Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Στάργκερλ, Τζέρρυ Σπινέλλι

Όταν η Στάργκερλ- κατά κόσμον Σούζαν Καραγουέυ- εμφανίζεται στο Λύκειο Μάικα της Αριζόνα , οι συμμαθητές της δε μπορούν να την εντάξουν κάπου- προτιμούν να τη θεωρούν «αλλόκοτη», «ιδιόρρυθμη» και «άτσαλη». Αποτελεί ένα αίνιγμα γι αυτούς. Το ιδιαίτερο ντύσιμο της, ο τρόπος που φέρεται, το γιουκαλίλι που κουβαλάει, ο Κανέλος( ο αρουραίος που έχει στον ώμο της) την κάνουν να ξεχωρίζει. Ο Λίο, ο αφηγητής του βιβλίου, την παρακολουθεί από την πρώτη στιγμή, μέχρι που συνειδητοποιεί ότι είναι ερωτευμένος μαζί της.
Η Στάργκερλ είναι το κορίτσι που θα τραγουδήσει στα γενέθλια όλων των συμμαθητών της, θα γίνει μαζορέτα και θα συμβάλει στη συναρπαστική πορεία της ομάδας του σχολείου, θα πάρει μέρος στο διαγωνισμό ρητορικής της Πολιτείας και θα διακριθεί. Από την άλλη, θα θεωρηθεί υπεύθυνη για τον τελικό αποκλεισμό της ομάδας και θα οδηγηθεί στη σταδιακή περιθωριοποίηση της από τους συμμαθητές της. Μαζί της θα αποκλειστεί από τη ζωή του σχολείου και ο Λίο, για όσο καιρό θα είναι ζευγάρι.
Ο Λίο ακολουθεί τη Στάργκερλ, καταγράφει τα όσα ζει, την ερωτεύεται και αφήνεται στη γοητεία της. Η Στάργκερλ θα προσπαθήσει να αλλάξει για αυτόν , να ακολουθήσει τα κοινωνικά πρέπει, αλλά αυτό δε θα κρατήσει για πολύ. Και η ίδια η Στάργκερλ και ο Λίο θα αντιληφθούν ότι όλες οι προσπάθειες της να γίνει κανονική θα αποβούν άκαρπες. Οι συμμαθητές τους τη μισούν είτε είναι ο εαυτός της είτε κάποια άλλη. Ο Λίο δε θα αντέξει να είναι ο Αόρατος άνθρωπος για τους συμμαθητές του, μόνο και μόνο επειδή είναι μαζί της και θα την εγκαταλείψει.
Καθοριστικός στην αφήγηση είναι ο ρόλος του Άρτσι , του καθηγητή της Παλαιοντολογίας, που έχει συνταξιοδοτηθεί, αλλά εξακολουθεί να δέχεται μαθητές κάθε Κυριακή. Ο Άρτσι θα μιλήσει στο Λίο για τη Στάργκερλ, αφού είναι ο ανεπίσημος βοηθός της , ο άνθρωπος που τη στηρίζει και την κατανοεί. Είναι αυτός που θα πει στον Λίο και το φίλο του τον Κέβιν « Η Σταργκερλ είναι ακριβώς σαν και μας. Σίγουρο αυτό. Είναι σαν και μας περισσότερο απ΄ότι εμείς οι ίδιοι. Είναι αυτό που είμαστε στην πραγματικότητα, νομίζω. Ή που ήμασταν, δεν ξέρω.»
Ο συγγραφέας διαπραγματεύεται πολλά θέματα που σχετίζονται με τις κοινωνικές συμβάσεις και το πόσο αυτές επηρεάζουν τη ζωή του καθενός- ιδιαίτερα όταν το άτομο είναι στην εφηβεία και η κοινωνική πίεση για συμμόρφωση είναι πολύ έντονη. Όπως λέει ο Λίο «Δε μπορείς να συμπεριφέρεσαι όπως συμπεριφέρεσαι, Στάργκερλ. Αν δεν είχες περάσει τόσα χρόνια με μαθήματα στο σπίτι, θα το καταλάβαινες. Δε μπορείς να σηκώνεσαι το πρωί και να λες ότι δε σε νοιάζει για το τι σκέφτεται ο υπόλοιπος κόσμος»…….. «Το φαινόμενο της ομάδας είναι πολύ ισχυρό…».
Όπως αποδεικνύεται, η ανάγκη για αποδοχή ωθεί τους ανθρώπους σε πράξεις εγωιστικές , σε πράξεις που δείχνουν αδιαφορία για τον άλλο, σε τρόπους συμπεριφοράς που διαλύουν ψυχικά, όσους δεν νιώθουν την ανάγκη να ταιριάξουν κάπου. Η ανάγκη αυτή ενυπάρχει στην εφηβεία και γι αυτό οι έφηβοι είναι τόσο σκληροί με τους συνομιλήκους τους, επιδιώκοντας να ανήκουν σε μια ομάδα. Η Στάργκελ θα βιώσει αυτή τη σκληρότητα , αλλά τελικά νικήτρια θα βγει η ίδια- παρόλο που θα επιλέξει να αλλάξει τόπο κατοικίας.
Η Στάργκερλ θα εξαφανιστεί από την πόλη μετά από τον ξέφρενο τελικό χορό του σχολείου και μετά την δική της πινελιά σε αυτό- μια πινελιά που θα τον κάνει να μείνει αξέχαστος σε όλους. Η ιδιοτυπία της, η διαφορετική ματιά της, το αλλόκοτο της ύπαρξης της θα μείνουν ανεξίτηλα στη μνήμη όσων παραβρέθηκαν σε αυτό το χορό. Όσο για τον Λίο- αυτός, αν και τα χρόνια πέρασαν και η ζωή του άλλαξε, εξακολουθεί να θυμάται το κορίτσι αυτό που ήρθε να ταράξει τη ζωή του, να τον κάνει να βουτήξει στα μύχια της ύπαρξης του, να γνωρίσει έναν τρόπο σκέψης και δράσης που δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι υπάρχουν.
Τελικά, η Στάργκερλ ήταν μια μοναδική ύπαρξη που ήξερε να σκορπίζει γύρω της την καλοσύνη, να αιφνιδιάζει τους ανθρώπους με πράξεις χαράς και να «κάνει κάθε μέρα κάτι καλό για κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό της». Είναι ο άνθρωπος που μπορούμε να γίνουμε, αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο!

Βερολίνο, γεια, Wolfgang Herrndorf

Ποτέ δεν είχα παρατσούκλι. Ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού. Το όνομα μου είναι Μάικ Κλινγκενμπεργκ. Μάικ. Ούτε Μάικι όυτε Κλίνγκε ούτε όλες αυτές οι αηδίες, μόνο Μάικ. Εκτός από την έκτη τάξη . Τότε μόνο, για λίγο καιρό, με αποκαλούσαν «πυροβολημένο». Δεν είναι και σούπερ μαγκιά να σε φωνάζουν «πυροβολημένο», αλλά ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Μετά ξαναέγινα ο Μάικ.
Αν δεν έχεις παρατσούκλι, μπορεί να συμβαίνει για δύο λόγους. Δε σου το κολλάνε είτε γιατί είσαι τραγικά βαρετός είτε γιατί δεν έχεις καθόλου φίλους. Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στα δύο, θα προτιμούσα πραγματικά να μην έχω φίλους παρά να είμαι τραγικά βαρετός. Γιατί, αν είσαι βαρετός, αυτόματα ή δεν έχεις φίλους ή οι φίλοι σου είναι πιο βαρετοί από σένα.
Έτσι ξεκινάει ο Μάικ την αφήγηση της φοβερής καλοκαιρινής περιπέτειας που έζησε με τον Τσικ . Ο Μάικ, παιδί μιας διαλυμένης οικογένειας με μάνα αλκοολική και πατέρα αδιάφορο , και ο Τσικ, ο περιθωριακός, ο λούζερ, ο νεαρός Μογγόλος, που εμφανίζεται εντελώς αναπάντεχα στο σχολείο του Μάικ , τριγυρνά με βρώμικο πουκάμισο και μια πλαστική σακούλα, που εκεί έχει τα βιβλία του και που συχνά πάει μεθυσμένος στο σχολείο. Ο Μάικ που, ενώ το καλοκαίρι ξεκινά, μένει μόνος στο σπίτι, παρατημένος από τον πατέρα του που φεύγει ταξίδι με την ερωμένη του, και ο Τσικ που εμφανίζεται από το πουθενά και προτείνει στον Μάικ ένα ταξίδι – ένα ταξίδι στη Βλαχία ( ένα ταξίδι στο πουθενά). ‘Ετσι, οι δυο συνομίληκοι έφηβοι ξεκινούν με ένα κλεμμένο Lada ένα road trip και ζουν την δική τους περιπέτεια εκείνο το καλοκαίρι.
Χάνονται στους επαρχιακούς δρόμους της Ανατολικής Γερμανίας, γράφουν τα αρχικά των ονομάτων τους μέσα στα σταροχώραφα κόβοντας βόλτες με το Lada και ακούγοντας Ρίτσαρντ Κλάιντερμαν, αποφεύγουν τις συναντήσεις με την αστυνομία, κοιμούνται κάτω από τα άστρα, γνωρίζουν μια σειρά από διαφορετικά άτομα, μαθαίνουν τον κόσμο.Κι όπως λέει ο Μάικ:
Μάγκα μου! Όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου μου έλεγε ότι ο κόσμος είναι κακός, οι άνθρωποι είναι κακοί. Να μην εμπιστεύομαι κανέναν, να μη μιλάω με αγνώστους και τέτοια. Αυτά μου έμαθαν οι γονείς μου, αυτά με συμβούλευαν οι δασκάλοι μου, τα ίδια έβλεπα και στην τηλεόραση. Έβλεπα ειδήσεις; Οι άνθρωποι είναι κακοί. Έβλεπα ντοκιμαντέρ; Οι άνθρωποι είναι κακοί. Και ίσως και να ήταν αλήθεια, και οι ενενήντα εννιά στους εκατό να είναι κακοί. Το περίεργο όμως ήταν ότι ο Τσικ και εγώ στο ταξίδι μας συναντούσαμε συνέχεια μόνο καλούς.
Καθώς το ταξίδι προχωρά, τα δυο αγόρια ζουν πολλές περιπέτειες με κορυφαία τη συνάντηση με την Ίζα, αυτό το διαφορετικό, παράξενο κορίτσι που ζει μέσα στα σκουπίδια. Το κορίτσι αυτό που θα γεννήσει ερωτικά σκιρτήματα στον Μάικ και ανταγωνιστικότητα στον Τσικ και θα αποτελέσει τον τρίτο κρίκο της παρέας. Μαζί της θα συνεχίσουν την περιπλάνηση τους και θα σφραγίσουν τη φιλία τους δίνοντας τον όρκο να ξαναβρεθούν σε πενήντα χρόνια, που μπορεί να ήταν γέροι ή ασήμαντοι αλλά « από μέσα μας θα ήμασταν ίδιοι»- όπως λέει ο Μάικ.
Το ταξίδι τους θα έχει ένα απρόσμενο- αστείο, αλλά οδυνηρό- τέλος και θα οδηγήσει στον αποχωρισμό των δύο αγοριών.
Ο συγγραφέας Wolfgang Herrndorf , που η επώδυνη ασθένεια του τον οδήγησε στην αυτοκτονία, γράφει ένα μυθιστόρημα - ύμνο για το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Οι ρεαλιστικοί διάλογοι των ηρώων, η κινηματογραφική δράση , τα αστεία επεισόδια που είναι διεσπαρμένα στο βιβλίο, η απλότητα στην έκφραση, φανερώνουν πώς ο ίδιος μοιάζει να μην έχει ξεχάσει τη δική του εφηβεία, πώς αυτό το ρομαντικό, αυθάδες και συγχρόνως αθώο βλέμμα της το κουβαλά μέσα του και το αποτυπώνει στο έργο του. Η αντισυμβατική στάση των έφηβων ηρώων, οι ειλικρινείς τους συζητήσεις, η ανυπακοή τους στα κοινωνικά πρέπει, η ανατρεπτική , αισιόδοξη ματιά τους παρασύρουν τον αναγνώστη, τον ταξιδεύουν.
Διαβάζοντας το βιβλίο γεύεσαι τη χαρά της εφηβικής σκέψης, διαπιστώνεις ότι μοιάζει χτες το δικό σου πέρασμα από αυτή, γελάς με τον τρόπο που ο Μάικ βλέπει τους καθηγητές και τους συμμαθητές του, βιώνεις την επιστροφή στον πρώτο σου, ανεκπλήρωτο έρωτα, πραγματοποιείς αυτό το ταξίδι-κοπάνα από τον κόσμο των ενηλίκων, που ίσως είχες ονειρευτεί, αλλά ποτέ δεν τόλμησες. Και μπορεί να κάνεις την ίδια μελαγχολική σκέψη που κάνει ο Μάικ παρατηρώντας τους συνταξιούχους τουρίστες στο μικρό κάστρο που κάνουν στάση.
Δε μπορούσα να φανταστώ ποτέ πως μια μέρα θα γινόμουν κι εγώ ένας τέτοιος μπεζ συνταξιούχος .Πραγματικά, όλοι οι ηλικιωμένοι που ήξερα έτσι ήταν. Όλοι τους μπεζ. Μου ήταν αδιανόητο να σκεφτώ πως εκείνες οι γριές ήταν κάποτε νέες . Πως μια φορά κι έναν καιρό είχαν την ίδια ηλικία με την Τατιάνα, πως τα βράδια καλλωπίζονταν και πήγαιναν να χορέψουν στα κέντρα, πως τις αποκαλούσαν πιπίνια. Πριν από πενήντα ή εκατό χρόνια. Φυσικά όχι όλες. Μερικές ήταν σίγουρα και τότε μονόχνοτες και κακάσχημες , αλλά ακόμη κι αυτές ζούσαν τη ζωή τους, έκαναν σχέδια για το μέλλον. Και οι κανονικές και αυτές έκαναν σχέδια. Είχαν προβλέψει άραγε στα νιάτα τους ότι κάποια μέρα θα μεταμορφώνονταν σε μπεζ συνταξιούχες;
Η κινηματογραφική σκηνή του τέλους με τον Μάικ και τη μητέρα του να πετούν έπιπλα και πολύτιμα αντικείμενα στην πισίνα του σπιτιού τους , με τη μητέρα να τα δείχνει και να λέει «Όλα αυτά από μόνα τους δε σημαίνουν τίποτα. Σημασία έχει αν σε κάνουν ευτυχισμένο. Αυτό και τίποτε άλλο.» μοιάζει να συνοψίζει την ουσία του βιβλίου. Εξάλλου, όπως λέει και ο Μάικ κάνοντας βουτιά στην πισίνα και κρατώντας την αναπνοή του κάτω από το νερό αναπολώντας το υπέροχο καλοκαίρι που έζησε : «Ένιωσα τρομερή χαρά γιατί, σύμφωνοι, δε γίνεται να κρατήσουμε για πάντα την αναπνοή μας. Μπορούμε όμως για αρκετά μεγάλο διάστημα».

Ο σκύλος που τόλμησε να ονειρευτεί, Sun-mi Hwang

Οι περιπέτειες της ζωής της Μαλλιαρούλας, μιας ζωηρής σκυλίτσας, μαύρης και τριχωτής, που ανήκει στην οικογένεια του παππού Στριγκλιά, αποτελούν το θέμα του νέου βιβλίου της Sun-mi Hwang.Η Κορεάτισσα Sun-mi Hwang γράφει ένα παραμύθι, μια αλληγορία για το ταξίδι της ανθρώπινης ύπαρξης, ακολουθώντας τα βήματα του προηγούμενου βιβλίου της, της ¨Κότας που ονειρευόταν να πετάξει».
Η Μαλλιαρούλα, γεννιέται στο σπίτι του παππού και γνωρίζει νωρίς την απώλεια, αφού χάνει νωρίς το πρώτο της αδερφάκι και στη συνέχεια αναγκάζεται να αποχωριστεί την αγαπημένη της μητέρα και τα υπόλοιπα αδέρφια της. Το ιδιαίτερο τρίχωμα της Μαλλιαρούλας είναι αυτό που θα οδηγήσει το αφεντικό της στην απόφαση να μην την πουλήσει , αλλά να την κρατήσει κοντά του. Φίλοι και συνοδοιπόροι στη ζωή της είναι αρχικά η αντιπαθητική, κουτσομπόλα γάτα της γειτόνισσας και αργότερα μια υπερκινητική και φαντασμένη κότα , που θα φέρει στο κτήμα η αδερφή του παππού Στριγκλιά.
Η Μαλλιαρούλα είναι μια σκυλίτσα με τόλμη , που ζει μια περιπετειώδη-για τα σκυλίσια δεδομένα! –ζωή. Από νωρίς θα φεύγει από το αγρόκτημα και θα περιπλανιέται τη γύρω περιοχή στην προσπάθεια της να γνωρίσει τον κόσμο. Σε μια από αυτές τις βόλτες της θα τα βάλει με μια ολόκληρη αγέλη εχθρικών σκύλων και θα γνωρίσει το λευκό μεγάλο σκύλο, που θα αποτελέσει τον πρώτο έρωτα της ζωής της. Ακολουθεί η εγκυμοσύνη της και το βίωμα της μητρότητας, αλλά και το επώδυνο αίσθημα του αποχωρισμού από τα μωρά της. Παράλληλα με τις δικές της περιπέτειες η συγγραφέας αναφέρεται στη ζωή του ιδιοκτήτη της και στη σχέση που χτίζεται ανάμεσα στη Μαλλιαρούλα και σε αυτόν μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος της ζωής της.
Η συγγραφέας στήνει έναν πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα-παρόλο που αυτός είναι ο χαρακτήρας ενός ζώου – εστιάζοντας το ενδιαφέρον της στην εσωτερική ζωή , τις σκέψεις και τα συναισθήματα του. Η Μαλλιαρούλα είναι τολμηρή, θέλει να ζήσει την περιπέτεια, να περιπλανηθεί , να γνωρίσει τη ζωή έξω από το κτήμα και δεν τη φοβίζουν οι δυσκολίες ή οι αντιξοότητες που θα αντιμετωπίσει. Είναι θαρραλέα και, αν και μικρόσωμη, τολμά να τα βάλει πρώτα με την εχθρική αγέλη και στη συνέχεια με τον κλέφτη σκύλων , που της στέρησε την οικογένεια της. Χτίζει φιλικές σχέσεις με την γάτα , που αρχικά θεωρεί αντιπαθητική και γλωσσοκοπάνα, θυμώνει ενίοτε με την, ακατανόητη γι αυτήν, στάση του παππού απέναντι στα παιδιά της- το περιστατικό πώλησης του μωρού της είναι ένα πολύ συγκινητικό σημείο του βιβλίου- και στενοχωριέται όταν εκείνος αρρωσταίνει και η Μαλλιαρούλα συνειδητοποιεί ότι μπορεί να τον χάσει κι εκείνον από τη ζωή της, ενώ αισθάνεται και περηφάνια ως γονιός όταν μαθαίνει πως ένα από τα παιδιά της έχει μια σημαντική ζωή –είναι σκύλος οδηγός ενός τυφλού μουσικού.
Το αλληγορικό αυτό βιβλίο καταφέρνει να μιλήσει με απλή γλώσσα στον αναγνώστη για την ανθρώπινη ζωή – για το πέρασμα από την παιδική στην ενήλικη ζωή, για την έντονη ζωή της νεότητας, το βίωμα της μητρότητας, της δημιουργίας οικογένειας, τη φιλία αλλά και τη θλίψη του αποχωρισμού και το συναίσθημα της απώλειας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η συγγραφέας επιλέγει ως πρωταγωνιστή του βιβλίου της ένα σκύλο, το ζώο που κατεξοχήν δένεται με τους ανθρώπους και αναπτύσσει συναισθήματα πίστης και αφοσίωσης προς αυτούς. Κέντρο αναφοράς της Μαλλιαρούλας σε όλο το βιβλίο είναι ο παππούς Στριγκλιάς και η στάση του απέναντι της – όσο κι αν πολλές φορές δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τα κίνητρα και τις αιτίες της συμπεριφοράς του. Και η σχέση αυτή φτάνει ως το τέλος με το πολύ συγκινητικό κλείσιμο του βιβλίου.
Η Sun-mi Hwang καταφέρνει να συγκινήσει τον αναγνώστη μέσα από την κατά τα άλλα απλή αυτή ιστορία. Να αγγίξει την ψυχή και το συναίσθημα του θυμίζοντας του ότι το ταξίδι της ανθρώπινης ζωής μπορεί να γίνει για τον καθένα μας μια μοναδική εμπειρία –αρκεί να το θελήσουμε!
(αναδημοσίευση από το Μαγικό κόσμο του παιδικού βιβλίου)

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

"Ξυπόλητοι ήρωες", Αλεξάνδρα Μητσιάλη

Πώς μιλάς στο εφηβικό κοινό για την Ιστορία μέσω της λογοτεχνίας; Πώς να καταλάβει ένα παιδί που μεγάλωσε στην εποχή της αφθονίας , στην εποχή του υπολογιστή, του κινητού και της γενικότερης τεχνολογικής ανάπτυξης τι σημαίνει Κατοχή, Αντίσταση, διώξεις, εκτελέσεις, ξεκλήρισμα των Εβραίων; Και , πώς , χωρίς διδακτισμό, να του γίνει βίωμα αυτό το τετριμμένο «Ποτέ πια φασισμός»;
Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη το καταφέρνει στο συγκλονιστικό βιβλίο της «Ξυπόλητοι Ήρωες». Οι ήρωες της, Ο Τάκης, η Σταυρούλα, η Αλέγρα, ο Πέπο, ο Άρης, η Ελένη, ο Έκτορας, η Αγγελική, η Λούνα ζουν στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής. Είναι παιδιά στο μεταίχμιο της εφηβείας από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και με διαφορετικές οικογενειακές καταβολές.
Ο Τάκης, ο Έκτορας, ο Ντίνος , ο Θανάσης ανήκουν στο περιβόητο Ξυπόλητο Τάγμα. Το «Ξυπόλητο Τάγμα» είναι η αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί κατακτητές, όταν αυτοί προχώρησαν σε επιτάξεις δημοσίων κτιρίων στα χρόνια της Κατοχής.Τα παιδιά αυτά οργανώθηκαν και χτυπούσαν τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλούσαν ψωμί και τρόφιμα. Στη συνέχεια μοίραζαν τα κλεμμένα σε όσους είχαν ανάγκη.
Ο Τάκης , λοιπόν, ο ξυπόλητος ήρωας και κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, είναι το αγόρι που έχει συναίσθηση της κατώτερης κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκει. Έχει αφήσει πίσω του μια δύσκολη οικογενειακή ιστορία και είναι γρήγορος στη σκέψη αλλά και στη δράση του. Δεν το βάζει εύκολα κάτω, συμπάσχει με τους πονεμένους και είναι έτοιμος να σκεφτεί λύσεις για όλους τους κατατρεγμένους, γνωστούς και φίλους του.
Η Σταυρούλα, άλλη μια ηρωίδα του βιβλίου, προέρχεται από μια οικογένεια που διέλυσε η γερμανική Κατοχή: ο πατέρας της έχει συλληφθεί για τη δράση του και βρίσκεται φυλακισμένος στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, μέχρι τη στιγμή που οι Γερμανοί θα τον διώξουν μαζί με άλλους για το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Ο αδερφός της , ο Άρης, είναι οργανωμένος σε μια αντιστασιακή ομάδα και η ίδια με την ξυπόλητη παρέα της κάνει ό,τι μπορεί να βοηθήσει τον κοινό αγώνα.
Η τελευταία ηρωίδα είναι η Αλέγρα, η μικρή Εβραιοπούλα, που προέρχεται από μια ευκατάστατη οικογένεια: ο πατέρας της είναι γιατρός και η οικονομική επιφάνεια της οικογένειας , πριν την εισβολή των κατακτητών, ήταν μεγάλη. Η Αλέγρα πηγαίνει σε ιδιωτικό σχολείο- στη Γαλλική Σχολή- ζει σε ένα μεγάλο ιδιόκτητο σπίτι , που ακόμα και στην περίοδο της Κατοχής έχει ακόμα τροφή και ζέστη, είναι ευτυχισμένη. Η Αλέγρα, που ονειρεύεται να ταξιδέψει στην πολιτισμένη Ευρώπη, να γνωρίσει άλλες πόλεις, να δει την ήπειρο των αγαπημένων συγγραφέων της- του Ουγκό, του Ντίκενς, του Ρουσό. Όλα αυτά θα αλλάξουν όταν οι Γερμανοί κατακτητές, εφαρμόζοντας το σχέδιο του Χίτλερ, θα στραφούν ενάντια στους Εβραίους και της Θεσσαλονίκης. Θα αναγκαστεί να ξεριζωθεί από το σπίτι της, να χωριστεί από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και να σταλεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Γύρω από τους τρεις κεντρικούς ήρωες υπάρχουν οι φίλοι τους με τις δικές τους ιστορίες: ο Πέπο, ο λουστράκος Εβραίος και η οικογένεια του- ο γέρο Λεόν και η αδερφή του η Λούνα- ο Φριτς, ο Γερμανός γιατρός , που με κίνδυνο της ζωής του βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη, η Ελένη και η μητέρα της , που οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό τους και έφτασαν κυνηγημένες στη Θεσσαλονίκη.
Η συγγραφέας κατορθώνει να αναπλάσει τα σκοτεινά αυτά χρόνια με ρεαλισμό και χωρίς υπερβολές. Μέσα στην αφήγηση της υπάρχουν οι αναφορές στους μαυραγορίτες Έλληνες ,που εκμεταλλεύτηκαν την πείνα και την αθλιότητα των συμπατριωτών τους, στους δοσίλογους Έλληνες που συνεργάστηκαν με τα Γερμανικά στρατεύματα Κατοχής, για να διασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα και δρούσαν υπό την σκέπη τους. Οι Έλληνες αυτοί ζούσαν με τις ανέσεις τους, γιόρταζαν παρέα με τους κατακτητές, επωφελήθηκαν από τις διώξεις των συμπατριωτών τους, προκειμένου να βάλουν χέρι στις περιουσίες, τα σπίτια και τις επιχειρήσεις τους.
Οι διώξεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, ο εξευτελισμός , οι ταπεινώσεις που δέχτηκαν μέχρι την τελική λύση, παρουσιάζονται μέσα από την αφήγηση των παιδιών , που ζουν αυτά τα γεγονότα στην καθημερινότητα τους και δεν τα διαχωρίζουν από την κανονική ζωή, αφού κανονική ζωή δεν υπάρχει καθώς έχει καταργηθεί από την πραγματικότητα του πολέμου. Είναι πολύ συγκινητικό το ότι ,επειδή η αφήγηση γίνεται μέσα από τους μικρούς αυτούς ήρωες, εκείνοι φαίνεται να μην κατανοούν γιατί πρέπει να εξαφανιστούν οι φίλοι τους, οι άνθρωποι που είναι άνθρωποι κι όχι μουτζούρες-όπως λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου η Σταυρούλα.
Παράλληλα, η ένταξη στην υπόθεση ιστορικών γεγονότων –οι αναφορές στο Ξυπόλητο Τάγμα, το συλλαλητήριο των φοιτητών την 25η Μαρτίου 1943 και το περιστατικό με τον καθηγητή Χαράλαμπο Θεοδωρίδη- αισθητοποιεί ακόμη περισσότερο την ιστορική αλήθεια του βιβλίου.
Ο αναγνώστης απορροφάται από τη δράση των ηρώων που είναι αληθινά πρόσωπα, με δικό τους χαρακτήρα, παιδιά που σκέφτονται σαν παιδιά κι όχι καθ’ υπαγόρευση των μεγάλων, ήρωες που μιλούν αληθινή γλώσσα, ζουν, λυπούνται, χαίρονται, ερωτεύονται, θλίβονται, γιορτάζουν, θυμώνουν , πικραίνονται, βιώνουν με συναίσθημα κάθε αλλαγή στη ζωή τους. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να υποβάλλει και να επιβάλλει τη συγκίνηση. Η ροή της αφήγησης, η εξέλιξη της υπόθεσης παρασύρει και συγκινεί τον αναγνώστη που διαβάζει με αμείωτο ενδιαφέρον τις περιπέτειες των ηρώων, συμπάσχει μαζί τους, αγωνιά για την τύχη τους, χαίρεται για τα κατορθώματα τους. Συγχρόνως, όμως, στοχάζεται τις δοκιμασίες αυτής της γενιάς, κατανοεί το ρόλο και τη θέση των ανθρώπων της εποχής, γίνεται κοινωνός της Ιστορίας.
Οι μικροί αυτοί ήρωες, οι ξυπόλητοι ήρωες, καταφέρνουν να δώσουν το δικό τους στίγμα, να δώσουν ένα μάθημα ζωής, να αποδείξουν ότι η ιστορία δε γράφεται με τα μεγάλα και ωραία λόγια, αλλά με τις πράξεις. Και αυτές οι πράξεις είναι που αλλάζουν τον κόσμο.
(αναδημοσίευση από το Μαγικό Κόσμο του παιδικού βιβλίου)

"Υπέροχος κόσμος", Φίλιππος Μανδηλαράς


Θέλετε να μάθετε τι σκέφτονται οι έφηβοι; Να αφουγκραστείτε τον παλμό τους, τα αισθήματα τους, τις αγωνίες τους; Να μπείτε στο μυαλό τους και να προσπαθήσετε να τους κατανοήσετε; Tο βιβλίο του Φίλιππου Μανδηλαρά καταφέρνει όλα τα παραπάνω!
Στον «Υπέροχο κόσμο», το αποχαιρετιστήριο πάρτι του γυμνασίου , που θα γίνει στο σχολείο τους, η κλοπή των μηχανημάτων που θα χρησιμοποιηθούν καθώς και το σχέδιο επανάκτησης τους , αποτελούν την αφορμή για 14 εφήβους –κορίτσια κι αγόρια- να ξεδιπλώσουν τις σκέψεις τους και να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο για όλα.
Ο Φώτης θέλει να δείξει στην Ελεονόρα ότι είναι ερωτευμένος μαζί της, η Ελεονόρα θέλει να τιμωρήσει τον καθηγητή της Γυμναστικής για τη ρατσιστική και σεξιστική του συμπεριφορά, ο Αρτίν να γλιτώσει από τη συμμορία που έχει μπλέξει, ο Αντώνης ανησυχεί για το θείο του που πεθαίνει από καρκίνο, η Χριστιάνα μιλάει για το πάθος της για τη μαγειρική, η Τατιάνα εξεγείρεται ενάντια στην κακοποίηση της μητέρας της από τον πατέρα της, η Ιωάννα ανησυχεί για τον αδελφό της που έχει μπλέξει σε μια συμμορία, ο Σάκης , το παλιόπαιδο της ιστορίας, το αγόρι που μεγαλώνει χωρίς πατέρα, θυμώνει με τον αδερφό του και τους συμμαθητές του, η Κέλλυ θέλει να γίνει διάσημη και να γλιτώσει από τη φτώχεια, ο Ανάργυρος , το παπαδοπαίδι θέλει να γλυτώσει από τον εκφοβισμό του Σάκη, η Ραφηλία παραπονιέται για τις φίλες της και λέει κακίες για όλους, η Αντεσίνα προσπαθεί να γλιτώσει από τα μακριά χέρια του φίλου της μητέρας της, ο Χρήστος παρακολουθεί τα πάντα και επεμβαίνει ως από μηχανής θεός , όταν χρειάζεται, η Σμαράγδα αναρωτιέται πώς θα είναι η ζωή μετά το Γυμνάσιο, και όλοι μαζί φτάνουν να καταλάβουν ότι οι παρέες γράφουν ιστορία.
Ο Φίλιππος Μανδηλαράς καταφέρνει να δώσει αληθινή φωνή στους ήρωες του, να πετύχει οι έφηβοι του να είναι αυτόνομοι χαρακτήρες κι όχι καρικατούρες ή πλάσματα της φαντασίας του. Είναι νέα , δεκαπεντάχρονα παιδιά που το καθένα έχει τη δική του ιστορία. Ερωτεύονται, βιώνουν την απόρριψη, αντιδρούν στην αδικία, προσπαθούν να βρουν τη δική τους φωνή, να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους, να αντιληφθούν τα κίνητρα των άλλων, να προστατέψουν τον εαυτό τους , να εκφράσουν τα συναισθήματα τους, να μιλήσουν για το πόσο ζόρικα βιώνουν την εφηβεία, να αναρωτηθούν για το νόημα της ζωής και του θανάτου, να μιλήσουν για την απόρριψη, να έρθουν κοντά μέσα από τις περιστάσεις, να αναζητήσουν τη συντροφιά των συνομιλήκων τους. Σε αυτή την κατάθεση ψυχής δεν υπάρχουν προνομιούχοι και μη έφηβοι-ακόμα και τα παιδιά που προέρχονται από ευκατάστατες οικογένειες έχουν τα δικά τους ζόρια, τα δικά τους προβλήματα, τα οποία φτάνουν να αποκαλύψουν στις παρέες τους καθώς το βιβλίο οδεύει προς το τέλος του.
Το βιβλίο έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: οι ήρωες μιλούν τη σκληρή αλλά αληθινή γλώσσα των εφήβων – γλώσσα δυνατή αλλά με συχνό το φαινόμενο του υβρεολόγιου. Ίσως κάποιοι αναγνώστες αντιδράσουν πιστεύοντας ότι δεν είναι απαραίτητη η βωμολοχία , αλλά στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας, αν θεωρήσουμε ότι οι έφηβοι μιλούν με ευγένεια και κοσμιότητα-ειδικά μεταξύ τους ( και αυτό μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε όλοι οι δάσκαλοι και καθηγητές). Εξάλλου το βιβλίο θα έμοιαζε ψεύτικο, αν στερούσαμε από αυτό την αληθινή όψη της εφηβείας.
Τα θέματα που θίγει το βιβλίο είναι πάρα πολλά – φιλία, έρωτας, ηθική, συμμορίες, εγκληματικότητα, βία, διαλυμένες οικογένειες, εκφοβισμός, κακοποίηση, φτώχεια, ανεργία, σεξουαλική παρενόχληση, ρατσισμός, σχολείο, μοναξιά, ασθένεια, διαχείριση του πένθους, σχέσεις γονιών παιδιών. Ο συγγραφέας προσεγγίζει όλα αυτά τα ζητήματα μέσα από τις ειλικρινείς εξομολογήσεις των ηρώων του , αφού ζουν όλες αυτές τις καταστάσεις στην καθημερινότητα τους.
Παράλληλα με τους μονολόγους αλλά και τους διαλόγους των ηρώων στο βιβλίο υπάρχουν σκηνοθετικές οδηγίες (χώρος, χρόνος, πρόσωπα), πράγμα που εξηγείται στο τέλος του βιβλίου – ο συγγραφέας ευχαριστεί τα μέλη της θεατρικής ομάδας του 20ου Γυμνασίου Αθηνών που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ Εφηβικού θεάτρου 2014, τους εφήβους του προγράμματος Cineμάθεια από τη Χίο αλλά και όλους τους εφήβους που βοήθησαν έμμεσα στην τελική μορφή του κειμένου.
Ο Φίλιππος Μανδηλαράς με το βιβλίο αυτό έρχεται να φωτίσει αυτό το αίνιγμα που λέγεται έφηβος, να βάλει τον αναγνώστη να αναμετρηθεί τόσο με τον τωρινό κόσμο των εφήβων όσο και με μια αναδρομή στη δική του εφηβεία, να ψάξει να βρει τι έχει επιζήσει μέσα του από αυτή την εποχή. Ίσως ακούγεται ρομαντικό αλλά ο ενήλικος αναγνώστης αν αφεθεί στις σκέψεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου, θα συγκινηθεί, θα θυμηθεί τους δικούς του έρωτες, τις δικές του αναζητήσεις και ίσως σκεφτεί –όπως λέει η Σμαράγδα - ότι « είναι ωραίο να τακτοποιείς το παρελθόν σου όταν ακόμα ανήκει στο παρόν».

"Χάρτινες πόλεις", Τζον Γκριν

Να γιατί δεν πρέπει να βλέπεις μια ταινία που βασίζεται σε βιβλίο: διότι μετά –αν δεν σου αρέσει η ταινία- θα γίνεις καχύποπτος/η εν γένει με τα βιβλία του εν λόγω συγγραφέα. Αυτό συνέβη με την ταινία The fault in ourstars , η οποία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του John Green. Η ταινία με κούρασε απίστευτα- φλύαρη, γλυκερή και ελαφριά. Παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειες των πρωταγωνιστών, το αποτέλεσμα ήταν ένα εύπεπτο, εφηβικό μελό. Όταν λοιπόν έρχονταν οι μαθητές μου και μου μιλούσαν για τα βιβλία που ακολούθησαν το «Λάθος αστέρι», κουνούσα το κεφάλι μου απαξιωτικά και δεν τους έδινα σημασία- προκατειλημμένη γαρ!! Τέλος του καλοκαιριού ,λοιπόν, έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο «Χάρτινες πόλεις» του ίδιου συγγραφέα και αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία.
Η υπόθεση του βιβλίου: Ο νεαρός Κουέντιν Τζέικομπσεν είναι ερωτευμένος με τη Μάργκο Ροθ Σπίγκελμαν. Μετά από μια ολονύχτια περιπέτεια στην οποία θα τον προσκαλέσει η Μάργκο και μετά θα εξαφανιστεί, ο Κουέντιν αποφασίζει να ακολουθήσει τα στοιχεία που του άφησε και να την εντοπίσει. Ο Κουέντιν λοιπόν ξεκινά την αναζήτηση αυτή, ενώ προσπαθεί να στοιχειοθετήσει την αληθινή προσωπικότητα της Μάργκο. Συντρόφους του σε αυτή την προσπάθεια έχει τους δυο του κολλητούς φίλους: τον Μπεν και τον Ράιντερ. Θα τα καταφέρει ο Κουέντιν να βρει ζωντανή τη Μάργκο;
Όλη η πλοκή του βιβλίου στήνεται γύρω από την εξαφάνιση της Μάργκο. Οι χαρακτήρες των δύο βασικών πρωταγωνιστών – και κυρίως του Κουέντιν- αναπτύσσονται, καθώς εξελίσσεται η υπόθεση. Ο Κουέντιν και η Μάργκο παρουσιάζονται ως δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσωπικότητες: ο Κουέντιν είναι εσωστρεφής χαρακτήρας, επιμελής μαθητής, υπάκουος γιος και καλός φίλος. Η Μάργκο ,πάλι, είναι πληθωρική προσωπικότητα, περιστοιχίζεται πάντα από κόσμο, ασχολείται με πολλά πράγματα, βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο της προσοχής και ελέγχει ακόμη και τους μάγκες του σχολείου. Καθώς η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη γνωρίζουμε τον Κουέντιν σε βάθος και διαμορφώνουμε την εικόνα της εξαφανισμένης Μάργκο από τα λεγόμενα του.
Το βιβλίο χωρίζεται άτυπα σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε τη νυχτερινή περιπέτεια των δύο πρωταγωνιστών κατά τη διάρκεια της οποίας η Μάργκο υλοποιεί το σχέδιο εκδίκησής της με τη βοήθεια του Κουέντιν. Η Μάργκο αποκαλύπτει σταδιακά τα έντεκα μέρη του σχεδίου της στον Κουέντιν κάνοντας τον αναγνώστη μέτοχο στη δράση. Ο Κουέντιν, αν και αρχικά έχει τις αμφιβολίες του, ακολουθεί τη Μάργκο και συμμετέχει σε όλα όσα του προτείνει, προκειμένου να εκδικηθεί τα άτομα που την πρόδωσαν. Ήταν μάλλον η ωραιότερη νύχτα της ζωής του!
Στο δεύτερο μέρος η Μάργκο εξαφανίζεται και ο Κουέντιν με τους φίλους του προσπαθεί να συλλέξει τα στοιχεία που του έχει αφήσει, προκειμένου να την εντοπίσει. Ο συγγραφέας εστιάζει στον Κουέντιν και στο σημείο αυτό του βιβλίου ξεδιπλώνεται η σκέψη και τα συναισθήματα του ήρωα, ενώ συγχρόνως παρουσιάζει εκτενώς και τη σχέση του με τους γονείς και τους φίλους του. Ο Κουέντιν είναι ένας ήρεμος έφηβος, καλό παιδί, καλός γιος, ντροπαλός και αγχώδης αλλά με έντονη την ανάγκη της συντροφικότητας. Αυτό είναι ορατό από το πώς έχουν διαμορφωθεί οι σχέσεις με τους φίλους του, πως του συμπαραστέκονται , πως ο ένας είναι κοντά στον άλλο σε κάθε δυσκολία. Ωστόσο, η δύναμη της αγάπης που νιώθει για την Μάργκο τον αλλάζει στην πορεία της αναζήτησης του: τον βλέπουμε να αντιμετωπίζει τους νταήδες του σχολείου και να υπερασπίζεται τους αδύναμους συμμαθητές του, να ξεπερνά τις φοβίες του, να ανοίγεται σε καινούριους φίλους/ες, να γίνεται πιο τολμηρός. Οι γονείς του , ένα ήρεμο και χαμηλών τόνων ζευγάρι τον αγαπούν – αν και ο Κουέντιν σε αρκετά σημεία του βιβλίου αμφισβητεί το πόσο μπορούν να τον κατανοήσουν.
Το τρίτο μέρος του βιβλίου είναι μια περιπέτεια on the road, καθώς η αναζήτηση και ο εντοπισμός της Μάργκο φτάνει στο τέλος της. Η μορφή του βιβλίου αλλάζει σε αυτό το σημείο, αφού παίρνει τη μορφή καταγραφής ημερολογίου με αναγραφή του τι συμβαίνει κάθε ώρα που περνά. Το τελευταίο αυτό κομμάτι είναι ένας ύμνος στη φιλία, μια περιπέτεια στην οποία φαίνεται πώς οι φίλοι μπορούν εμπράκτως να σε στηρίξουν, να σου σταθούν, να ξεχάσουν το εγώ τους και να σου συμπαρασταθούν με κάθε τρόπο μέχρι τέλους –ακόμη κι αν δεν συμφωνούν εκατό τοις εκατό με όσα κάνεις. Φυσικά , δε θα σας αποκαλύψω το τέλος του βιβλίου!
Ο Τζον Γκριν γράφει ένα μυθιστόρημα για ψαγμένους εφήβους, για εφήβους με αναζητήσεις. Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές σε άλλους κλασσικούς συγγραφείς (Έμιλι Ντίκινσον, Μέλβιλ Χέρμαν),ενώ το ποίημα του Ουόλτ Ουίτμαν «Το τραγούδι του εαυτού μου» αποτελεί ένα στοιχείο για την ανεύρεση της Μάργκο. Σε αρκετά σημεία του βιβλίου ασκείται κριτική στα κοινωνικά πρέπει, ενώ αποκαλύπτεται ο ιδιόμορφος κόσμος των εφήβων –οι απογοητεύσεις τους, οι επιθυμίες, οι ανάγκες τους, τα όνειρα τους –που δεν περιλαμβάνουν κατ’ ανάγκη την επιτυχία, τα χρήματα ή την κοινωνική καταξίωση (όπως λέει και η Μάργκο στο βιβλίο οι βαθμοί, το Πανεπιστήμιο, η καριέρα, τα χρήματα – όλα αυτά είναι τόσο βαρετά).
Κλείνοντας, οι «Χάρτινες πόλεις» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο-τόσο για τους εφήβους όσο και για τους ενήλικες που αγαπούν την εφηβική λογοτεχνία. Γιατί οι χάρτινοι άνθρωποι, τα χάρτινα παιδιά, η χάρτινη ζωή υπάρχει γύρω μας….
 (αναδημοσίευση από το Μαγικό Κόσμο του παιδικού βιβλίου)

"Μα γιατί μου φταίνε όλα;" Βασίλης Παπαθεοδώρου

Με το Βασίλη Παπαθεοδώρου γνωριζόμαστε από το 2010, αφού έχει επισκεφτεί δύο φορές το 1ο Γυμνάσιο Κω και τη Λέσχη Ανάγνωσης του σχολείου. Η ιδιαίτερη γραφή του-απλός, εφηβικός, ρέων λόγος, χωρίς υπερβολές και πομπώδες λεξιλόγιο, αλλά εύστοχος και ουσιαστικός- καθώς και ο φιλικός και άνετος χαρακτήρας του τον καθιστά αγαπητό στους έφηβους μαθητές αλλά και σε μας τους μεγαλύτερους σε ηλικία, αλλά έφηβους στην καρδιά!
Πριν τρεις μήνες κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο, «Μα γιατί μου φταίνε όλα;», ένα graphic novel. Η αλήθεια είναι ότι το είχα στην αναγνωστική λίστα του καλοκαιριού και τελικά κατάφερα να το διαβάσω με τη λήξη του. (Το αστείο είναι ότι πρώτος το διάβασε ο γιος μου που φέτος θα πάει Α Γυμνασίου. Το διάβασε μονορούφι και το βρήκε και διασκεδαστικό αλλά και ενδιαφέρον! Ίσως γιατί το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό- έφηβους και ενήλικες. )
Το βιβλίο το ξεκίνησα με ένα δισταγμό-πώς ένας συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων θα κατάφερνε να εκφραστεί μέσα από το κόμικ, έναν ιδιαίτερο είδος λογοτεχνίας; Κι όμως η ανάγνωση του με κέρδισε αμέσως! Ο Βασίλης, ευφυής παρατηρητής της κοινωνικής πραγματικότητας, κατορθώνει να απεικονίσει τόσο εύστοχα όσα συμβαίνουν γύρω μας ! Ο ήρωας του ζει μια κανονική ζωή, πηγαίνει στο γυμναστήριο, χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης , συναντιέται με το σόι, κάνει Πάσχα στο χωριό, πάει διακοπές, στολίζει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ψηφίζει και βλέπει Eurovision. Όλα αυτά σε μια αφήγηση χαλαρή , μια αφήγηση που ταιριάζει σε κόμικ. Τα καρέ εναλλάσσονται ταχύτατα και οι ατάκες , που είναι πλούσιες σε ειρωνεία, εντυπώνονται στον αναγνώστη.
Ο ναρκισσισμός αλλά και την ανασφάλεια, ο εύσχημα κρυμμένος ρατσισμός, όπως τον βιώνουμε στην καθημερινότητα μας, η εμμονή με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η αυτοπροβολή ( διαρκή ποσταρίσματα στο fb , φωτογραφίες για να πάρουμε like, ατάκες για να κερδίσουμε κοινό), η πολιτική και οικονομική κατάσταση, ο ωχαδερφισμός, το βόλεμα, η αγένεια, η απαξίωση προς τον συμπολίτη, τον συνάνθρωπο- όλα αυτά θίγονται στο βιβλίο και παρουσιάζονται μέσα από την κριτική ματιά του συγγραφέα. Είναι ένα βιβλίο θα σε κάνει να θυμώσεις, να προβληματιστείς, να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις με την οπτική του ήρωα, αλλά σίγουρα λειτουργεί λυτρωτικά, αφού θα σε κάνει να γελάσεις και να δώσει- ίσως!- μια απάντηση στο ακανθώδες ερώτημα: Μα γιατί μου φταίνε όλα; Εγώ είμαι ο παράξενος ή οι άλλοι όντως με εκνευρίζουν και με ενοχλούν;
Βρήκα ιδιαίτερα ελκυστική τη διχρωμία που χρησιμοποιεί ο εικονογράφος Tasmar στα καρέ αλλά και την ολοσέλιδη καταγραφή των σκέψεων του συγγραφέα με τη μορφή συννεφόλεξων σε αρκετά σημεία του βιβλίου. Ο λόγος του Βασίλη είναι καίριος , σύντομος και λιτός, αφού αυτό υπαγορεύεται από τη μορφή του κόμικ, χωρίς όμως να χάνει την καυστικότητα και την αυθεντικότητα και χωρίς να υποκύπτει στην ευκολία της βωμολοχίας- γεγονός που θα το επέτρεπε και η μορφή αλλά και η θεματολογία του βιβλίου. Παράλληλα, η εικονογράφηση (χρώμα, έκφραση προσώπου, γκριμάτσες) αναδεικνύει το λόγο και αποδίδει ανάγλυφα το συναίσθημα του ήρωα σε κάθε καρέ.

Ο Βασίλης είναι ένας συγγραφέας που συνομιλεί με τους αναγνώστες του και η αληθινή επαφή και σχέση τουμε αυτούς αποτυπώνεται και στον τρόπο που γράφει. Και στο συγκεκριμένο βιβλίο καταφέρνει να κερδίσει και το ενήλικο κοινό , αφού πολλά από τα κακώς κείμενα που καυτηριάζονται στο βιβλίο τα ζούμε και εμείς οι ίδιοι καθημερινά και πολλές φορές μας οδηγούν σε ακραίες συμπεριφορές, ενώ άλλες απλώς τα ανεχόμαστε. Ένα βιβλίο που ξορκίζει τη γκρίνια με το χαμόγελο! Σας στο συστήνω ανεπιφύλακτα!
(αναδημοσίευση από το Μαγικό Κόσμο του Παιδικού Βιβλίου )