Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

«Μισό παιδί», Α. Κορτώ: «Τι είναι η λύπη; Δυο πήχες φράχτης στον κάμπο της χαράς», Λέσχη Ανάγνωσης Β Λυκείου

 

Τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης της Β Λυκείου αυτό το μήνα διάβασαν το βιβλίο «Μισό παιδί» του Αύγουστου Κορτώ . Υπόθεση: Ο Αντώνης Ράπτης, δεκαεφτά χρονώ αγόρι, αιματοκύλισε το Χρυσοδέντρι: μπήκε στην τάξη του μονοθέσιου σχολείου μ' ένα κλεμμένο πολυβόλο, σκότωσε τον δάσκαλο κι όλους σχεδόν τους φίλους του, κι έπειτα αυτοπυρπολήθηκε. Το μακελειό συντάραξε το ακριτικό χωριουδάκι, αλλά η αστυνομία έκλεισε τον φάκελο εν τάχει - το τι συνέβη ήταν φως φανάρι: άλλο ένα πειραγμένο σκατόπαιδο που, με αφορμή μια ερωτική απογοήτευση, έκανε τη ζήλια του φονικό όπλο.

Όμως ο άνεμος της ενοχής τραντάζει ακόμη τα δέντρα του χωριού. Η μάνα του δράστη ξέρει ότι ο δολοφόνος κι ο γιος της δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο. Το μόνο θύμα της επίθεσης που έχει ακόμη τις αισθήσεις του πασχίζει να αρθρώσει την αλήθεια. Κι οι ψυχές των νεκρών μαθητών φωνάζουν, σκυλοτρώγονται, κρατούν καλά το μυστικό τους.

Ο Φίλιππος Σέξτος, συλλέκτης μαρτυριών κι ερασιτέχνης γραφιάς, ταξιδεύει στο χαροκαμένο Χρυσοδέντρι. Κάτι στην όλη υπόθεση δεν τον αφήνει σε ησυχία: πρέπει να μιλήσει με τους γονείς, με τα αδέρφια, με τη Μάρω, την πλέον τραγική απ' τις μητέρες. Όταν ένα παιδί σκοτώνει άλλα παιδιά, εξακολουθεί να 'ναι παιδί; Κι όταν το αίμα χύνεται άδικα, ποια είναι η πρώτη αδικία, η ρίζα του κακού;

Μια ιστορία μυστηρίου, ένα κυνηγητό για την αλήθεια. Ποιος σκότωσε πρώτος και ποιο θύμα ξεχάστηκε,· Ένα σκοτεινό παραμύθι που σου κλέβει την ανάσα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)



Η Ελένη , η οποία είχε προτείνει και το βιβλίο, βρήκε πολύ γοητευτικό τον τρόπο γραφής . Έχει διαβάσει και άλλα βιβλία του συγγραφέα και κάθε φορά είναι συγκινητικός. Το συγκεκριμένο βιβλίο, παρόλο που πραγματεύεται ένα τόσο βαρύ θέμα, δεν είναι ψυχοπλακωτικό. Ακόμη και το τέλος του είναι λυτρωτικό. Υπάρχει μια ισορροπία ακόμη και στο πώς δομούνται τα επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου αλλά και στο πώς σκιαγραφούνται οι ήρωες. Το θέμα της αλυσιδωτής βίας είναι ένα πολύ επίκαιρο θέμα και θίγεται με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο στο βιβλίο. Και στο τέλος ο αναγνώστης έρχεται να αναρωτηθεί να άξιζε αυτό το παιδί, το «μισό» παιδί αυτό το τέλος στη ζωή του ή κάτι καλύτερο…

Στην Κωνσταντίνα Ξ. άρεσε πολύ το βιβλίο, αν και το διάβαζε σπαστά , εξαιτίας του πολύ φορτωμένου προγράμματός της. Το θέμα θα μπορούσε να είναι βαρύ και απρόσιτο στο μέσο αναγνώστη , αλλά δίνεται με στιγμές ανάλαφρες, χαρούμενες ακόμη και χιουμοριστικές, οπότε ελαφρώνει η αίσθηση. Πιστεύει πώς ο συγγραφέας αφιέρωσε τόσο χρόνο όσο έπρεπε σε κάθε ήρωα, ώστε στο τέλος να βγαίνει απόλυτο νόημα με τη λύση της υπόθεσης. Αν τραβούσε περισσότερο σε μάκρος το βιβλίο, ίσως και να ήταν βαρετό ή κουραστικό.

Η Αντριάνα βρήκε πολύ ωραίο τον τρόπο γραφής . Ο συγγραφέας ήξερε πώς να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να μην τον κουράζει. Το εύρημα της συζήτησης των νεκρών μαθητών ήταν πολύ ιδιαίτερο και έλυνε αρκετές απορίες, ενώ ήταν και ωραίος τρόπος σύνδεσης με τη συνέχεια της υπόθεσης. Η Μπιργκιούλ το βρήκε κουραστικό , ακριβώς επειδή το θέμα του ήταν πολύ βαρύ. Ωστόσο, της τράβηξε την προσοχή η υπόθεση και συγκινήθηκε πολύ από το τέλος. Η Ρένα αντίθετα δεν το βρήκε βαρύ. Είχε πολλές πληροφορίες για τους ήρωες και τις έδινε με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Αυτό που έδωσε ζωντάνια στο βιβλίο ήταν το ότι μιλούσαν τα νεκρά παιδιά. Και στην Άννα Μαρία άρεσε το βιβλίο, γιατί ήταν αστυνομική ιστορία και είχε μυστήριο. Οι συζητήσεις των νεκρών μαθητών έδιναν μια άλλη οπτική στην υπόθεση.

Ο Αργύρης , παρά κάποιες ενστάσεις, βρήκε πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο. Ο συγγραφέας έγραφε πολύ όμορφα και σε τραβούσε με τον τρόπο του να ολοκληρώσεις το βιβλίο. Ο κυνισμός που ήταν ολοφάνερος στην προσέγγιση αρκετών επιμέρους θεμάτων έκανε πιο αληθοφανή την υπόθεση. Παρόλο που άγγιζε ένα σκληρό θέμα ήταν ανάλαφρο και δοσμένο με χιούμορ. Υπήρχαν επίσης ανατροπές στην υπόθεση που κρατούσαν αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, θα ήθελε να έχει ο Σέξτος περισσότερες συναναστροφές με τους κατοίκους πέρα από τη μητέρα του ήρωα, τη μητέρα του Βλάση και τον πατέρα των διδύμων. Έμμεση η παρουσίαση των κατοίκων, εκτενέστατη η αναφορά στην ιστορία του Σέξτου.

Η Κωνσταντίνα Χρ. είπε ότι το βιβλίο της άρεσε πολύ, αν και κάποια σημεία την μπέρδεψαν ή την έκαναν να βαρεθεί. Καθώς προχωρούσε όμως η ανάγνωση βρήκε πολύ ενδιαφέρον το θέμα του και πραγματικά το εύρημα με τις παρεμβάσεις των νεκρών παιδιών φώτιζε κάποια σκοτεινά σημεία της υπόθεσης. Το τέλος ήταν μη αναμενόμενο και απροσδόκητο.

Τέλος η Γκιουλσέν διάβασε πολύ γρήγορα το βιβλίο γιατί το βρήκε πολύ ενδιαφέρον και δεν την κούρασε καθόλου. Της άρεσε που στην υπόθεση υπήρχε το παρελθόν του Σέξτου και αναφορές στην οικογένεια του. Η ιστορία της Μάρως, της μητέρας του ήρωα, ήταν πολύ ιδιαίτερη και σκληρή και της φάνηκε πολύ τρυφερή η δήλωση του Σέξτου ότι θα έγραφε ένα άλλο τέλος για τον Αντώνη.

Η κ.Κρύου είπε ότι το βιβλίο ήταν ωραίο. Βαρύ, δύσκολο αλλά ωραίο βιβλίο. Πολύ σκληρή η υπόθεση , βαριά η ιστορία της Μάρως. Ο τίτλος του βιβλίου πολύ πρωτότυπος. Ωστόσο την κούρασαν οι εκτενείς αναφορές στις πολλές διαφορετικές ιστορίες (Φίλιππου, Μάρως, συγγενών). Είναι ένα κοινωνικό βιβλίο που θίγει ένα θέμα επίκαιρο.

Πράγματι, το βιβλίο είναι δυνατό και ασχολείται με ένα πολύ ιδιαίτερο,  δύσκολο θέμα. Ο συγγραφέας μπαίνει στο πετσί των ηρώων του και οδηγεί τον αναγνώστη να κατανοήσει τα βαθύτερα κίνητρα τους. Στο βιβλίο αποτυπώνεται η ελληνική κοινωνία της επαρχίας – και όχι μόνο-  με όλες τις παθογένειές της. Η αδυναμία αποδοχής του διαφορετικού, οι σαθρές προσωπικές σχέσεις, η βία σε κάθε μορφή της, η ανυπαρξία κοινωνικής/κρατικής πρόνοιας και αντιμετώπισης της κακοποίησης , όλα αυτά έρχονται στην επιφάνεια. 


Αποσπάσματα του βιβλίου

Σελ. 20: « Ο θύτης κάθε μαζικής βαρβαρότητας φαντάζει μοιραία πιο σαγηνευτικός, πιο μυστηριώδης – πιο νοσηρά ενδιαφέρων- απ τα θύματά του. Και στην προσπάθεια να τον κατανοήσεις, η γοητεία που ασκεί μπορεί να εμπνεύσει μια ασυναίσθητη, δηλητηριώδη συμπόνια.»

Σελ 73: «Τι είναι η λύπη; Δυο πήχες φράχτης στον κάμπο της χαράς»

Σελ. 113: «Ο Μινώταυρος γίνεται Μινώταυρος μόνο τη στιγμή που τρώει το νεαρό του θύμα: γιατί η εφηβική σάρκα του δίνει το πολυπόθητο κομμάτι- το άλλο μισό- της ανθρώπινης φύσης που στερείται.»

Σελ. 148: Αν το φύλο των ανθρώπων που χαν ορίσει τη ζωή της ήταν ανεστραμμένο, όλα θα χαν πάει κατ ευχήν. Ο παππούς της ο Άλκης θα πατούσε πόδι στην παρακμή και τη βία των γονιών της, κι η ίδια ως αγόρι, ως θαρραλέος και ατίθασος, ανυπάκουος Μάριος, δε θα τρωγε το ξύλο της αρκούδας, δε θα γινόταν υποχείριο, δε θα κατέληγε στο δρόμο. Καμιά πανούργα Στέλλα δε θα τη διπλάρωνε, δε θα σήκωνε χέρι στο αντράκι – στον ψηλό και χειροδύναμο παράλληλο εαυτό της. Ακόμη και η Σάρον αν ήταν σκύλαρος δε θα ζούσε κλοτσημένη και αλυσοδεμένη.

Σελ. 154: «Η Μάρω είχε κιόλας καταλάβει ότι το μωρό δεν είχε φύλο, γιατί δεν είναι δημιούργημα αλλά δημιουργός: μια ατέλειωτη πείνα, μια ατέλειωτη ανάγκη, δυο μάτια γαλαξίες κι ένα στόμα σαν το σύμπαν.»

Σελ. 163: «..Αν ήταν σωστή μάνα , έπρεπε να θέλει αν πεθάνει, να πάει μαζί με το παιδί της, κι ωστόσο ποτέ της δεν ήταν πιο σίγουρη ότι ήθελε να ζήσει, γιατί ο θάνατος δε σε απαλλάσσει απ το καθήκον: να προστατεύεις το σπλάχνο σου με κάθε πνοή, ιδίως όταν είναι ανυπεράσπιστο μπροστά στο μίσος των ανθρώπων. Σα να γεννάς αντίστροφα, πρέπει να τα αρπάξεις απ΄τα χέρια του κόσμου, που θέλει να το βρομίσει, να το θανατώσει για δεύτερη φορά, και να το χώσεις πάλι στο κορμί σου, να το πλύνεις με το αίμα σου, με σφουγγάρι την καρδιά σου.»

Σελ. 203: «Το ότι το σακάκι, ένα κομμάτι άψυχο πανί, είχε επιβιώσει και θα μπορούσε να φοριέται για χρόνια, ανώ ο Λεωνίδας δε ζούσε πια, ήταν συγχρόνως εξοργιστικό και σπαραξικάρδιο. ΠΟ πεθαμένος ήταν ένα κενό, ένα τίποτα, κι ωστόσο είχε ιδιοκτησία: Το σακάκι του. Δεν υπήρχε πουθενά, κι ωστόσο βάραινε σε χίλιους ώμους: Η γυναίκα του, οι θαυμαστές του έργου του.»

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: