Την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου
τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης συναντήθηκαν και μίλησαν διαδικτυακά με το
συγγραφέα Έλσον Ζγκούρη, αφού διάβασαν το βιβλίο του «Όλες οι γάτες είναι όμορφες». Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο ο συγγραφέας καταγράφει
προσωπικές ιστορίες που αφορούν την εγκατάσταση του στην Ελλάδα και τους ανθρώπους
που γνώρισε –ιστορίες μετανάστευσης- , ενώ παράλληλα αφηγείται και τις ρατσιστικές
συμπεριφορές που έζησε, ενώ στο δεύτερο μέρος παρουσιάζει ιστορίες τρίτων
ατόμων που βίωσαν το ρατσισμό (φίλων, συγγενών, ξένων).
Αρχικά τα παιδιά είπαν τις εντυπώσεις
τους από το βιβλίο και στη συνέχεια συνδεθήκαμε με το συγγραφέα και ακολούθησε
συζήτηση.
Ο Κων/νος - όπως και όλα τα μέλη- αναφέρθηκε στη δύσκολη γραμματοσειρά που ήταν πολύ κουραστική στην ανάγνωση. Αυτό που του άρεσε σε γενικές γραμμές το βιβλίο, αλλά θα ήθελε μεγαλύτερη εμβάθυνση σε κάποιες ιστορίες, να υπάρχει πιο λεπτομερής ανάπτυξη τους. Στο Χρήστο άρεσε καθώς διάβασε τις λεπτομέρειες της ζωής ενός ξένου και ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι ένας άνθρωπος θα περνούσε τόσα πολλά. Ωστόσο, ήταν πολύ ενθαρρυντικό ότι βρήκε άτομα που του στάθηκαν και ήταν τυχερός να έχει τόσο καλούς ανθρώπους στη ζωή του.
Η Ροδία συμφώνησε με το
Χρήστο όπως και η Κατερίνα , καθώς έμαθαν στοιχεία για τη ζωή ενός μετανάστη
στη χώρα μας. Στη Βαλεντίνα άρεσε το νόημα του βιβλίου και αυτό που εντόπισε
ήταν η αλλαγή και στο χαρακτήρα του συγγραφέα καθώς προχωρούσε το βιβλίο και
άλλαζε η ζωή του. Στη Νταριάνα επίσης έκανε εντύπωση γιατί μιλούσε για θέματα
που τα έχει σκεφτεί και η ίδια και αποτελούν αναμνήσεις και των δικών της
γονιών. Η Καμέλα και η Ιζαμπέλα επίσης αναφέρθηκαν
στο ότι το οικογενειακό τους περιβάλλον είχε αντιμετωπίσει παρόμοια θέματα, αλλά ήταν πολύ αισιόδοξο ότι ο συγγραφέας
βρήκε καλά άτομα να συναναστραφεί και να του σταθούν. Η Ιφιγένεια μας είπε ότι
αν και αυτά τα βιβλία δεν είναι του γούστου της , της άρεσε το βιβλίο και η αφήγηση της ζωής του ήρωα, ενώ η Μειρά
εστίασε στη μοναξιά που βιώνουν οι μετανάστες σε μια χώρα μακριά από τους
δικούς τους ανθρώπους . Η Χριστίνα θεώρησε ότι ο συγγραφέας πλατείαζε σε αρκετά
σημεία του βιβλίου και όσα έγραφε είναι θέματα που ίσως να είχε σκεφτεί και η
ίδια αλλά τώρα τα είδε μέσα από μια άλλη οπτική. Η Σμαράγδα ένιωσε πιο κοντά
στον άνθρωπο συγγραφέα κατά την ανάγνωση του βιβλίου και αυτό που είχε να πει
ήταν πως το βιβλίο αναδείκνυε αυτή την ανισότητα στην κοινωνία, ενώ ο Μανώλης
βρήκε ταπεινό το βιβλίο . Η Ελένη, αν
και το βιβλίο της φάνηκε βαρετό, δήλωσε πως την ευαισθητοποίησε απέναντι στο θέμα του
ρατσισμού. Αυτό που τη δυσκόλεψε, πέρα από τη γραμματοσειρά, ήταν η απουσία
γραμμικής αφήγησης των γεγονότων. Η Μαρία τέλος, παρόλο που δε θα επέλεγε να
διαβάσει λένα βιβλίο αυτού του είδους της θεματολογίας , το χαρακτήρισε ως ένα
βιβλίο συλλογή αυτοβιογραφικών ιστοριών σχετικά με το μεταναστευτικό και την
ένταξη όλων αυτών των ανθρώπων στην ελληνική κοινωνία.
Στη διαδικτυακή συζήτηση που ακολούθησε ο συγγραφέας απάντησε στα ερωτήματα των παιδιών που αφορούσαν τόσο το βιβλίο του όσο και την ίδια του τη ζωή. Αρχικά, στο ερώτημα σχετικά με τη γραμματοσειρά που έχει χρησιμοποιηθεί στο βιβλίο και ταλαιπωρεί τον αναγνώστη, μας απάντησε πως δεν αποτελεί δική του ευθύνη, αλλά του εκδοτικού οίκου, ενώ στο ερώτημα γιατί δεν εμβαθύνει με περισσότερες λεπτομέρειες στις ιστορίες του είπε πως η κάθε ιστορία έχει αρχή , μέση και τέλος και αποτυπώνει μόνο όσες λεπτομέρειες θεωρεί απαραίτητες. Όταν στο βιβλίο του μιλά για το σοσιαλιστικό παράδεισο αναφέρεται στο καθεστώς του Ενβέρ Χότζα (1945-1991) , ένα σκληρό καθεστώς που απαγόρευε την έξοδο από τη χώρα στους πολίτες της Αλβανίας. Πλέον πηγαίνει ως επισκέπτης στην Αλβανία που έχει αλλάξει πολύ με το πέρασμα των χρόνων- περισσότερο και απ ότι έχει αλλάξει η Ελλάδα.
Σχετικά με το φαινόμενο του
ρατσισμού συνειδητοποίησε μεγαλώνοντας πως υπάρχουν πολλές ύπουλες μορφές και
συγχρόνως προβληματικές του ρατσισμού – πχ παλιότερα το ότι του έλεγαν τι καλά
που μιλάς τα ελληνικά, παρόλο που είσαι Αλβανός, δεν το εκλάμβανε ως ρατσιστικό
σχόλιο, ενώ σταδιακά συνειδητοποίησε πόσο άσχημο ακουγόταν, αφού είναι
αυτονόητο πως όταν ζεις σε μια χώρα, μετέχεις της παιδείας και ζεις εκεί είναι
φυσικό να γνωρίζεις άψογα τη γλώσσα. (Εδώ τα παιδιά του μετέφεραν αντίστοιχο
περιστατικό με μαθήτρια μας που της είπαν συμμαθητές της: Πολύ καλό κορίτσι
είσαι για Αλβανίδα!)
Αυτό που τόνισε όμως στα
παιδιά είναι πως πάντα αντιδρούσε στα περιστατικά ρατσισμού και έχει υποσχεθεί
πως πάντα θα αντιδρά όταν θα βλέπει την αδικία, ακόμη και όταν δεν αφορά τον
ίδιο , αφού δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα απ το να σε υπερασπίζονται άγνωστοι
άνθρωποι, να μην αδιαφορούν σε ό,τι συμβαίνει μπροστά σου.
Στην ερώτηση ποια ανάγκη τον οδήγησε να γράψει αυτό το βιβλίο μας είπε πως ο λόγος που το έγραψε , πέρα από το ότι το όνειρο του ήταν να γίνει συγγραφέας, ήταν πως ήθελε να επικοινωνήσει όσα έζησε . Ήθελε ο κόσμος να ακούσει και την πλευρά των Αλβανών μεταναστών , να παρουσιάσει τα βιώματα των συμπατριωτών του και στην πορεία ανακάλυψε πως ήταν πολλά τα άτομα που είχαν κοινά βιώματα με τον ίδιο.
Στην ερώτηση αν είναι ο
πρώτος συγγραφέας που το κάνει αυτό μας είπε ότι είχε προηγηθεί ο Γκαζμέντ
Καπλάνι- μετανάστης πρώτης γενιάς- με το Μικρό ημερολόγιο συνόρων , ενώ ο ίδιος
είναι παράδειγμα συγγραφέα – μετανάστη της δεύτερης γενιάς. Ό λόγος που τον
έδιωξε από την Ελλάδα είναι η οικονομική κρίση, αλλά τελικά ανακάλυψε στο
εξωτερικό πολλές κρυμμένες πτυχές του εαυτού του. Ειδικά η ζωή στο Βερολίνο
είναι μια γεμάτη ζωή, καθώς είναι μια πολυπολιτισμική πόλη , ανοιχτή στους
ξένους και με πολιτιστικό υπόβαθρο. Η
Ελλάδα είναι σαφώς πιο συντηρητική ως χώρα, αν και αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν ρατσιστικά
φαινόμενα και στη Γερμανία.
Ο κ.Ζγκούρη όμως έκανε και
αυτός ερωτήσεις στα παιδιά σχετικά με τη λέσχη Ανάγνωσης και τους είπε πως
είναι πολύ τυχερά που έχουν στο σχολείο τους τέτοιες ευκαιρίες και ότι ο ίδιος
θα ήθελε ως μαθητής να είχε την ευκαιρία να βρίσκεται σε μια Λέσχη, καθώς ως
παιδί δε διάβαζε πολύ. Ο ίδιος δεν ήταν δημοφιλής στο σχολείο , αντίθετα ήταν
ντροπαλός και εσωστρεφής. Διάβασε στην Γ Γυμνασίου τα πρώτα του βιβλία και
μέχρι την Α Λυκείου. Μετά έχασε το ενδιαφέρον του και τελειώνοντας τις σπουδές
του έπιασε πάλι το νήμα της ανάγνωσης. Από τότε διαβάζει πολλά βιβλία-
τουλάχιστον 30 το χρόνο. Μάλιστα στην ερώτηση των παιδιών για το πώς γίνεται
κάποιος συγγραφέας απάντησε διαβάζοντας άλλα βιβλία. Αν και αυτό δε φτάνει
καθώς είναι εσωτερική ανάγκη η συγγραφή και πρέπει να έχει κάποιος και άλλα
ερεθίσματα από τη ζωή. Στην ερώτηση των παιδιών αν όλες οι ιστορίες του βιβλίου
είναι αληθινές μας είπε πως ναι, αν και αρκετές δεν είναι δικές του, αλλά
γνωστών, ξένων και φίλων. Όσο για τα συναισθήματα του όταν γράφει το πρώτο που
νιώθει είναι λύτρωση, απελευθέρωση. Νιώθει ότι βγαίνουν τα αγκάθια που τον
βάραιναν, ίσως γιατί είναι τραυματική εμπειρία να θυμάται όσα έζησε, να σκεφτεί
τα άσχημα. Ωστόσο νιώθει και νοσταλγία για όλες τις ωραίες στιγμές.
Από τα βιβλία που διάβασε
τελευταία μας πρότεινε το βιβλίο της Αγλαίας Μπλιούμ «Αποχαιρέτα τη Στουτγάρδη,
Αστυάνακτα» και τον Κόσμο της σοφίας του Γιόστιν Γκάρντνερ, ενώ από ταινίες μας
πρότεινε το Κύμα και την Ακαδημία Πλάτωνος.
Αναφερόμενος στις άλλες
ασχολίες του μας είπε πως σπούδασε Πληροφορική και η δουλειά του είναι πάνω σε
αυτόν τον τομέα, ενώ η συγγραφή είναι το χόμπι του. Παράλληλα με το γράψιμο,
κάνει λογοτεχνικές εκδηλώσεις στο Βερολίνο (παρουσιάσεις βιβλίων και
κινηματογραφικές προβολές).
Όσο για το να γράφει για να αφήσει το δικό του στίγμα στον κόσμο μας τόνισε και πάλι τη βαθύτερη ανάγκη της συγγραφής . και γράφει και πράγματα που ξέρει ότι δε θα τυπωθούν . Νιώθει όμορφα όμως όταν γράφει. Στις προσωπικές του αναγνώσεις προτιμά να διαβάζει βιβλία στα ελληνικά και στα αλβανικά καθώς του είναι πιο οικείες γλώσσες, ενώ σκέφτεται και στα αγγλικά, και τα ελληνικά και στα αλβανικά. Κυρίως όμως οι σκέψεις του είναι στα ελληνικά. Στο σπίτι μιλάνε όλες τις γλώσσες- και ελληνικά, και αλβανικά και γερμανικά και αγγλικά.
Όσο για το ότι γράφει στα
ελληνικά μας είπε πως αυτό συνδέεται με τη γλώσσα που διδάχθηκε ως παιδί και
αυτή ήταν τα ελληνικά.
Ο τίτλος τώρα του βιβλίου
δόθηκε γιατί θεωρεί πως δεν πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός στην κοινωνία, πως
όλοι οι άνθρωποι είμαστε όμορφοι ανεξάρτητα από πού κρατάει η σκούφια μας.
Τέλος μας είπε πως η νοσταλγία αντιμετωπίζεται με την επικοινωνία. Επικοινωνεί
με τους γονείς , τους φίλους του, αλλά και γράφει πολύ για να νιώσει καλύτερα. Τη
διαδικτυακή αυτή επικοινωνία κατάφεραν να τη σπάσουν και κάποια αστεία που
ανταλλάξαμε με το συγγραφέα – ο Μανώλης με την επισήμανση του για το δανεικό
και αγύριστο μπουφάν και η παρατήρηση του Κώστα για το αν τα κορίτσια στο
Βερολίνο είναι όμορφα!
Ευχαριστούμε πολύ τον
κ.Έλσον Ζγκούρη για το χρόνο που μας διέθεσε και ευχόμαστε να τα ξαναπούμε στο
επόμενο βιβλίο του!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου