Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Οι υπόλοιποι απλώς ζούμε εδώ, Ness Patrick

Ο δεκαεπτάχρονος Μάικ, η αδερφή του Μελίντα και η παρέα τους- ο Τζάρεντ και η Χέννα- είναι στην τελευταία χρονιά του λυκείου και ετοιμάζονται να ξεκινήσουν τις σπουδές τους, μακριά από τις οικογένειες τους. Η πόλη τους, που βρίσκεται κάπου κοντά στην Ουάσιγκτον, είναι μικρή, άσημη και άγνωστη στους πολλούς . Τη μονότονη ζωή της παρέας αυτών των εφήβων διακόπτουν παράξενα και ιδιαίτερα γεγονότα-, που λαμβάνουν χώρα σε μια παράλληλη , φανταστική ιστορία. Οι Αθάνατοι, απειλούν να καταστρέψουν την πόλη τους και δυναμιτίζουν την ηρεμία της με ποικίλους τρόπους. Ωστόσο, υπάρχει μια ομάδα παιδιών, τα Ίντι παιδιά, που τους αντιμάχονται. Τα παιδιά αυτά δεν έχουν σχέση με τους συμμαθητές τους, γιατί έχουν δημιουργήσει δικές τους φυλές, έχουν περίεργα ονόματα και οι σχέσεις τους με τους Αθανάτους είναι ιδιόμορφες- άλλοτε πολεμούν κι άλλοτε ερωτεύονται. Τελικός στόχος τους, όμως, είναι να εμποδίσουν τις επιθέσεις των Αθανάτων στον κόσμο των ανθρώπων.
Ο Μάικ υποφέρει από ΙΨΔ, δηλαδή από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Το μυαλό του «κολλάει» σε συγκεκριμένα πράγματα και τα κάνει πολλές φορές μέχρι που να θεωρήσει ότι έγιναν με το σωστό τρόπο( π.χ πλένει διαρκώς τα χέρια του σε σημείο που τα ματώνει και τους δημιουργεί πληγές). Ο Μάικ έχει επισκεφτεί ψυχίατρο για να μπορέσει να ελέγξει αυτό το πρόβλημα- και μάλιστα αυτό έχει συμβεί μια φορά παλιότερα και συμβαίνει δεύτερη τώρα. Η αδερφή του, η Μελίντα, πάσχει από νευρική ανορεξία και στο παρελθόν κόντεψε να χάσει τη ζωή της. Τώρα προσπαθεί να ελέγξει την ασθένεια της και ο Μάικ τη βοηθά να κάνει σωστή διατροφή και την υποστηρίζει με κάθε τρόπο. Η μικρή τους αδερφή, η Μέρεντιθ, είναι η μόνη που είναι καλά στην υγεία της και τα δυο αδέρφια την προσέχουν ως κόρη οφθαλμού. Οι γονείς των παιδιών: η μητέρα μια καριερίστα πολιτικός που παραμελεί την οικογένεια της , αφού είναι αφιερωμένη στον πολιτικό αγώνα, και ο πατέρας ένας αποτυχημένος επαγγελματίας και νυν αλκοολικός. Οι φίλοι τους πάλι έχουν τα δικά τους προβλήματα : η Χέννα έχει χάσει τον αδερφό της στη σύγκρουση Αθανάτων και Ίντι παιδιών, ενώ ο κολλητός του Μάικ, ο Τζάρεντ, είναι ομοφυλόφιλος και κατά το ήμισυ θεός.
Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, μια δυσδιάστατη ιστορία αυτό το βιβλίο του Πάτρικ Νες. Ιδιαίτερος ο τρόπος γραφής του (αν κάποιοι έχουν διαβάσει «Το τέρας έρχεται» του ίδιου συγγραφέα, θα καταλάβουν το λόγο). Ένα βιβλίο για ψαγμένους εφήβους, που έχουν συνηθίσει να αποκρυπτογραφούν βιβλία φαντασίας. Οι δυο ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα. Ο συγγραφέας ξεκινά κάθε κεφάλαιο του βιβλίου με την ιστορία των Ίντι παιδιών (η οποία διαφοροποιείται και μορφικά- άλλη γραμματοσειρά, άλλο χρώμα γραμμάτων) και συνεχίζει με την βασική ιστορία – την ιστορία του Μαικ και της παρέας του. Η σύγκλιση των δύο ιστοριών θα συμβεί στο τέλος του βιβλίου με ένα πολύ ευφάνταστο τρόπο.
Η παρέα αυτή των εφήβων αποτελεί ένα κλειστό σύμπαν, μια ομάδα με τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ο καθένας ξεχωριστά έχει να αντιμετωπίσει τα δικά του προβλήματα, αλλά ο ένας στηρίζει τον άλλον στις δύσκολες στιγμές. Τα δυο αδέρφια συνδέονται με δυνατό δεσμό αγάπης , εξαιτίας των περίεργων οικογενειακών συνθηκών, και φροντίζουν με τρυφερότητα και στοργή τη μικρή τους αδερφή. Ο Τζάρεντ είναι κολλητός με τον Μάικ και είναι συμπαραστάτης του στις «λούπες» του, στα μικρά, καθημερινά του κολλήματα. Είναι αυτός που τον επαναφέρει και τον φροντίζει και, ενίοτε, χρησιμοποιώντας τις μαγικές του ικανότητες, τον θεραπεύει. Παράλληλα, είναι ο άνθρωπος που τον γνωρίζει καλύτερα από όλους και κατανοεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Ο Πάτρικ Νες ασχολείται με το ιδιόμορφο σύμπαν των εφήβων. Ανιχνεύει τις αγωνίες και τις αναζητήσεις τους, φέρνει στην επιφάνεια τους φόβους και τις ανασφάλειες τους και μιλά για τα όνειρα και τις κρυφές τους επιθυμίες. Η ανάγκη των νέων να αποκολληθούν από την οικογένεια και να ξεκινήσουν την ενήλικη ζωή τους, να ερωτευτούν, να αμφιβάλλουν για όλα, να αναζητούν τα αίτια της συμπεριφοράς των άλλων, να διεκδικούν με απόλυτο τρόπο τους φίλους τους, να θέλουν να τους εμπιστεύονται οι άλλοι είναι τα θέματα που αναδεικνύονται με τη μεστή αφήγηση και το ρεαλιστικό λόγο του συγγραφέα. Οι συζητήσεις του Τζάρεντ με τον Μάικ, η συνεδρία του Μάικ με την ψυχίατρο, οι συζητήσεις των αδερφιών, Μαικ και Μελίντα, με την Μέρεντιθ καθώς και οι τελευταίες σκηνές του θυμού του Μάικ, που αισθάνεται προδομένος από τον καλύτερο του φίλο, μοιάζει να έχουν βγει από την καθημερινή ζωή ενός εφήβου.
Το βιβλίο αυτό μιλάει στην καρδιά και τη σκέψη του εφήβου και έρχεται να ακουμπήσει τους προβληματισμούς του. Και όπως λέει ο Μάικ στο τέλος «θα έρθει η επόμενη μέρα, όταν όλα αρχίσουν ξανά». Μέχρι τότε οι υπόλοιποι απλώς ζούμε εδώ.

Εγώ και η Μιράντα, Τζέικ Γκέρχαρντ

Είναι 4 Ιανουαρίου , τα σχολεία έχουν αρχίσει ξανά και ο δεκατριάχρονος Σαμ, ο κλόουν της τάξης, έχει αποφασίσει να αλλάξει, να πάψει να κάνει φάρσες και να μπει στον ίσιο δρόμο. Την ίδια στιγμή ο Ντιουκ, ο διανοούμενος της τάξης, προκαλεί το Σαμ με τη συμπεριφορά του και εκείνος αποφασίζει η τελευταία φάρσα του να έχει να κάνει με το νεαρό σπασίκλα. Τοποθετεί την αγαπημένη του πινέζα στην καρέκλα του Ντιουκ, αλλά η Μιράντα Μουλάλλυ, θα την πάρει , θα τη δώσει στον Σαμ και θα σώσει τον Ντιουκ. Η κίνηση της αυτή έχει ένα μοιραίο αποτέλεσμα: να την ερωτευτούν ακαριαία και οι δύο εμπλεκόμενοι – συν τον Τσάλλι, τον αθλητή της τάξης. Από εκείνη τη στιγμή και οι τρεις- Σαμ, Ντιουκ και Τσάλλι- κάνουν τα αδύνατα δυνατά να την προσεγγίσουν βάζοντας ταυτόχρονα παγίδες ο ένας στον άλλο.
Ο Τσάλλι θα έχει σύμβουλο και βοηθό του στη διεκδίκηση της Μιράντα τον αδερφό του τον Μπίλλυ, ενώ ο Ντιούκ και ο Σαμ θα προσπαθήσουν μόνοι τους να διεκδικήσουν την καρδιά της Μιράντας-η οποία είναι δοσμένη αλλού και οι πιθανοί διεκδικητές απλά δεν τον γνωρίζουν! Θα κάνουν τα πάντα να είναι μαζί της στην εργασία της Βιολογίας, να έχουν ένα ρόλο στο θεατρικό που ετοιμάζει το σχολείο- και παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο η ίδια-, να καθαρίσουν από τα χιόνια το δρομάκι μπροστά στο σπίτι της-γεγονός που θα έχει ένα πολύ επεισοδιακό τέλος!- και θα ονειρευτούν τον χορό μαζί της στην γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Όλα αυτά θα έχουν μια μάλλον απρόσμενη εξέλιξη για τον τελικό διεκδικητή της καρδιάς της Μιράντα!
Ο Τζέικ Γκέρχαρντ γράφει ένα βιβλίο για την, γεμάτη απογοητεύσεις ,περίοδο της εφηβείας. Οι ήρωες του είναι δεκατριάχρονοι νεαροί που βιώνουν την αγωνία του να αρέσουν στο άλλο φύλο, ζηλεύουν τους άλλους για ό,τι εκείνοι δε διαθέτουν και αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επικοινωνία με την οικογένεια τους. Παράλληλα, αναφέρεται στις μύχιες σκέψεις της εφηβείας μέσα από το ωραίο εύρημα των εργασιών στη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία. Ο αναγνώστης πληροφορείται σε πρώτο πρόσωπο όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή των ηρώων.Εκεί αποτυπώνουν με απόλυτη ειλικρίνεια ό,τι σκέπτονται, ό,τι αισθάνονται, ό,τι ονειρεύονται. Ίσως γιατί ξέρουν ότι δε θα κριθούν γι αυτά που νιώθουν και τα οποία δεν είναι και πολύ όμορφα συναισθήματα (ζήλεια, αντιπάθεια, μίσος, αισθήματα μειονεξίας και ντροπής, δειλία).
Η απεικόνιση των συναισθηματικών ανασφαλειών των εφήβων, που παρουσιάζονται με αληθοφανή τρόπο, καθώς και το χιούμορ που κυριαρχεί στην αφήγηση αποτελούν τα πλεονεκτήματα του βιβλίου. Ο αναγνώστης, ειδικά αν ανήκει στην ίδια ηλικιακή ομάδα με τους ήρωες, θα ταυτιστεί μαζί τους και θα απολαύσει την εξέλιξη της ιστορίας. Εξάλλου, οι συνεχείς εναλλαγές του αφηγητή και οι ανατροπές στην υπόθεση, κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του ως την τελευταία σελίδα.
Αν θέλετε λοιπόν να διεισδύσετε στο σύμπαν αυτών των νεαρών ηρώων, διαβάστε το βιβλίο. Για να κατανοήσετε βαθύτερα αυτό που γράφει ο ίδιος ο συγγραφέα στην προμετωπίδα του βιβλίου: «Δεν ξέρω τι λέτε εσείς για τη νεότητα. Για μένα είναι μια περίοδος ανάπτυξης γεμάτη απογοητεύσεις».

Να ζεις δυνατά, Μάρω Θεοδωράκη


Η 15χρονη Έλενα ,μαθήτρια Β Λυκείου, βιώνει έντονα το άγχος του σχολείου αλλά και των σχέσεων. Διαπληκτίζεται μόνιμα με τη μητέρα της για όλους αυτούς τους λόγους που τσακώνονται καθημερινά οι έφηβοι με τους γονείς τους (χρήση του κινητού, του υπολογιστή, βαθμοί, πτυχία ξένων γλωσσών, σύγκριση με συμμαθητές και φίλους, αδιαφορία για το διάβασμα, σχόλια για τους φίλους…) και νιώθει άγχος για το μέλλον της.
Μια ερωτική απογοήτευση την οδηγεί στο να χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της και τα οικογενειακά προβλήματα - η προοπτική να οδηγηθεί ο πατέρας της στην ανεργία και να αλλάξουν πολλά από τα δεδομένα της ζωής της- την κάνουν να έχει ακόμη πιο στενή σχέση με το ψυγείο και το φαγητό. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να οδηγηθεί στη βουλιμία και αργότερα με μαθηματική ακρίβεια στη νευρική ανορεξία. Δεν ευχαριστιέται πια την παρέα της, τσακώνεται με την καλύτερή της φίλη, ενώ οι γονείς της δεν έχουν αντιληφθεί το παραμικρό. Το μοναδικό της αποκούμπι αποδεικνύεται ο αδελφός της , ο Νίκος, ο οποίος θα ακούσει όλα τα παράπονα, τους προβληματισμούς και τις αγωνίες της, αλλά δεν θα καταφέρει να την πείσει να λύσει το πρόβλημα με τη βοήθεια ενός ψυχολόγου.
Η Έλενα, λοιπόν, συνεχίζει να είναι κολλημένη με τα κιλά της και τις εμμονές της σχετικά με την εμφάνιση της , παρά το γεγονός ότι έχει υποσχεθεί στον αδερφό της ότι θα προσπαθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημα της και έχει και τη στήριξη ενός αγοριού, που ενδιαφέρεται γι αυτή. Η λύση θα δοθεί,όταν πια η κατάσταση θα έχει φτάσει στο απροχώρητο, και θα οδηγηθεί στο νοσοκομείο. Εκεί θα αρχίσει και η αλλαγή της: θα εντάξει την ψυχολογική υποστήριξη στη ζωή της, θα αλλάξει τις διατροφικές της συνήθειες και θα αποφασίσει να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τα προβλήματα της.
Η συγγραφέας εστιάζει στο πρόβλημα των διατροφικών διαταραχών. Όπως έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις της και η ίδια ήρθε σε επαφή με αυτό το θέμα, όταν ήταν είκοσι ετών, και κατάφερε να το ξεπεράσει. Το ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση των γεγονότων. Ουσιαστικά η εκ βαθέων εξομολόγηση της Έλενας παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο το θέμα της βουλιμίας-νευρικής ανορεξίας και των ψυχολογικών αιτίων που οδηγούν σε αυτό. Ο αναγνώστης διεισδύει στην ψυχολογία της έφηβης , έρχεται αντιμέτωπος με τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει, αντιλαμβάνεται πώς το πρόβλημα των διατροφικών διαταραχών έχει βαθιές ψυχολογικές ρίζες και συνήθως πλήττει άτομα με ευαίσθητο ψυχισμό και ανύπαρκτη αυτοπεποίθηση. Η Έλενα είναι ένα κορίτσι όμοιο με πολλά άλλα της ίδιας ηλικίας, επιρρεπές στην κριτική των άλλων για την εμφάνισή τους, με αδύναμο χαρακτήρα και πολλές ανασφάλειες.
Οι αναγνώστες κάθε ηλικίας- είτε είναι έφηβοι, είτε είναι ενήλικες- οδηγούνται στην κάθαρση στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Εκεί η ηρωίδα κάνοντας μια αποτίμηση της περιπέτειάς της καταθέτει πώς γλύτωσε από την ασθένεια: αγαπώντας τον εαυτό της, σεβόμενη τις επιθυμίες και τα θέλω της, και αποδεχόμενη τις ατέλειές της. Εξάλλου όπως λέει και η ίδια η Έλενα : η ζωή είναι ωραία και αξίζει κανείς ΝΑ ΖΕΙ!

Ιφιγένεια Τέκου , Yolo Ζεις μονάχα μια φορά

Ο τίτλος του βιβλίου «Υolo”, της Ιφιγένειας Τέκου σημαίνει YOU ONLY LIVE ONCE, μια λέξη που βρήκε τη θέση της στην on line μορφή του λεξικού της Οξφόρδης το 2014. Το yolo που για πολλούς νέους έχει γίνει σύνθημα στην ουσία είναι το ίδιο με το ελληνικότερο "η ζωή είναι μικρή" ή "μια ζωή την έχουμε". Αυτό είναι και το μήνυμα του ίδιου του βιβλίου : ζήσε τη ζωή σου, γιατί μόνο αυτή έχεις. «Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε», όπως λέει και ο γνωστός συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος.
Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι έφηβοι που θα μπορούσαν να ζουν ανάμεσα μας, καθημερινοί ήρωες.
Η Αλεξάνδρα ,έμεινε στα δέκα της χρόνια ορφανή και ανάπηρη και αναγκάστηκε να ακυρώσει το μεγάλο της όνειρο: να γίνει χορεύτρια. Με τη βοήθεια όμως της μητέρας της , Χριστίνας, και της μικρότερης αδερφής της Εριφύλης, καταφέρνει να βρει ισορροπίες στη ζωή της – όσο και αν υπάρχουν στιγμές που η κατάσταση της την οδηγεί σε απαισιόδοξες σκέψεις.
Η Εριφύλη είναι μικρότερη από την Αλεξάνδρα, αλλά είναι τολμηρή, ενθουσιώδης και ξεχωριστή. Ο τρόπος που φέρεται, ντύνεται και κινείται την κάνει να διαφέρει από τους συνομιλήκους της –και η ίδια υποστηρίζει αυτή τη διαφορετικότητα και κυνηγά τα όνειρα της.
Ο Ορέστης γεννήθηκε στον Πειραιά, στα Καμίνια, αλλά ένα άσχημο παιχνίδι της μοίρας θα τον φέρει στα βόρεια προάστια, και συγκεκριμένα στη γειτονιά των δύο κοριτσιών. Θα φτιάξει μια μπάντα, τους YOLO, που αποτελούν τη δική του διέξοδο στα προβλήματα που αντιμετωπίζει..
Ο Χρήστος , μέλος της μπάντας, ερωτεύεται την Αλεξάνδρα. Και παρά την εκκεντρική του εμφάνιση θα της αποδείξει πώς τη θέλει γι αυτό που είναι, ότι την αποδέχεται παρά την αναπηρία της, ότι το γεγονός πως είναι καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι δεν αποτελεί για αυτόν εμπόδιο στα συναισθήματα του.
Εκτός από τους βασικούς αυτούς ήρωες στο βιβλίο υπάρχουν αρκετοί δευτερεύοντες χαρακτήρες: οι γονείς τους, οι φίλοι τους και ο ευρύτερος κοινωνικός περίγυρος.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι ο ρεαλιστικός τρόπος σκέψης και έκφρασης των ηρώων. Η συγγραφέας κατάφερε να δημιουργήσει αληθινούς χαρακτήρες. Οι έφηβοι της σκέφτονται και εκφράζονται στη δική τους νεανική γλώσσα- μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματισμούς, χρήση των greeklish, αρκετές ξένες λέξεις. Επιπλέον δεν σκέφτονται σαν μικρομέγαλοι. Αντίθετα, ζουν και συμπεριφέρονται σαν κανονικά παιδιά. Επιδιώκουν να αρέσουν στο άλλο φύλο, αγχώνονται για το μέλλον τους, θέλουν να γίνονται αποδεκτοί, έρχονται αντιμέτωποι με διλήμματα ηθικής φύσεως, αγαπούν την απομόνωση αλλά και τη συντροφικότητα, ονειροπολούν παρέα με τη μουσική, πολλές φορές δίνουν τραγικές διαστάσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετές ανατροπές . Οι ήρωες μέσα από αυτές έρχονται να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους και τους άλλους, να σκεφτούν τη δική τους θέση στην οικογένεια ή την κοινωνία, καλούνται να πάρουν αποφάσεις.
Τα θέματα που θίγει το βιβλίο είναι πολλά: η εφηβεία και οι προκλήσεις της, η οικονομική ανασφάλεια, η αναπηρία, η διαφορετικότητα(σε πολλά επίπεδα), η δομή και λειτουργία της σύγχρονης οικογένειας και τα προβλήματα που ανακύπτουν μέσα σε αυτή.
Το YOLO είναι ένα νεανικό μυθιστόρημα για νέους που αγαπούν τη ζωή και το αποδεικνύουν έμπρακτα!

Άννα Φρανκ, Ένα κόμικ βιογραφία Σιντ Γιάκομπσον – Έρνι Κόλον

Ποια εικόνα έχουν τα σημερινά παιδιά για την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ και το Κόμμα του καθώς και το Ολοκαύτωμα; Μάλλον αγνοούν το τι είχε συμβεί και οι πενιχρές γνώσεις τους για το θέμα είναι ολοφάνερες. Αυτή την άγνοια ερχόμαστε να την αντιμετωπίσουμε πολλές φορές στο σχολείο και πασχίζουμε να την ξεπεράσουμε ποικιλοτρόπως: με ταινίες και βιβλία – ή έστω αποσπάσματα αυτών.
Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία και έχει κυκλοφορήσει σε πολλές εκδοχές και μεταφράσεις. Τι θα ερχόταν λοιπόν να προσθέσει η εκδοχή του κόμικ; Σίγουρα πολλοί θα αμφισβητήσουν ότι μια τέτοια ιστορία αποδίδεται το ίδιο δυνατά μέσα από το πενάκι των εικονογράφων και θα αναρωτηθούν αν μπορεί να μάθει κανείς την ιστορία του Ολοκαυτώματος μέσα από πολύχρωμες σελίδες κι αν γίνεται ένας συγγραφέας και ένας εικονογράφος να αποδώσουν καρέ καρέ ένα βιβλίο, όπως το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ , χωρίς να νοθεύσουν το νόημα του. Κι όμως είναι εφικτό, όταν οι κομίστες είναι εμπνευσμένοι και στέκονται με σεβασμό και υπευθυνότητα απέναντι στο λογοτεχνικό κείμενο.
Το κόμικ χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια και περιγράφει όλη τη ζωή της Άννας – από την αναφορά της στο οικογενειακό της δέντρο μέχρι και το θλιβερό τέλος. Το ενδιαφέρον στην καταγραφή της ιστορίας είναι ότι εντάσσονται πολλά ιστορικά στοιχεία ως ένθετες αναφορές στη ροή της αφήγησης. Τα δυο πρώτα κεφάλαια αναφέρονται στον Όττο , τον πατέρα της Άννας, ο οποίος , όπως και πολλοί άλλοι Γερμανοεβραίοι, πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τιμήθηκε με το Σιδηρούν Σταυρό για τις υπηρεσίες του, γλιτώνοντας το θάνατο. Η Γερμανία βγαίνει βαριά ηττημένη από τον πόλεμο αυτό αλλά, καθώς η ζωή συνεχίζεται, ο Όττο γνωρίζεται με την Έντιτ , τη μητέρα της Άννας, παντρεύονται και ξεκινούν την κοινή τους ζωή το 1926. Παράλληλα, αρχίζει η ανοδική πορεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος με ηγέτη τον Αδόλφο Χίτλερ που εκμεταλλεύεται τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες (κραχ του 1929 και οικονομική κρίση) και αυξάνει συνεχώς την επιρροή του στο γερμανικό λαό.
Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην άνοδο του Ναζισμού στη Γερμανία και οι δυο συγγραφείς καταφέρνουν να αποδώσουν με συντομία, αλλά απόλυτη ακρίβεια, τη δράση του Ναζιστικού Κόμματος και τα μέτρα που πήρε μόλις κέρδισε την εξουσία (Νόμοι της Νυρεμβέργης, Νύχτα των Κρυστάλλων). Στο τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο οι Φρανκ μετακομίζουν στην Ολλανδία, προκειμένου να γλιτώσουν από τα αντισημιτικά μέτρα του Χίτλερ. Όμως σύντομα και με το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου πολέμου η Ολλανδία θα συνθηκολογήσει και οι Γερμανοί θα επιβάλλουν τους αντισημιτικούς νόμους τους και εκεί.
Τα δύο επόμενα κεφάλαια παρουσιάζουν τη ζωή της οικογένειας Φρανκ στο καταφύγιο τους μέχρι και την προδοσία τους και την κατάδοση τους στους Γερμανούς.
Το ένατο κεφάλαιο απεικονίζει με σκληρές εικόνες τη μεταφορά της οικογένειας Φράνκ στο στρατόπεδο Άουσβιτς Μπιρκενάου , τις συνθήκες διαβίωσης και το τέλος της Άννας, η οποία πέθανε από τύφο ένα μόλις μήνα πριν την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τους Βρετανούς.
Στο τελευταίο κεφάλαιο ο Όττο Φρανκ, γηρασμένος πρόωρα και έχοντας χάσει την οικογένεια του, παλεύει να κρατήσει ζωντανή την ιστορία της κόρης του κάνοντας μουσείο το σπίτι εγκλεισμού της οικογένειας και τυπώνοντας το ημερολόγιο της Άννας. Έτσι η μεγάλη της επιθυμία να γίνει συγγραφέας υλοποιήθηκε –έστω κι αν αυτό συνέβη μετά το θάνατο της.
Ο συγγραφέας και ο εικονογράφος καταφέρνουν με το βιβλίο αυτό να δώσουν μια άλλη πνοή στο έργο της Άννας Φράνκ. Η εύγλωττη εικονογράφηση, η παρεμβολή των ιστορικών πληροφοριών, που δεν βαραίνουν, αλλά ενισχύουν την υπόθεση ενημερώνοντας τον αναγνώστη για το ιστορικό πλαίσιο, καθώς και η υποδειγματική μετάφραση της Μαρίζας Ντεκάστρο συντελούν στην αρτιότητα του κόμικ. Η διαφοροποίηση στην εικονογράφηση, κάθε φορά που οι συγγραφείς παρεκβαίνουν από την υπόθεση και αναφέρονται στα ιστορικά στοιχεία, λειτουργεί βοηθητικά για τον αδαή αναγνώστη , ο οποίος συμπάσχει με τη μοίρα της οικογένειας. Εξάλλου στόχος του βιβλίου είναι η εξιστόρηση των συγκλονιστικών γεγονότων μέσα από την οπτική των πρωταγωνιστών , και όχι η ακριβής μεταφορά του ημερολογίου της Άννας. Η επιβολή απάνθρωπων νόμων, η στέρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ,ο παραλογισμός του πολέμου και ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος δίνονται με σκληρές εικόνες(το κεφάλαιο που αναφέρεται στον εγκλεισμό της οικογένειας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης καταφέρνει να απεικονίσει με ρεαλισμό και σκληρότητα τη μοίρα αυτών των ανθρώπων: την πείνα, τη σταδιακή αποστέωση, την αρρώστια, τη δυστυχία, τον πόνο, το θάνατο).
Το κόμικ αυτό πετυχαίνει να κινητοποιήσει τον αναγνώστη να μάθει την αληθινή ιστορία της Άννας αναζητώντας το αυθεντικό βιβλίο –αυτό συνέβη και στην Λέσχη Ανάγνωσης του σχολείου μας, όταν διαβάσαμε το κόμικ με τους μαθητές μας. Επιπλέον κατορθώνει - με ένα διόλου διδακτικό τρόπο- να μυήσει τους νέους στην ιστορία , να τους δώσει οπτικοποιημένη τη μοίρα των ανθρώπων που υπέφεραν κατά τη διάρκεια του ναζισμού και να τους εξηγήσει το ανεξήγητο: γιατί ακόμη και σήμερα υπάρχει άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων, του νεοναζισμού και των ομοίων τους. Αυτή η ευαισθητοποίηση των νέων ανθρώπων απέναντι στα κοινωνικά δρώμενα είναι και το ζητούμενο.
Αναζητήστε και διαβάστε το κόμικ και προτείνετέ το στους έφηβους που γνωρίζετε, είτε είναι παιδιά σας, είτε μαθητές σας. Η ιστορία του είναι επίκαιρη και στις μέρες μας.
 

Στάργκερλ, Τζέρρυ Σπινέλλι

Όταν η Στάργκερλ- κατά κόσμον Σούζαν Καραγουέυ- εμφανίζεται στο Λύκειο Μάικα της Αριζόνα , οι συμμαθητές της δε μπορούν να την εντάξουν κάπου- προτιμούν να τη θεωρούν «αλλόκοτη», «ιδιόρρυθμη» και «άτσαλη». Αποτελεί ένα αίνιγμα γι αυτούς. Το ιδιαίτερο ντύσιμο της, ο τρόπος που φέρεται, το γιουκαλίλι που κουβαλάει, ο Κανέλος( ο αρουραίος που έχει στον ώμο της) την κάνουν να ξεχωρίζει. Ο Λίο, ο αφηγητής του βιβλίου, την παρακολουθεί από την πρώτη στιγμή, μέχρι που συνειδητοποιεί ότι είναι ερωτευμένος μαζί της.
Η Στάργκερλ είναι το κορίτσι που θα τραγουδήσει στα γενέθλια όλων των συμμαθητών της, θα γίνει μαζορέτα και θα συμβάλει στη συναρπαστική πορεία της ομάδας του σχολείου, θα πάρει μέρος στο διαγωνισμό ρητορικής της Πολιτείας και θα διακριθεί. Από την άλλη, θα θεωρηθεί υπεύθυνη για τον τελικό αποκλεισμό της ομάδας και θα οδηγηθεί στη σταδιακή περιθωριοποίηση της από τους συμμαθητές της. Μαζί της θα αποκλειστεί από τη ζωή του σχολείου και ο Λίο, για όσο καιρό θα είναι ζευγάρι.
Ο Λίο ακολουθεί τη Στάργκερλ, καταγράφει τα όσα ζει, την ερωτεύεται και αφήνεται στη γοητεία της. Η Στάργκερλ θα προσπαθήσει να αλλάξει για αυτόν , να ακολουθήσει τα κοινωνικά πρέπει, αλλά αυτό δε θα κρατήσει για πολύ. Και η ίδια η Στάργκερλ και ο Λίο θα αντιληφθούν ότι όλες οι προσπάθειες της να γίνει κανονική θα αποβούν άκαρπες. Οι συμμαθητές τους τη μισούν είτε είναι ο εαυτός της είτε κάποια άλλη. Ο Λίο δε θα αντέξει να είναι ο Αόρατος άνθρωπος για τους συμμαθητές του, μόνο και μόνο επειδή είναι μαζί της και θα την εγκαταλείψει.
Καθοριστικός στην αφήγηση είναι ο ρόλος του Άρτσι , του καθηγητή της Παλαιοντολογίας, που έχει συνταξιοδοτηθεί, αλλά εξακολουθεί να δέχεται μαθητές κάθε Κυριακή. Ο Άρτσι θα μιλήσει στο Λίο για τη Στάργκερλ, αφού είναι ο ανεπίσημος βοηθός της , ο άνθρωπος που τη στηρίζει και την κατανοεί. Είναι αυτός που θα πει στον Λίο και το φίλο του τον Κέβιν « Η Σταργκερλ είναι ακριβώς σαν και μας. Σίγουρο αυτό. Είναι σαν και μας περισσότερο απ΄ότι εμείς οι ίδιοι. Είναι αυτό που είμαστε στην πραγματικότητα, νομίζω. Ή που ήμασταν, δεν ξέρω.»
Ο συγγραφέας διαπραγματεύεται πολλά θέματα που σχετίζονται με τις κοινωνικές συμβάσεις και το πόσο αυτές επηρεάζουν τη ζωή του καθενός- ιδιαίτερα όταν το άτομο είναι στην εφηβεία και η κοινωνική πίεση για συμμόρφωση είναι πολύ έντονη. Όπως λέει ο Λίο «Δε μπορείς να συμπεριφέρεσαι όπως συμπεριφέρεσαι, Στάργκερλ. Αν δεν είχες περάσει τόσα χρόνια με μαθήματα στο σπίτι, θα το καταλάβαινες. Δε μπορείς να σηκώνεσαι το πρωί και να λες ότι δε σε νοιάζει για το τι σκέφτεται ο υπόλοιπος κόσμος»…….. «Το φαινόμενο της ομάδας είναι πολύ ισχυρό…».
Όπως αποδεικνύεται, η ανάγκη για αποδοχή ωθεί τους ανθρώπους σε πράξεις εγωιστικές , σε πράξεις που δείχνουν αδιαφορία για τον άλλο, σε τρόπους συμπεριφοράς που διαλύουν ψυχικά, όσους δεν νιώθουν την ανάγκη να ταιριάξουν κάπου. Η ανάγκη αυτή ενυπάρχει στην εφηβεία και γι αυτό οι έφηβοι είναι τόσο σκληροί με τους συνομιλήκους τους, επιδιώκοντας να ανήκουν σε μια ομάδα. Η Στάργκελ θα βιώσει αυτή τη σκληρότητα , αλλά τελικά νικήτρια θα βγει η ίδια- παρόλο που θα επιλέξει να αλλάξει τόπο κατοικίας.
Η Στάργκερλ θα εξαφανιστεί από την πόλη μετά από τον ξέφρενο τελικό χορό του σχολείου και μετά την δική της πινελιά σε αυτό- μια πινελιά που θα τον κάνει να μείνει αξέχαστος σε όλους. Η ιδιοτυπία της, η διαφορετική ματιά της, το αλλόκοτο της ύπαρξης της θα μείνουν ανεξίτηλα στη μνήμη όσων παραβρέθηκαν σε αυτό το χορό. Όσο για τον Λίο- αυτός, αν και τα χρόνια πέρασαν και η ζωή του άλλαξε, εξακολουθεί να θυμάται το κορίτσι αυτό που ήρθε να ταράξει τη ζωή του, να τον κάνει να βουτήξει στα μύχια της ύπαρξης του, να γνωρίσει έναν τρόπο σκέψης και δράσης που δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι υπάρχουν.
Τελικά, η Στάργκερλ ήταν μια μοναδική ύπαρξη που ήξερε να σκορπίζει γύρω της την καλοσύνη, να αιφνιδιάζει τους ανθρώπους με πράξεις χαράς και να «κάνει κάθε μέρα κάτι καλό για κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό της». Είναι ο άνθρωπος που μπορούμε να γίνουμε, αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο!

Βερολίνο, γεια, Wolfgang Herrndorf

Ποτέ δεν είχα παρατσούκλι. Ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού. Το όνομα μου είναι Μάικ Κλινγκενμπεργκ. Μάικ. Ούτε Μάικι όυτε Κλίνγκε ούτε όλες αυτές οι αηδίες, μόνο Μάικ. Εκτός από την έκτη τάξη . Τότε μόνο, για λίγο καιρό, με αποκαλούσαν «πυροβολημένο». Δεν είναι και σούπερ μαγκιά να σε φωνάζουν «πυροβολημένο», αλλά ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Μετά ξαναέγινα ο Μάικ.
Αν δεν έχεις παρατσούκλι, μπορεί να συμβαίνει για δύο λόγους. Δε σου το κολλάνε είτε γιατί είσαι τραγικά βαρετός είτε γιατί δεν έχεις καθόλου φίλους. Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στα δύο, θα προτιμούσα πραγματικά να μην έχω φίλους παρά να είμαι τραγικά βαρετός. Γιατί, αν είσαι βαρετός, αυτόματα ή δεν έχεις φίλους ή οι φίλοι σου είναι πιο βαρετοί από σένα.
Έτσι ξεκινάει ο Μάικ την αφήγηση της φοβερής καλοκαιρινής περιπέτειας που έζησε με τον Τσικ . Ο Μάικ, παιδί μιας διαλυμένης οικογένειας με μάνα αλκοολική και πατέρα αδιάφορο , και ο Τσικ, ο περιθωριακός, ο λούζερ, ο νεαρός Μογγόλος, που εμφανίζεται εντελώς αναπάντεχα στο σχολείο του Μάικ , τριγυρνά με βρώμικο πουκάμισο και μια πλαστική σακούλα, που εκεί έχει τα βιβλία του και που συχνά πάει μεθυσμένος στο σχολείο. Ο Μάικ που, ενώ το καλοκαίρι ξεκινά, μένει μόνος στο σπίτι, παρατημένος από τον πατέρα του που φεύγει ταξίδι με την ερωμένη του, και ο Τσικ που εμφανίζεται από το πουθενά και προτείνει στον Μάικ ένα ταξίδι – ένα ταξίδι στη Βλαχία ( ένα ταξίδι στο πουθενά). ‘Ετσι, οι δυο συνομίληκοι έφηβοι ξεκινούν με ένα κλεμμένο Lada ένα road trip και ζουν την δική τους περιπέτεια εκείνο το καλοκαίρι.
Χάνονται στους επαρχιακούς δρόμους της Ανατολικής Γερμανίας, γράφουν τα αρχικά των ονομάτων τους μέσα στα σταροχώραφα κόβοντας βόλτες με το Lada και ακούγοντας Ρίτσαρντ Κλάιντερμαν, αποφεύγουν τις συναντήσεις με την αστυνομία, κοιμούνται κάτω από τα άστρα, γνωρίζουν μια σειρά από διαφορετικά άτομα, μαθαίνουν τον κόσμο.Κι όπως λέει ο Μάικ:
Μάγκα μου! Όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου μου έλεγε ότι ο κόσμος είναι κακός, οι άνθρωποι είναι κακοί. Να μην εμπιστεύομαι κανέναν, να μη μιλάω με αγνώστους και τέτοια. Αυτά μου έμαθαν οι γονείς μου, αυτά με συμβούλευαν οι δασκάλοι μου, τα ίδια έβλεπα και στην τηλεόραση. Έβλεπα ειδήσεις; Οι άνθρωποι είναι κακοί. Έβλεπα ντοκιμαντέρ; Οι άνθρωποι είναι κακοί. Και ίσως και να ήταν αλήθεια, και οι ενενήντα εννιά στους εκατό να είναι κακοί. Το περίεργο όμως ήταν ότι ο Τσικ και εγώ στο ταξίδι μας συναντούσαμε συνέχεια μόνο καλούς.
Καθώς το ταξίδι προχωρά, τα δυο αγόρια ζουν πολλές περιπέτειες με κορυφαία τη συνάντηση με την Ίζα, αυτό το διαφορετικό, παράξενο κορίτσι που ζει μέσα στα σκουπίδια. Το κορίτσι αυτό που θα γεννήσει ερωτικά σκιρτήματα στον Μάικ και ανταγωνιστικότητα στον Τσικ και θα αποτελέσει τον τρίτο κρίκο της παρέας. Μαζί της θα συνεχίσουν την περιπλάνηση τους και θα σφραγίσουν τη φιλία τους δίνοντας τον όρκο να ξαναβρεθούν σε πενήντα χρόνια, που μπορεί να ήταν γέροι ή ασήμαντοι αλλά « από μέσα μας θα ήμασταν ίδιοι»- όπως λέει ο Μάικ.
Το ταξίδι τους θα έχει ένα απρόσμενο- αστείο, αλλά οδυνηρό- τέλος και θα οδηγήσει στον αποχωρισμό των δύο αγοριών.
Ο συγγραφέας Wolfgang Herrndorf , που η επώδυνη ασθένεια του τον οδήγησε στην αυτοκτονία, γράφει ένα μυθιστόρημα - ύμνο για το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Οι ρεαλιστικοί διάλογοι των ηρώων, η κινηματογραφική δράση , τα αστεία επεισόδια που είναι διεσπαρμένα στο βιβλίο, η απλότητα στην έκφραση, φανερώνουν πώς ο ίδιος μοιάζει να μην έχει ξεχάσει τη δική του εφηβεία, πώς αυτό το ρομαντικό, αυθάδες και συγχρόνως αθώο βλέμμα της το κουβαλά μέσα του και το αποτυπώνει στο έργο του. Η αντισυμβατική στάση των έφηβων ηρώων, οι ειλικρινείς τους συζητήσεις, η ανυπακοή τους στα κοινωνικά πρέπει, η ανατρεπτική , αισιόδοξη ματιά τους παρασύρουν τον αναγνώστη, τον ταξιδεύουν.
Διαβάζοντας το βιβλίο γεύεσαι τη χαρά της εφηβικής σκέψης, διαπιστώνεις ότι μοιάζει χτες το δικό σου πέρασμα από αυτή, γελάς με τον τρόπο που ο Μάικ βλέπει τους καθηγητές και τους συμμαθητές του, βιώνεις την επιστροφή στον πρώτο σου, ανεκπλήρωτο έρωτα, πραγματοποιείς αυτό το ταξίδι-κοπάνα από τον κόσμο των ενηλίκων, που ίσως είχες ονειρευτεί, αλλά ποτέ δεν τόλμησες. Και μπορεί να κάνεις την ίδια μελαγχολική σκέψη που κάνει ο Μάικ παρατηρώντας τους συνταξιούχους τουρίστες στο μικρό κάστρο που κάνουν στάση.
Δε μπορούσα να φανταστώ ποτέ πως μια μέρα θα γινόμουν κι εγώ ένας τέτοιος μπεζ συνταξιούχος .Πραγματικά, όλοι οι ηλικιωμένοι που ήξερα έτσι ήταν. Όλοι τους μπεζ. Μου ήταν αδιανόητο να σκεφτώ πως εκείνες οι γριές ήταν κάποτε νέες . Πως μια φορά κι έναν καιρό είχαν την ίδια ηλικία με την Τατιάνα, πως τα βράδια καλλωπίζονταν και πήγαιναν να χορέψουν στα κέντρα, πως τις αποκαλούσαν πιπίνια. Πριν από πενήντα ή εκατό χρόνια. Φυσικά όχι όλες. Μερικές ήταν σίγουρα και τότε μονόχνοτες και κακάσχημες , αλλά ακόμη κι αυτές ζούσαν τη ζωή τους, έκαναν σχέδια για το μέλλον. Και οι κανονικές και αυτές έκαναν σχέδια. Είχαν προβλέψει άραγε στα νιάτα τους ότι κάποια μέρα θα μεταμορφώνονταν σε μπεζ συνταξιούχες;
Η κινηματογραφική σκηνή του τέλους με τον Μάικ και τη μητέρα του να πετούν έπιπλα και πολύτιμα αντικείμενα στην πισίνα του σπιτιού τους , με τη μητέρα να τα δείχνει και να λέει «Όλα αυτά από μόνα τους δε σημαίνουν τίποτα. Σημασία έχει αν σε κάνουν ευτυχισμένο. Αυτό και τίποτε άλλο.» μοιάζει να συνοψίζει την ουσία του βιβλίου. Εξάλλου, όπως λέει και ο Μάικ κάνοντας βουτιά στην πισίνα και κρατώντας την αναπνοή του κάτω από το νερό αναπολώντας το υπέροχο καλοκαίρι που έζησε : «Ένιωσα τρομερή χαρά γιατί, σύμφωνοι, δε γίνεται να κρατήσουμε για πάντα την αναπνοή μας. Μπορούμε όμως για αρκετά μεγάλο διάστημα».