Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Η Ελισάβετ Μουτζάν συζητά με την Ελένη Μπούκουρα: " Aνάμεσα σε εμένα και την ελευθερία υπήρχε ένας τεράστιος γκρεμός. Η «γέφυρα» που ένωνε τις δύο άκρες αυτού του γκρεμού, ήταν δυστυχώς άγνωστη για μένα."


Με την ίδια χρονομηχανή που επισκέφτηκα το Νίτσε αποφάσισα για άλλη μια φορά να πρωτοτυπήσω σε μία άλλη εργασία. Περιττό να αναφέρω πως και αυτή η εργασία ανατέθηκε από την ίδια καθηγήτρια που μας ανέθεσε και την προηγουμένη. Αχ… όλο δύσκολα μας βάζει! Πίσω στην ιστορία λοιπόν, αυτή τη φορά έπρεπε να γράψω έναν φανταστικό διάλογο μεταξύ της Ελισάβετ Μουτζάν –Μαρτινέγκου και της Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα. Για να μην σας τα πολυλογώ τις απήγαγα και τις κλείδωσα σε ένα δωμάτιο. (Συνηθισμένη σε αυτά η Ελισάβετ.) Ορίστε ο διάλογος:

Ελένη: Ποια είσαι εσύ;

Ελισάβετ: Εσύ ποια είσαι;

     Χμμ… Καλύτερα να το κόψω αυτό το σημείο. Δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον. Λοιπόν, περιληπτικά δείτε τι έγινε: Αφού τσακώθηκαν λίγο στην αρχή, είπαν την ιστορία της ζωής τους η μία στην άλλη και μετά άρχισαν να συζητούν για διάφορα θέματα. Ορίστε αυτά τα θέματα:

-Ώστε, Ελισάβετ, θέλεις να μου πεις, πως οι γονείς σου δεν σε αφήνουν να βγαίνεις ούτε από το σπίτι;

-Έτσι ακριβώς. Μπορούσα να βγω μόνο με κάποιον άντρα της οικογένειας κι αυτό μόνο όταν το επιθυμούσε και εκείνος. Δυστυχώς, δεν έχω δικαίωμα ούτε να τους απευθύνω το λόγο.

-Και νόμιζα πως εγώ ήμουν αδικημένη. Σίγουρα, το ότι έχασα την ταυτότητα μου για να σπουδάσω μπορεί να είναι πολύ άσχημο, αλλά αυτό… Δεν μπορώ ούτε να το φανταστώ.

-Ναι είναι απαίσιο πράγμα. Έχω να σου κάνω μία ερώτηση, όμως. Θυσίασες κάτι πολύ σημαντικό για να σπουδάσεις. Πιστεύεις ότι αξίζει μία τόσο μεγάλη θυσία για κάτι σαν κι αυτό;

-Με το να πάρω αυτήν την απόφαση, θυσίασα την ταυτότητα μου. Δεν ήμουν πια γυναίκα και φυσικά δεν ήμουν άντρας. Οπότε τι ήμουν; Ήμουν η μυστηριώδης φιγούρα του σχολείου που κανείς δεν ήξερε τι κρυβόταν από πίσω. Κανείς δεν ρώτησε, όμως, ούτε. Έτσι έγινα ανύπαρκτη. Κανείς δεν με ήξερε, κανέναν δεν ήξερα. Παρ’ όλα αυτά δεν το μετανιώνω. Μπορεί για τους άλλους να μην υπήρχα, αλλά με το να σπουδάσω, με το να αποκτήσω και εγώ δικαιώματα, κάθε άλλο παρά ανύπαρκτη ένιωσα.

-Ζηλεύω τη ζωή σου πραγματικά. Δυστυχώς, εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω ποτέ αυτό. Δεν έχω δικαίωμα να πάω πουθενά, να κάνω τίποτα. Μια φορά προσπάθησα να δραπετεύσω, αλλά μάταια. Παρά το γεγονός ότι κατάφερα να φύγω από το σπίτι, δεν είχα ιδέα που να πάω. Χάθηκα για λίγο στους δαιδαλώδεις δρόμους της Ζακύνθου, αλλά αφού συνειδητοποίησα πως δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής, αποφάσισα να γυρίσω. ‘Ένιωσα τόσο κοντά στην ελευθερία όταν βγήκα από το σπίτι, αλλά όταν κατάλαβα πως δεν είχα που να πάω, κατάλαβα και πως ανάμεσα σε εμένα και την ελευθερία υπήρχε ένας τεράστιος γκρεμός. Η «γέφυρα» που ένωνε τις δύο άκρες αυτού του γκρεμού, ήταν δυστυχώς άγνωστη για μένα.

-Είναι πολύ κρίμα που οι γυναίκες αδικούνται τόσο πολύ στην κοινωνία.

-Ελπίζω πως μια μέρα θα αποκτήσουμε τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες.

Εκεί διέκοψα εγώ ανοίγοντας την πόρτα με την οποία τις είχα κλειδώσει 1 ώρα πριν.

-Και έτσι θα γίνει, τους είπα.

Τους εξήγησα, γιατί τις είχα φέρει εδώ και μετά τις γύρισα στην εποχή τους. Ευχαριστημένος, διάβασα την εργασία μου. Άξιζε ο κόπος τελικά. Εκεί που διάβαζα ξανά την εργασία μου, όμως, συνειδητοποίησα κάτι. Η «γέφυρα» που ανέφερε η Ελισάβετ, ήξερε πολύ καλά ποια είναι, η «γέφυρα» που θα της έδινε την ελευθερία που ζητούσε δεν ήταν άλλη από τον ίδιο το θάνατο.

 Γιάννος Μαστρομηνάς, Γ3

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: