατί δεν αντιλαμβανόμαστε πώς αυτή η κοντόφθαλμη στάση μας, θα μας οδηγήσει στην ολοκληρωτική καταστροφή;

Ο Μάγκνασον ασκεί έμμεσα κριτική και στους πολιτικούς άρχοντες, οι οποίοι είτε αποποιούνται των ευθυνών τους, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις είτε επιρρίπτουν ευθύνες στους προγενέστερους. Μόνη λύση σε όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι είναι να αφυπνισθούν οι ίδιοι και να αναλάβουν δράση, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Γιατί η ζωή δεν είναι ποτέ απλή, όπως λέει και ο πατέρας του Μάρκους στο τέλος του βιβλίου. Και η μόνη αλήθεια είναι τα λόγια που απευθύνει ο Εξέλ στο βασιλιά Ντίμον : "Δυστυχώς, αυτή είναι η αμείλικτη αλήθεια, Κύριε μου. Θα γεράσετε και θα πεθάνετε και κάποτε θα ξεχαστείτε. Όπως καθετί άλλο στον κόσμο, φευ! "

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΘΑΝΑΤΟ, ΡΟΜΠΕΡΤ ΚΟΡΜΙΕΡ

 


ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

ΡΟΜΠΕΡΤ ΚΟΡΜΙΕΡ

Σειρά : Πυξίδα (για εφήβους και ενήλικες)

Σελίδες : 312

Μεταφραστής ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ ΚΩΣΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΨΥΧΟΓΙΟΣ

«Δεν είπε τίποτα για μια στιγμή. Πραγματικά ένιωθε λύπη γι αυτούς, όπως μπορεί κανείς να νιώσει για κάτι που δεν καταλαβαίνει. Εξακολουθούσε να είναι ένα τέρας, φυσικά. Αλλά ποιος τον είχε κάνει τέρας; Αυτός ο κόσμος, ο κόσμος του. Ποιος ήταν ο ένοχος λοιπόν: το τέρας ή ο κόσμος που το δημιούργησε;»

Αυτά αναρωτιέται ο Μίρο, ο νεαρός τρομοκράτης, το αγόρι που έζησε την πρώτη παιδική του ηλικία μαθαίνοντας ότι οι γονείς του σκοτώθηκαν από έκρηξη νάρκης και στη συνέχεια μεγάλωσε γυρνώντας εδώ και εκεί, αρχικά σε στρατόπεδα προσφύγων και έπειτα στους δρόμους μαζί με τον αδερφό του μέχρι που τους εντόπισε ο Άρτκιν, ο αρχηγός της οργάνωσης, και τους εκπαίδευσε ως τρομοκράτες. Ποιος ήταν λοιπόν υπεύθυνος για τη μετάλλαξη του σε τέρας;

Ο Μίρο, ο Μπεν και η Κειτ , τρεις έφηβοι εμπλέκονται σε αυτή την υπόθεση τρομοκρατίας , σε ένα βιβλίο που γράφτηκε το μακρινό 1979, αλλά είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Ο Μίρο συμμετέχει σε μια τρομοκρατική ομάδα που καταλαμβάνει ένα λεωφορείο με δεκαέξι παιδάκια , προκειμένου να καταφέρει ένα πλήγμα στις αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Το λεωφορείο οδηγεί η Κέιτ, ο λάθος άνθρωπος τη λάθος στιγμή, αφού εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα αντικαθιστά τον οδηγό θείο της. Τέλος στην υπόθεση εμπλέκεται ο Μπεν, ο γιος του στρατηγού, αρχηγού της αντιτρομοκρατικής επιχείρησης, που επιλέγεται ως μεσολαβητής στη διαπραγμάτευση.

Ο Μίρο έχει εκπαιδευτεί από την τρυφερή, παιδική του ηλικία να χειρίζεται όπλα και έχοντας πάρει μέρος σε πολλές τρομοκρατικές ενέργειες έχει μάθει να λειτουργεί υπό καθοδήγηση και έχει στερήσει την ψυχή του από κάθε είδους συναισθηματική εμπλοκή. Είναι ένα πειθήνιο όργανο των ανωτέρων του προκειμένου να κερδίσει η πατρίδα του τον πόλεμο - όπως παπαγάλισε στην Κέιτ, όταν τον ρώτησε σχετικά. Ο Μίρο είχε αποστηθίσει πολύ καλά το μάθημα του και δεν έχει καιρό να αναρωτηθεί για τίποτε, εφόσον ο Άρτκιν είχε πάντα έτοιμες τις απαντήσεις γι αυτόν. Και τώρα, σε αυτή την υπόθεση ομηρείας, έχοντας επαρκή χρόνο για σκέψεις , αρχίζει να θέτει ερωτήματα στον εαυτό του και να ανησυχεί που ανακαλύπτει ψήγματα ευαισθησίας μέσα του.

Η Κέιτ είναι μια ένα νεαρό κορίτσι , που βιώνει τη συναισθηματική ανασφάλεια της εφηβείας και ανακαλύπτοντας τα πολλά πρόσωπα που τη συνθέτουν δεν ξέρει ποια τελικά είναι η ίδια. Αναρωτιέται αν αξίζει να αγαπηθεί, αν δεν πρέπει να αναζητά την τελειότητα, αφού η ίδια είναι ανεπαρκής, αν θα την αγαπήσουν οι άλλοι, όταν ανακαλύψουν τις πολλές αδυναμίες της. Και έρχεται η στιγμή που οφείλει να αποδείξει τη γενναιότητα και το θάρρος της εγκλωβισμένη σε αυτή την υπόθεση ομηρείας και γνωρίζοντας ότι το πρώτο άτομο που θα εξοντώσουν οι τρομοκράτες είναι η ίδια. Θα περιποιηθεί λοιπόν τα μικρά παιδιά, θα τα παρηγορήσει, θα εκμεταλλευτεί το δεύτερο κλειδί του λεωφορείου προκειμένου να ξεφύγει από τη γέφυρα που έχουν ακινητοποιηθεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η Κέιτ πιστεύει ακόμη στο καλό που υπάρχει στους ανθρώπους και χρησιμοποιεί την ικανότητα της να χειρίζεται τους άλλους επιχειρώντας να επιδράσει στο Μίρο. Η προσπάθεια της είναι μάταιη..

Ο Μπεν πάλι είναι ένα νεαρό, ευαίσθητο αγόρι, που εμπλέκεται στην υπόθεση ύστερα από επιλογή του πατέρα του. Ο Μπεν έχει πρόσφατα βιώσει την ερωτική απόρριψη και συγχρόνως έχει να διαχειριστεί τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του, ο οποίος έχει μια κρυφή δεύτερη ζωή ως μέλος της αντιτρομοκρατικής ομάδας Δέλτα. Όταν θα ανακαλύψει ότι ο ίδιος ο γονιός του χρησιμοποίησε τις αδυναμίες του , προκειμένου να τον στείλει ως μεσολαβητή στην υπόθεση και να τον φέρει αντιμέτωπο με τη δειλία του, ο κόσμος του θα γκρεμιστεί και θα αναγκαστεί να πάρει μια δύσκολη απόφαση.

Αν και το κάδρο της υπόθεσης είναι στατικό – η γέφυρα Μπρίμλερς στην οποία είναι εγκλωβισμένο το λεωφορείο με τα παιδιά και ελέγχεται από το βαν των τρομοκρατών- , η πλοκή υφαίνεται πάνω στις συναισθηματικές ισορροπίες. Ο αποστραγγισμένος συναισθηματικά Μίρο, η Κέιτ, που αναγκάζεται να ενηλικιωθεί απότομα , εν μία νυκτί, ο Μπεν, το εύθραυστο αγόρι. Και παράλληλα, ο πατέρας του Μπεν - ο στρατηγός Μάρτσαντ- ο Άρτκιν,ο ηγέτης της ομάδας, ο μικρούλης Ρέιμοντ και η σύντομη ιστορία του.

Ο Κορμιέρ γράφει ένα βιβλίο εξαιρετικά δυνατό, ένα βιβλίο που απευθύνεται σε εφήβους που διαθέτουν αναγνωστικό επίπεδο και τολμά να μιλήσει για ένα θέμα που δεν ανήκει στη σφαίρα των εφηβικών επιλογών. Ο συγγραφέας διεισδύει στον ψυχισμό των πρωταγωνιστών και απλώνει μπροστά μας μια παλέτα συναισθημάτων , σκέψεων και προβληματισμών. Πολύ ιδιαίτερη η επιλογή του να περιορίσει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του σε δύο μόνο πρόσωπα: στο Μπεν και τον πατέρα του. Ειδικά το ενδέκατο κεφάλαιο, που υπάρχει η σπαρακτική, φανταστική, συνομιλία πατέρα - γιου, αποτελεί υπόδειγμα λογοτεχνικής γραφής.

Τι υπάρχει λοιπόν μετά τον πρώτο θάνατο; Υπάρχει επιστροφή ή αποτελεί μονόδρομο για τον εμπλεκόμενο άπαξ και βρεθεί σε αυτή τη θέση; Ο αναγνώστης καλείται να δώσει τη δική του απάντηση στο ερώτημα.

Βαθμολογίες, Lauren McLaughlin

 


Βαθμολογίες

Συγγραφέας: Lauren McLaughlin

Μεταφραστής: Στέλλα Κάσδαγλη

Ηλικία:12+

Σελίδες:288

Βαθμολογίες. Ένα βιβλίο για ένα σκοτεινό μέλλον, όπου η ζωή ενός εφήβου καθορίζεται από την παρακολούθηση της βαθμολογίας και της συμπεριφοράς του. Η τεχνολογία εισβάλλει στη ζωή του και τη βάζει στο μικροσκόπιο. Οι σχέσεις με τους φίλους του όπως και το μέλλον του καθορίζονται από αυστηρά κριτήρια του συστήματος. Μια υψηλή βαθμολογία θα κρίνει το αν θα πάρει την υποτροφία και θα πάει στο ακριβό κολλέγιο ή αν θα ψάξει να βρει μια δουλειά για να επιβιώσει.

Η πρωταγωνίστρια, Ιμάνι Λεμόντ, είναι ένα τυχερό κορίτσι. Έχει υψηλή βαθμολογία και το μέλλον της μοιάζει στρωμένο. Θα τελειώσει το σχολείο, θα πάει στο κολλέγιο, στο οποίο θέλει να σπουδάσει θαλάσσια βιολογία και θα επιστρέψει να εργαστεί κοντά στο σπίτι της.

Τα πράγματα όμως αποδεικνύονται πιο περίπλοκα, όταν η κολλητή της Ιμάνι , η Κάντι, πάει ενάντια σε όλα όσα έχει θεσπίσει η Score Corp- που παρακολουθεί τους μαθητές και καθορίζει τη βαθμολογία τους- και μαζί της θα παρασύρει τη βαθμολογία της Ιμάνι. Παράλληλα, η φιλία της Ιμάνι με τον Ντιέγκο Λάντις, έναν Αβαθμολόγητο (Αβαθμολόγητοι ήταν τα παιδιά που δε γίνονταν αποδεκτά στο σχολείο, και γενικά το σχολείο προσπαθούσε να τα ξεφορτωθεί) – της δημιουργεί επιπλέον προβλήματα που πρέπει να ξεπεράσει, εφόσον η σχολική της ζωή παρακολουθείται διαρκώς. Μέσα σε όλα αυτά κομβικός αποδεικνύεται ο ρόλος του καθηγητή Κάρολ, ο οποίος επιδίωκε να ξυπνήσει στους μαθητές του την αγάπη για τη γνώση και τη διάθεση αμφισβήτησης, και εμπλέκει την Ιμάνι και τον Ντιέγκο σε μια προσπάθεια να κερδίσουν την υποτροφία ενός ιδρύματος και να μπορέσουν να σπουδάσουν. Η Ιμάνι και ο Ντιέγκο πρέπει να γράψουν μια εργασία στην οποία οι βαθμολογημένοι θα γράψουν ενάντια στη βαθμολόγηση και οι Αβαθμολόγητοι υπέρ αυτής. Η Ιμάνι λοιπόν αρχίζει να γράφει την εργασία της, αν και προσπαθεί να μην πάρει επί της ουσίας θέση και διατηρεί μετριοπαθή στάση απέναντι στο σύστημα, γιατί ακόμη δεν έχει πειστεί για την ύπουλη δράση του. Έτσι γίνεται υποχείριο της διευθύντριας του σχολείου και δρα ως «καρφί».

Η Λόρεν ΜακΛέφλιν γράφει ένα δυστοπικό βιβλίο για μια σχολική κοινωνία, όπου οι μαθητές αντιπροσωπεύουν έναν αριθμό και ο αριθμός αυτός θα καθορίσει τη ζωή τους. Ανατριχιαστικό μεν, αλλά αληθινό. Η παρακολούθηση από κάμερες και η καταγραφή όλων των δραστηριοτήτων των μαθητών μοιάζει τρομακτική, αλλά ήδη εφαρμόζεται σε πολλούς τομείς της ζωής μας.

Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας σέβονται ο ένας τον άλλον και συνεργάζονται μεταξύ τους, αν και προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και οι καταβολές τους διαφέρουν . Αναγνωρίσιμοι είναι και πολλοί χαρακτήρες του βιβλίου- η διευθύντρια που χειραγωγεί την Ιμάνι, η άριστη μαθήτρια που είναι προσηλωμένη στην επιτυχία και τίποτε δεν την σταματά από αυτόν, οι γονείς της Ιμάνι που της συμπαραστέκονται, ιδιαίτερα ο πατέρας της.

Το φουτουριστικό αυτό μυθιστόρημα θέτει πολλά ερωτήματα που αφορούν τόσο την αξία και την υπερεκτίμηση της βαθμολογίας στη ζωή του νέου ατόμου όσο και τη χρήση της τεχνολογίας για την ακατάπαυστη βιντεοσκόπηση και καταγραφή της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Ποια είναι τα όρια στην διείσδυση της τεχνολογίας στον ιδιωτικό μας χώρο, ποιος τα καθορίζει και ποιος μας προστατεύει τελικά από αυτή; Πολλά τα ερωτήματα που θέτει το βιβλίο, πολλές και οι σκέψεις που μας προκαλεί. Διαβάστε το για να δώσετε τη δική σας απάντηση!

Χελώνες στο άπειρο , Green John



 Χελώνες στο άπειρο

Συγγραφέας: Green John

Εκδότης: Ψυχογιός

Αριθμός Σελίδων: 352

Έτος Έκδοσης: 2018

Έξι χρόνια μετά το «Το λάθος αστέρι», ο Τζον Γκριν επανέρχεται με ένα νέο μυθιστόρημα. Το βιβλίο , αν και έχει πρωταγωνίστρια την Άζα, περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία . Η ηρωίδα του είναι μια δεκαεξάχρονη κοπέλα που έχει χάσει τον πατέρα της, αλλά έχει μια υποστηρικτική μητέρα και μια εξαιρετική φίλη, την πολυλογού Ντέιζι. Η εξαφάνιση του δισεκατομμυριούχου Ράσελ Πίκετ, πατέρα του Ντέιβις, ενός παλιού φίλου της Άζα, και η αμοιβή των εκατό χιλιάδων δολλαρίων θα οδηγήσει τα δυο κορίτσια σε μια περιπέτεια που αποτελεί μόνο την αφορμή για την εξέλιξη της υπόθεσης.

Η Άζα έχει εμμονή με τον κάλο που έχει δημιουργήσει στο δάκτυλό της, τον σκαλίζει κάθε μέρα, αλλά την ίδια στιγμή τον απολυμαίνει και κολλάει τσιρότα με τρομακτική συχνότητα, τρέμει στην ιδέα της εισβολής στον οργανισμό της κάθε είδους μικροβίου, καταπίνει αντισηπτικό χεριών για να καταπολεμήσει τα μικρόβια του φιλιού. Αναλώνεται σε ατελείωτες συζητήσεις με τον εαυτό της για το κατά πόσο μπορεί να τη βλάψει το κλωστηρίδιο, ποιού είδους οργανισμοί μπορούν να εισβάλλουν στον οργανισμό της και να της κάνουν κακό, ποιες είναι οι συνέπειες της έκθεσης της σε κάποια μικροβιακή κατάσταση. Η ιδεοψυχαναγκαστική αυτή διαταραχή βασανίζει το νεαρό κορίτσι , που πηγαίνει στις συνεδρίες με την ψυχίατρο της, αλλά δεν ακολουθεί κατά γράμμα την φαρμακευτική αγωγή της, επειδή φοβάται τις συνέπειες της.

Οι τρεις βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι έφηβοι, που ο καθένας έχει τις δικές του αγωνίες και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τους προσωπικούς του δαίμονες. Η Άζα έχει να αντιμετωπίσει την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή , η Ντέιζι την φτώχεια της οικογένειας της, ενώ ο Ντέιβις προσπαθεί να γίνει αποδεκτός για αυτό που είναι ο ίδιος, κι όχι για την ταυτότητα που του χαρίζουν τα εκατομμύρια του πατέρα του. Καθένας τους καταφεύγει σε διαφορετικό μέσο για να το καταφέρει: η Άζα είναι άριστη μαθήτρια, η Ντέιζι, γράφει ιστορίες με αφόρμηση την ταινία Star Wars -με την οποία είναι απίστευτα κολλημένη- ενώ ο Ντέιβις αποτυπώνει γραπτά τις σκέψεις του και τις ανεβάζει στο προσωπικό του ιστολόγιο.

Ο Τζον Γκριν καταφέρνει να περιγράψει το μικρόκοσμο της εφηβείας: τα άγχη, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς, τα αδιέξοδα, τα αδιάκοπα ερωτήματα , τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα της. Παράλληλα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Άζα , ειδικά στα σημεία που παλεύει με τη φοβία της , είναι ρεαλιστική και σχεδόν επώδυνη για τον αδαή αναγνώστη. Ο φόβος, η αγωνία, τα ατέλειωτα ερωτηματικά, το μόνιμο άγχος της ηρωίδας, την απομονώνουν από την κανονικότητα της ζωής της, την αποκλείουν από μια υγιή, φυσιολογική ζωή και της κλέβουν τη χαρά της εφηβείας, του έρωτα, του αγγίγματος, του φιλιού, της προσέγγισης με το άλλο φύλο. Ο συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει την αλήθεια των ανθρώπων που πάσχουν από τέτοιου είδους διαταραχές, αφού ο ίδιος πάλεψε μαζί της από μικρός. Γι αυτό και στις Ευχαριστίες , στο τέλος του βιβλίου, αναφέρεται στους γιατρούς που τον βοήθησαν και γράφει τα ακόλουθα: « Ο δρόμος μπορεί να αποδειχτεί μακρύς και δύσκολος , όμως οι ψυχικές νόσοι αντιμετωπίζονται. Υπάρχει ελπίδα, ακόμη κι αν ο εγκέφαλος σου λέει το αντίθετο» .

Το βιβλίο είναι συγκινητικό και αστείο συγχρόνως και έχει πολλά διαφορετικά στοιχεία που θα τραβήξουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη: αναφορές στην ταινία Star Wars, στην αστρονομία, στη λογοτεχνία-με ολόκληρα αποσπάσματα κλασσικών έργων της αγγλικής και αμερικάνικης λογοτεχνίας. Αναμφισβήτητα ο Τζον Γκριν γνωρίζει πώς να απευθυνθεί στον έφηβο αναγνώστη και να τον προετοιμάσει για το επόμενο αναγνωστικό στάδιο, αυτό της ενήλικης λογοτεχνίας.

Η δική μου ιστορία, Χουάν Χοσέ Μιγιάς

 


Η δική μου ιστορία,

Χουάν Χοσέ Μιγιάς

Εκδόσεις Ψυχογιός, Ιούνιος 2018

Σελίδες : 136,

Ηλικία : 16+,

Μεταφραστής: Θεοδώρα Δαρβίρη

 

« Εγώ γράφω γιατί ο μπαμπάς μου διάβαζε».

Έτσι αρχίζει η ιστορία του νεαρού ήρωα του Χουάν Χοσέ Μιγιας. Ο οποίος στην ηλικία των δώδεκα ετών βρέχει ακόμη το κρεβάτι του, δεν έχει φίλους, ίνδαλμα του είναι ο πατέρας του και αποφασίζει να αυτοκτονήσει για να του τραβήξει την προσοχή . Ακόμη και τα λίγα λεπτά πριν πέσει από τη γέφυρα σκέπτεται πώς θα αντιδράσει ο πατέρας του μπροστά στο νεκρό σώμα του. Όμως η απόφαση του αυτή δε θα στεφθεί με επιτυχία. Τουναντίον, θα αποτελέσει την αρχή ενός εφιάλτη για αυτόν. Πριν πέσει από τη γέφυρα όπως σχεδίαζε, ρίχνει μια γυάλινη μπίλια και αυτή οδηγεί σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Μια οικογένεια θα ξεκληριστεί. Το μόνο μέλος που θα επιζήσει είναι η συνομήλικη του Ιρένε.

Το νεαρό αγόρι μεγαλώνει έχοντας διαρκώς στο μυαλό του αυτό το έγκλημα που διέπραξε. Και τότε στην ηλικία των 14 αποφασίζει ότι θα γίνει συγγραφέας και θα γράψει ένα βιβλίο στο οποίο θα ομολογεί το έγκλημα του και ο πατέρας του θα το εκθειάζει . Βέβαια, το βιβλίο θα το υπογράφει με ψευδώνυμο.

Παράλληλα, κάτι υπέροχο, όπως το χαρακτηρίζει ο ήρωας συμβαίνει στη ζωή του. Γνωρίζει το κορίτσι που επέζησε από το ατύχημα και το οποίο είναι κουτσό και άσχημο, καθώς το πρόσωπο του αυλακώνεται από μια ουλή. Οι γονείς του έχουν χωρίσει στο μεταξύ και η μητέρα του συνεχίζει να μένει μαζί του από οίκτο. «Ο οίκτος είναι υποκατάστατο της αγάπης, κάποιες φορές εξαιρετικό υποκατάστατο, γι αυτό κι ο διαχωρισμός τους είναι τόσο δύσκολος.»

Κάποιο βράδυ παρακολουθώντας την εκπομπή που συνέχιζε να παρουσιάζει ο πατέρας του τον ακούει να μιλάει για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα και τότε παίρνει την απόφαση να γράψει την αυτοβιογραφία του, την ιστορία ενός εγκληματία, σε ένα τετράδιο που κρύβει κάτω από το στρώμα του. Είναι το βράδυ που θα πάψει να κατουριέται στον ύπνο του. Την ιστορία αυτή θα γράφει και θα σκίζει συνεχώς καθώς μεγαλώνει, έχοντας άγχος για την ανακάλυψη της, ενώ παράλληλα η σχέση του με την Ιρένε μένει κρυφή από την οικογένεια του.

Η σχέση αυτή θα ανακαλυφθεί απότομα ένα βράδυ από τη μητέρα του, θα μετακομίσει στο σπίτι του πατέρα του και θα χωρίσει με την Ιρένε, αποφασίζοντας να γίνει ο αληθινός γιος του πατέρα του και να μην παραμείνει ένα πλάσμα της φαντασίας του.

Ο συγγραφέας γράφει για ένα ανώνυμο ήρωα. Δεν είναι τυχαίο που στο βιβλίο τα μοναδικά ονόματα που αναφέρονται είναι της Ιρένε , της κοπέλας του ήρωα, και της Σάρας, της πολύ νεώτερης συντρόφου του πατέρα του. Ο νεαρός ήρωας βιώνει την απόρριψη του πατέρα και την καταναγκαστική αποδοχή του από τη μητέρα του, η οποία γνωρίζει το μυστικό του και θεωρεί ότι ο γιος της είναι ψυχικά άρρωστος. Διαφυλάσσει όμως το μυστικό του, ακόμη και από τον ίδιο του τον πατέρα-προφανώς εξαιτίας του φόβου της ότι θα αποδειχτεί μια ανεπαρκής μητέρα.

Ο Μιγιας παρουσιάζει ένα ήρωα με δύσκολη ζωή και ακόμη δυσκολότερη εφηβεία. Ένα αγόρι που δεν έχει νιώσει την αποδοχή της οικογένειας, μεγαλωμένο σε ένα περιβάλλον με έντονη την παρουσία της μάνας, αλλά φασματική την παρουσία του πατέρα. Το αγόρι έμαθε να κάνει ησυχία γιατί ο πατέρας διάβαζε, έμαθε να είναι ανύπαρκτος, ζούσε στη σκιά του πατέρα του. Η λογική μετεξέλιξη του ήταν ένα πλάσμα που φτάνει στην απόλυτη υποτίμηση του εαυτού του. Ήμουν ένα παιδί γεμάτο τρύπες, όχι όπως έχουν όλοι εδώ κι εκεί, στο σώμα τους, αλλά μαύρες τρύπες, όπως αυτές που λένε ότι έχει το σύμπαν και καταβροχθίζουν όποιον πλησιάζει, ακόμη και το ίδιο το φως. Το μόνο που θα τον σώσει είναι η αποδοχή άνευ όρων από την οικογένεια του- μια αποδοχή που μοιάζει να μην έρχεται ποτέ. Ο ήρωας δεν στοχεύσει στη διαμόρφωση της δικής του ταυτότητας . Αντίθετα, μεγαλώνοντας προσπαθεί μάταια να κερδίσει την αγάπη και το σεβασμό του πατέρα του-που στο μεταξύ έχει απορρίψει την πρώτη συγγραφική του προσπάθεια.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί. Η κοφτή , δυνατή, ρεαλιστική γραφή σε συνδυασμό με την άμεση καταβύθιση στην υπόθεση κρατά τον αναγνώστη μέχρι και την τελευταία σελίδα. Από το βιβλίο δε λείπει το χιούμορ, που προσιδιάζει στην ηλικία του αφηγητή. Το μυθιστόρημα κλείνει με την παραδοχή του ήρωα ότι δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει: να μείνει έξω από αυτή την ιστορία και να βρει την προσωπική του αλήθεια ή να αποδεχτεί την εμπλοκή του σε αυτό το φαύλο κύκλο και να παραμείνει ένα πλασματικό πρόσωπο;

Μια ιστορία για έφηβους και όχι μόνο.

Οι βαλίτσες του Άουσβιτς, Ντανιέλα Παλούμπο

 


Τίτλος: Οι βαλίτσες του Άουσβιτς

Τίτλος πρωτοτύπου: Le valigie di Auschwitz

Συγγραφέας: Ντανιέλα Παλούμπο

Εικονογράφηση: Κλάρα Μπατέλο

Μετάφραση: Ελένη Τουλούπη

Εκδόσεις: Κέδρος, 2017

Σελίδες: 216

Στις 22 Μαϊου του 1940 στην πόλη Οσβιέτσιμ στην Πολωνία οι Ναζί χτίζουν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς με στόχο την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης. Οι Εβραίοι φυλακίζονται, καταδιώκονται, αναγκάζονται να στοιβαχτούν στα γκέτο της Πολωνίας και τελικά να θανατωθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Ευρώπης. Αυτό που έμεινε να μας θυμίζει τη φριχτή τύχη τους είναι τα στρατόπεδα αυτά, που σήμερα αποτελούν τόπους μνήμης και προσκυνήματος. Σε μια αίθουσα, λοιπόν, στο στρατόπεδο του Άουσβιτς ο επισκέπτης μπορεί να δει στοιβαγμένες τις βαλίτσες των ανθρώπων αυτών, που οι Ναζί τους έβαζαν να κουβαλούν θέλοντας να τους ξεγελάσουν και να πιστέψουν ότι θα επιζήσουν. Τα ονόματα τους είναι γραμμένα πάνω τους .

Η Ντανιέλα Παλούμπο μέσα από τις βαλίτσες αυτές έβγαλε τις ιστορίες τεσσάρων παιδιών, τεσσάρων Εβραιόπουλων, που έζησαν σε διαφορετικές χώρες της Ευρώπης και βρήκαν φριχτό θάνατο στο Άουσβιτς. Ο Κάρλο, η Χάννα, ο Νταβίντ, η Εμελίν διηγούνται σε πρώτο ενικό πρόσωπο τη δική τους ιστορία και εκφράζουν τις δικές τους απορίες. Γιατί να συμβαίνουν όλα αυτά ; Γιατί οι Ναζί να κυνηγούν τους Εβραίους; Γιατί να μην μπορούν να πάνε στο σχολείο; Γιατί οι φίλοι τους δεν τους κάνουν πια παρέα; Γιατί είναι υποχρεωμένοι να φορούν ένα κίτρινο άστρο στα ρούχα τους; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που τα ανέχονται όλα αυτά και δεν εξεγείρονται; Γιατί γύρω τους να κυριαρχεί η κακία και η απανθρωπιά;

Ο Κάρλο από την Ιταλία αγαπάει τα τρένα και, αφού κρυφτεί για ένα χρονικό διάστημα σε ένα άδειο βαγόνι, θα βρεθεί μαζί με τους γονείς του στο δρόμο για το Άουσβιτς. Η Χάννα από τη Γερμανία - που ο αδερφός της ο Γιάκομπ έχει νοητική υστέρηση και οι Γερμανοί , αφού τον έκλεισαν σε ένα ίδρυμα, στη συνέχεια τον δολοφόνησαν- θα οδηγηθεί και κείνη μαζί με την οικογένεια της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Εμελίν από τη Γαλλία, που θα φύγει από το σπίτι της και θα ζήσει μαζί με έναν άστεγο στο πάρκο και αυτό θα είναι και η σωτηρία της. Ο Νταβίντ , ο Πολωνός μουσικός, που δεν αποχωρίζεται το βιολί του, ούτε όταν οδηγείται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Η Ντανιέλα Παλούμπο καταφέρνει να αποδώσει τη συναισθηματική φόρτιση, τα αδιέξοδα που βιώνουν οι μικροί πρωταγωνιστές της και συγκινεί χωρίς να γίνεται μελό. Τα βάσανα, ο διωγμός και η ταλαιπωρία των Εβραίων αποτυπώνονται με ακρίβεια, αλλά και τη γνήσια απορία των παιδιών αυτής της ηλικίας. Παράλληλα, στο βιβλίο φαίνεται ξεκάθαρα και η στάση των υπολοίπων πολιτών που συμμορφώνονται με τις υποδείξεις των Γερμανών, χωρίς να προβάλλουν καμιά αντίσταση. Η δική τους στάση είναι που προκαλεί μεγαλύτερη οργή, γιατί οι άνθρωποι αυτοί συναίνεσαν με τη σιωπή και την αδιαφορία τους σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της Ιστορίας.

Διαβάστε το βιβλίο «Οι βαλίτσες του Άουσβιτς» , ένα βιβλίο καταγγελία μιας γενοκτονίας. Τα τέσσερα αυτά παιδιά, αν και αποτελούν προϊόντα μυθοπλασίας, έχουν να σας πουν πολλά.

 

Οι τρεις εξερευνητές της Αλάσαρνας, Μαρία Καζάντη

 

« Την έλευση του καλοκαιριού κυρίως την οσμίζομαι. «Ακούω» τη μυρωδιά από τα τηγανητά κολοκυθάκια της μαμάς, που με τρελαίνουν, την τέλεια πλαστικίλα των καινούριων βατραχοπέδιλων μου και το άρωμα καρύδας των αντηλιακών με τα οποία πασαλείβονται οι πρώτοι τουρίστες. Είμαι βλέπετε από τουριστικό νησί, την αχτύπητη Κω.»

Έτσι ξεκινά το βιβλίο της Μαρίας Καζάντη και ακολουθεί η αυτοπαρουσίαση του ήρωα και των φίλων του: του Μανώλη, του Τζακ και του Μαχίρ, που περνούν τα καλοκαίρια τους στην Καρδάμαινα της Κω και το καλοκαίρι εκείνο θα ζήσουν και μια μεγάλη περιπέτεια. Σε μια παράλληλη αφήγηση , όμως, έχουμε τη φωνή και μιας άλλης ηρωίδας, της Φίλιννας, που έρχεται από το βαθύ παρελθόν, 2000 χρόνια πίσω. Η Φίλιννα είναι ένα κορίτσι που ξέρει να διαβάζει, κι όχι να υφαίνει, ξέρει να παίζει λύρα , αλλά όχι να μαγειρεύει. Ένα κορίτσι που διαφέρει από τα άλλα της εποχής της, αφού δεν θέλει ούτε να παντρευτεί ούτε να ακολουθήσει τα ήθη και τα έθιμα του νησιού που αφορούν τις γυναίκες. Συνδετικός κρίκος των δύο αφηγήσεων είναι το άγαλμα ενός αγοριού που κρατάει ένα σταμπί σταφύλια στο χέρι και έχει μια πάπια στα πόδια του.

Τα αγόρια κάνουν βόλτες στο χωριό τους, κολυμπούν, αλλά συγχρόνως κρυφακούνε τις συζητήσεις των μεγάλων και ενδιαφέρονται για τις ιστορίες της γιαγιάς Μαρίας και των φιλενάδων της: της Πέπας αλλά και της Διονυσίας , που δεν ακολουθούν τα πρότυπα περί ηλικίας. Βάφονται, βγαίνουν βόλτες και είναι δυναμικές. Γι αυτό και οι τρεις φίλοι τις ονομάζουν «γεροντομπεμπέκες». Η περιέργεια των αγοριών, λοιπόν, θα τα οδηγήσει σε περιπέτειες, αφού θα μπλεχτούν σε μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας και καταστροφής αρχαιοτήτων. Η Φίλιννα πάλι με τη σειρά της θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο του Ξενόκριτου, του Ροδίτη νεαρού που θα σμιλέψει και το άγαλμα που θα φτάσει, μετά από περιπέτειες αιώνων, στα χέρια των τριών μικρών ηρώων.

Η συγγραφέας γράφει ένα βιβλίο με ευθείες αναφορές στο παρόν του νησιού: την οικονομική κρίση (η ανεργία του πατέρα του Μανώλη και η πτώση της τουριστικής κίνησης), το προσφυγικό και την αλληλεγγύη των ντόπιων (ύπαρξη δομών φροντίδας γι αυτούς) καθώς και την βίαιη τουριστική ανάπτυξη σε βάρος της φυσικής ομορφιάς (ξενοδοχεία που καταστρέφουν με την απαράδεκτη αισθητική τους τις παραλίες του νησιού).

Ο αναγνώστης του βιβλίου παρασύρεται από την υπόθεση και περιδιαβάζει στα στενά της Καρδάμαινας, κολυμπά στις όμορφες παραλίες της και δοκιμάζει τα καλούδια του τόπου: τυρί της τρυγίας(κρασοτύρι), σύκα, πνιγούρι με χοιρινό, κανελάδα, σταφύλια. Η εναλλαγή των κεφαλαίων – ένα εκτυλίσσεται στο παρόν, ένα στο παρελθόν- αποτελεί ένα συγγραφικό τέχνασμα που κρατά αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη, όπως και η έξυπνη χρήση της τελευταίας φράσης της αφήγησης του παρόντος για να ξεκινήσει η παρελθοντική αφήγηση. Μάλιστα οι δυο παράλληλες ιστορίες θα μπορούσαν να σταθούν και αυτοτελώς. Η συγγραφέας καταφέρνει να δώσει με μεγάλη μαεστρία και αληθοφάνεια την ιστορία της αρχαίας Αλάσαρνας μέσα από τα μάτια της Φίλιννας. Οι μικροί αναγνώστες θα μεταφερθούν στην αρχαία Κω , θα ζήσουν εκ των έσω μια σελίδα της ιστορίας της, θα διαβάσουν για ιστορικά ονόματα που συνδέονται με αυτό το παρελθόν- όπως ο ποιητής Φιλητάς- χωρίς να καταλάβουν ότι μαθαίνουν Ιστορία!

Η κυρία Καζάντη καταφέρνει να πλέξει παρόν και παρελθόν και να δώσει μια ρεαλιστική εικόνα της Κω, χωρίς να θυσιάσει τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Οι ήρωες της είναι μικρά σκανταλιάρικα παιδιά, γεμάτα περιέργεια , όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας τους. Παρά τις διαφορές τους- ο ένας είναι χριστιανός, ο άλλος μωαμεθανός και ο τρίτος ένα αγόρι με ξένη μητέρα- καταφέρνουν να μείνουν ενωμένοι, να περνούν καλά και να μην το βάζουν κάτω , όταν η κατάσταση θα δυσκολέψει.

Στο βιβλίο καταγράφεται η ντοπιολαλιά της Κω –στα σημεία που μιλούν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ήρωες- με τις αντίστοιχες επεξηγήσεις για τον αδαή αναγνώστη. Επεξηγήσεις δίνονται και για τα υπόλοιπα ιστορικά στοιχεία του βιβλίου με παραπομπές .

(Η συγγραφέας και δασκάλα Μαρία Καζάντη γεννήθηκε στην Καρδάμαινα και συμμετείχε εθελοντικά στην πρώτη ανασκαφή στην περιοχή το καλοκαίρι του 1985. Αυτή στάθηκε και η αφορμή να γράψει το βιβλίο αυτό.)

Πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο , Λώρη Κέζα

 


Πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο

Συγγραφέας: Λώρη Κέζα
Εκδόσεις : Ποταμός, 2018
128 σελ.
 

«Πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο» ο τίτλος και εξώφυλλο μια κατακόκκινη ιστιοσανίδα στο γαλάζιο φόντο της θάλασσας. Αυτό είναι το νέο βιβλίο της Λώρης Κέζα. Όπως αποκάλυψε η ίδια η δημοσιογράφος και συγγραφέας, τον τίτλο τον σκέφτηκε επειδή τα παιδιά , τα βράδια του καλοκαιριού, παίζουν αυτό το παιχνίδι έξω από το σπίτι της στο νησί που συνηθίζει να παραθερίζει(εφημερίδα το Βήμα, Κοσμάς Βίδος).

Η αφήγηση ξεκινά από την παραλία της Κολυμπήθρας στην Τήνο, όπου ο Βιτόριο, απολαμβάνει το καλοκαίρι σερφάροντας στα κύματα. Οι πολύ νέοι γονείς του, ο Ιταλός μπαμπάς και η Αθηναία μητέρα, διατηρούν μια επιχείρηση στην παραλία. Ο πατέρας νοικιάζει σανίδες του σερφ και κάνει και μαθήματα , η μητέρα έχει την καντίνα και μαγειρεύει. Ο Βιτόριο συμμετέχει στις δουλειές, αλλά κυρίως ασχολείται με το σερφ κυκλοφορώντας με τα πολύχρωμα ρούχα του, τα μακριά μαλλιά του, τα πολλά βραχιόλια στο χέρι. Αυτό που δεν ξέρει όμως ο Βιτόριο είναι ότι οι τέσσερις κουστουμαρισμένοι άντρες με τα μαύρα δετά παπούτσια που κατέβηκαν μια μέρα στην παραλία, θα άλλαζαν τη ζωή του ολόκληρη. Από την Κολυμπήθρα θα βρεθεί στο Παλέρμο της Σικελίας και θα χριστεί εν μία νυκτί αρχηγός της Μαφίας.

Ο Βιτόριο έχει να αντιμετωπίσει την οικογενειακή παράδοση, την εκατοντάχρονη τρομακτική προγιαγιά, τους δίμετρους σωματοφύλακες και τις συναντήσεις με τους αρχηγούς των οικογενειών της Μαφίας. Συγχρόνως υπάρχει και η φήμη που καλλιεργείται για τον ίδιο-με αποκορύφωμα την ιστορία με τα κοτόπουλα που τα έσφαξε με τα δόντια του αλλά και το μυστηριώδη θάνατο της προγιαγιάς για τον οποίο θεωρείται υπαίτιος! Μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και το ωραίο κορίτσι, η Ρομίνα, που θα κλέψει την καρδιά του, αλλά ο πατέρας της είναι βαρόνος κοκαΐνης και βρίσκεται στη φυλακή.

Ο Βιτόριο όμως δε θέλει τίποτε από όλα όσα μοιάζει να του ανήκουν: χρήμα, δόξα, «υπηκόους», δύναμη. Το μόνο που θέλει είναι να γυρίσει στην Κολυμπήθρα και να απολαύσει το καλοκαίρι του κάνοντας σερφ. Έτσι θα συλλάβει ένα σχέδιο και θα το υλοποιήσει, προκειμένου να απαλλαγεί από το βάρος της μαφιόζικης παράδοσης και το χρέος του προς την οικογένεια. Ένας φοβισμένος σεφ, οι δυο ξαδέρφες του, η αστυνομία αλλά και ο Πάπας(!) θα τον βοηθήσουν, ερήμην τους, να πραγματοποιήσει το σχέδιο του: να διαλύσει την οικογενειακή Μαφία και να γυρίσει ήσυχος στην αγαπημένη του παραλία και το σερφ!

Η Λώρη Κέζα γράφει ένα βιβλίο για όλους τους αναγνώστες- και όχι μόνο τις ηλικίες που αναφέρονται στο εξώφυλλο. Οι τίτλοι των επιμέρους κεφαλαίων με τη μορφή αποφθεγμάτων έχουν έντονο το στοιχείο της ειρωνείας αλλά και του ρεαλισμού. Ο Βιτόριο δρα σαν ένα αγόρι της ηλικίας του με πολλά πράγματα στο μυαλό του, αλλά με βασική πυξίδα της συμπεριφοράς του την ηθική, το καλό. Οι σκέψεις του, τα συναισθήματα του, οι συλλογισμοί του φανερώνουν ένα ευαίσθητο αγόρι, αλλά συγχρόνως ένα αγόρι που συμπεριφέρεται σαν ένα κανονικό παιδί, κι όχι σαν ένα μικρομέγαλο. Τα ατυχήματα του, η ανταγωνιστικότητα με το άλλο φύλο καθώς και προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή των κοριτσιών, η ντροπή που τον κυριεύει κάθε φορά που η μητέρα του του συμπεριφέρεται σαν να είναι παιδί, φανερώνουν την παιδικότητα του αλλά και την άχαρη αυτή ηλικία της μετάβασης στην εφηβεία. Ο Βιτόριο δε θέλει να συμβιβαστεί με τον κόσμο των μεγάλων, δε θέλει να γίνει μέλος αυτής της ενήλικης κοινωνίας , που οι πράξεις της του φαίνονται ακατανόητες. Πολύ γρήγορα όμως καταλαβαίνει ότι οφείλει να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά για να τον κάνουν αποδεκτό και χειρίζεται με εξαιρετικό τρόπο τις προσδοκίες τους από αυτόν.

Το βιβλίο αποτελεί ένα ωραίο πίνακα της Σικελίας με αναφορές στην εξοχή της, στην Αίτνα, στις όμορφες παραλίες της, στο φυσικό αλλά άγριο κάλλος του νησιού. Ο Βιτόριο κάνει σερφ στην παραλία του Πορτοπάλο ντι Κάπο Πάσερο, περιηγείται στην Καπέλα Παλατίνα και τη χρησιμοποιεί στο σχέδιο του, ταξιδεύει με το πορτοκαλί φορτηγάκι στην ενδοχώρα του νησιού.

Αν λοιπόν αγαπάτε το μυστήριο, τις ανατροπές, αλλά θέλετε και να μυηθείτε στον κόσμο του «Πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο», σερφάρετε στις σελίδες του βιβλίου!