Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Ως πότε....

Πείνα, ανεργία, φτώχεια
κυριεύουν τις ζωές μας
χωρίς να προβάλουμε αντίσταση.

Τα σύνορα προσπαθώντας να περάσουν,
εικοσι ένα πέθαναν προχτές.
Άνθρωποι όμως για κάποιους δεν ήταν.

Ξένοι και ντόπιοι
οδεύουμε προς τη δουλεία των πλουσίων
και εκείνοι να σώσουν το έθνος τάχα.



Απεργίες, διαδηλώσεις, καταλήψεις
καθημερινά
μήπως και κάτι αλλάξει.
Τα σκυλιά τους όμως τους προστατεύουν πολύ καλά.

Ύπουλοι πάτησαν πάνω στην αμάθεια των πολλών,
εξουσία προκειμένου να πάρουν
και μίσος να σπείρουν στο λαό.

Γιώργος Αλεξογιαννόπουλος, Γ1

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Σκέψεις (ή στα βήματα του Καρυωτάκη)

Μελετώντας τη ζωή και την ποίηση του Κ.Καρυωτάκη, ζητήθηκε από τους μαθητές του Γ1 και Γ3 να αποπειραθούν να γράψουν ποίηση με "καρυωτακική "οπτική. Οι αντιδράσεις τους ήταν αρχικά οι ακόλουθες :μα τι λέτε τώρα κυρία;, τι πράγματα είναι αυτά;μας έχετε τρελάνει!δεν πάτε καλά που θα γράψουμε ποιήματα...και τα λοιπά!Παρόλες τις διαμαρτυρίες τους όμως, αρκετοί ήρθαν την επόμενη κιόλας ημέρα και μου είπαν ότι είχαν γράψει το ποίημα τους και μάλιστα δήλωσαν και ευτυχείς για το αποτέλεσμα!





Πρώτη ποιητική απόπειρα που δημοσιεύουμε είναι το ποίημα του Γιάννου Μαστρομηνά από το Γ3 με τίτλο Σκέψεις.Τα σχόλια δικά σας!

Ώρες ατελείωτες στο γραφείο μου ξοδεύω
Τις σπαταλάω σε μία σειρά από ανώφελες σκέψεις
Συνειδητοποιώντας ότι ποτέ δεν θα με προσέξεις

The Beginning And The End by Xiaoqing Ding
Οι σκέψεις φεύγουν και έρχονται
Όμως δυο δεν φεύγουν
Μένουν εκεί και με στοιχειώνουν
Η μία είσαι εσύ, η άλλη είναι το τέλος σου
Μία αγάπη, ένα μίσος
Σ’ αγαπώ, σε μισώ


Οι σκέψεις αυτές παλεύουν μεταξύ τους
Όμως χωρίς κανένα νικητή
Πρέπει να τις δώσω ένα τέλος
Αφού δεν μπορώ να δώσω σε εσένα


Έχει νυχτώσει, ο ήλιος έχει δύσει
Η ημέρα τελείωσε αλλά οι σκέψεις όχι
Ο μόνος τρόπος είναι να τελειώσω και εγώ.
    Γιάννος Μαστρομηνάς, Γ3

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Απόσπασμα ναυτικού ημερολογίου(Γενάρης 1945)


11 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1945  

Σήμερα το πρωί ξύπνησα  όταν ο ήλιος ξεκίνησε να αστράφτει, τότε είδα από το παράθυρο της κουκέτας μου , πως είχε καλό καιρό. Αυτό θα μας βοηθούσε να φτάσουμε γρηγορότερα στον προορισμό μας , την Αλεξάνδρεια.

Σηκώθηκα και έπειτα από λίγο πήγα να φάω πρωινό. Εκεί συνάντησα τον ταλαιπωρημένο καπετάνιο, που μόλις είχε φύγει από το τιμόνι και πήγαινε για ύπνο. Τον ρώτησα αν φτάνουμε και μου είπε πως σε τρεις ώρες περίπου θα ήμασταν στον προορισμό μας. Εκεί θα ξεφορτώσαμε σόγια και ρύζι τα οποία τα είχαμε φορτώσει στη Ινδία.

Μόλις   τέλειωσα πρωινό πήγα ξανά στην καμπίνα. Όταν έφτασα βρήκα αρκετά  παιδία που μέναμε μαζί στην καμπίνα , αλλά επειδή τότε είχαν τελειώσει την βάρδια τους έπρεπε να ξεκουραστούν. Αφού έπρεπε να υπάρχει ησυχία στο δωμάτιο έφυγα και πήγα να κάνω ένα τσιγάρο στο κατάστρωμα . Μόλις πήγα , βρήκα πολλούς συνταξιδιώτες . Μιλήσαμε για τους αγαπημένους μας , ότι δηλαδή κάνουμε κάθε μέρα .

Έπειτα από μια ώρα με φώναξαν γιατί έπρεπε να επισκευάσω κάτι προβλήματα που είχε το πλοίο με τους ασύρματους . Όταν πήγα , διόρθωσα τα καθημερινά και συνηθισμένα προβλήματα με τα καλώδια των κεραιών. Μόλις τέλειωσα την επισκευή φτάσαμε στο προορισμό μας κατά τις έντεκα το πρωί .

 Εκεί πλαγιοδετήσαμε στην θέση που είχαμε αράξει το πλοίο την προηγούμενη φορά . Ο καιρός ήταν ηλιόλουστος αλλά είχε αφόρητη ζεστή . Με τέτοιο καιρό το ξεφόρτωμα θα ήταν πολύ δύσκολο . Δέκα ώρες εγώ εγώ μαζί με άλλους επτά συντρόφους ξεφορτώσαμε το εμπόρευμα . Αρχικά ξεφορτώσαμε τα βάρια φορτία , δηλαδή το ρύζι. Έπειτα ξεκινήσαμε με την σόγια . Δεν προλάβαμε να αδειάσουμε το εμπόρευμα από τις αποθήκες γιατί νύχτωσε.

Μετά από τόσες ώρες  δουλειάς και κούρασης έπρεπε να ξεκουραστώ . Η ώρα ήταν ένια και μίση, μετά από αυτή την ταλαιπωρία πήγα να φάω . Φάγαμε μαζί με τους υπόλοιπους εργάτες .Μετά από αρκετή ώρα πήγα για ύπνο και όταν θα ξυπνούσα δε ήξερα τι με περίμενε.


Θεόφιλος Έψιμος, Γ1

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Γράμμα ναυτικού(2)


Κόρη μου, πως είσαι;

 Πρέπει να έχεις μάθει να διαβάζεις τώρα...Έτσι δεν είναι; Θα έχεις μεγαλώσει πια. Πόσο θέλω να σε δω! Αλλά δεν προφταίνω. Πιο συγκεκριμένα δεν με αφήνει η θάλασσα.

Κόρη μου η θάλασσα είναι...Πως να στο πω; Από τη μια τόσο όμορφη κι από την άλλη τόσο άγρια.
Σήμερα ας πούμε, δόξα το θεό όλα είναι καλά. Λάδι η θάλασσα. Έχουμε αράξει σε ένα λιμάνι της συμφοράς, που και να στο πω το όνομα του σιγά μην το ξέρεις, εδώ οι ντόπιοι δεν το ξέρουν! Οι καημένοι μας βοήθησαν με τα φορτία μας. Τι ρύζια, τι μπαχαρικά απ 'όλα φέραμε! Αυτοί τουλάχιστον θα τρώνε και κάνα φαί της προκοπής. Εμείς ούτε που ξέρουμε τι τρώμε. Κάτι σε κονσέρβες. Εννοείται κοιμόμαστε 500 άτομα μέσα σε μια κουκέτα...Και κάθε μέρα φτου κι από την αρχή. Είναι δύσκολη αυτή η δουλειά.
Αλλά κόρη μου είναι τόσα πολλά τα καλά της θάλασσας. Δεν έχεις ιδέα πόσο μου λείπεις αλλά εμείς οι ναυτικοί είμαστε φυγάδες, φοβόμαστε τον εαυτό μας, ιδιόμορφοι άνθρωποι, στην ουσία δεν αράζουμε πουθενά δεν είμαστε για στεριά εμείς. Ελπίζω να με καταλάβεις μια μέρα.
Με αγάπη, ο πατέρας σου,

Αχιλλέας
 
(για την αντιγραφή Δανάη Αμαλβύ Τσιάμη, Γ1)

Γράμμα από έναν ναυτικό

Αγαπημένη μου Σαββίνα,
Είμαι σε βάρδια , γύρισα για λίγο στην κουκέτα και βρήκα επιτέλους χρόνο να σου γράψω. Οι συνθήκες διαβίωσης εδώ είναι απίθανα σκληρές. Πριν από λίγο ήμουν στο κατάστρωμα και δεν είναι υπερβολή να σου πω ότι είναι θαύμα που δε βρέθηκα στη θάλασσα. Ξέραμε από πριν ότι θα είχε εννέα μποφόρ στο πέλαγος αλλά μας είχαν πει ότι το καράβι ήταν ικανό να ανταπεξέλθει. Κάποιοι από το πλήρωμα έχουν αρρωστήσει από μαλάρια και αυτοί που ακόμα είναι καλά έχουν αναλάβει διπλές βάρδιες φτάνοντας σε σημείο εξάντλησης πολλές φορές όπως εγώ.
 Αν όλα πάνε καλά θα πιάσουμε λιμάνι σε 10 μέρες. Μέχρι τότε ο θεός βοηθός, γιατί η πρόγνωση του καιρού δεν είναι καθόλου αισιόδοξη. Η άδεια που μου έδωσε ο καπετάνιος είναι μόνο 5 μέρες αλλά είναι τόσο άσχημα εδώ τα πράγματα που όσο λίγες και να είναι τι περιμένω με ανυπομονησία. Λίγες δυνάμεις να πάρω , αγαπημένα πρόσωπα να δω και πάλι πίσω.
Σε φιλώ, η φίλη σου Χρυσούλα
 
Χρυσούλα Μεταξωτού, Γ3

    Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

    Θαλασσινή ζωή


    Θάλασσα φουρτουνιασμένη, πλοίο γεμάτο νερά,
    η πείνα με πεθαίνει και το μυαλό μου μακριά!
    Μακριά, αλλά πάντα σε εσένα, στη Μαρία και το Μηνά,
    μακριά από αυτή τη χώρα που έχει όλα τα καλά!

    Ξυπνώ κάθε πρωί, απ’ το παράθυρο κοιτάζω
    κοιτάζω καλά, πολύ καλά, τον ήλιο μήπως φτάσω
    οι τοίχοι τρέχουνε νερά, παράπονο με πιάνει
    που είμαι μακριά και κρύο μόνο κάνει.



    Χωρίς φαγητό, χωρίς νερό μένουμε για μέρες,
    Γιομάτο με αρρώστους είναι πια το πλοίο
    και ο φόβος μου είναι μπας και πεθάνω και
    της πατρικής μου γης τη ζωή δεν ξανανταμώσω!

    Τα βράδια  άγρυπνος πια μένω, από τον πόνο,
    από τη νοσταλγία τρέμει η καρδιά μου.
    Και ονειρεύομαι, όλο ονειρεύομαι τις ομορφιές
    του τόπου μου, του τόπου που κοντεύω πια να χάσω

    Η λησμονιά μεγάλη της πατρίδας μα
    σύντροφος της μοναξιάς μου η θάλασσα
    μεγάλη μου η αγάπη στα καράβια,
    μια ζωή δύσκολη που όμως αυτή θέλω να ζήσω!


    Θεοδοσία Διακογιάννη, Γ1

    Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

    Μονάχος στο πέλαγος


    Τυλιγμένος στο πανωφόρι σου τη νύχτα
    κοιτάζεις την ταραγμένη θάλασσα
    που μοιάζει στην ψυχή σου
    είναι χειμώνας και πονάς μονάχος στη ζωή σου.

    Οι βάρδιες δεν αντέχονται
    και οι άνεμοι σε πνίγουν
    κρυώνεις και η ανάμνηση
    τη θλίψη σου βαφτίζουν.

    Χάλασε η πυξίδα σου, ο ορίζοντας μακραίνει
    και η ταραχή στα πέλαγα σύντροφος μονάχος
    να σου μιλεί, να σε κοιτά
    και εσύ σαν βράχος μες στα κύματα
    ουρλιάζεις από ανάγκη.....

    Γιάννης Μυτιληνιός, Γ3