Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

"Μαύρο νερό" Μ.Μακρόπουλος - Λέσχη Ανάγνωσης 2ου ΓΕΛ Κω


Συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης του 2ου ΓΕΛ Κω στην εκπνοή του 2025 με το βιβλίο «Μαύρο νερό», του Μιχάλη Μακρόπουλου. Ένα βιβλίο με πολύ ιδιαίτερο θέμα που άγγιξε τα περισσότερα μέλη της ομάδας.

Πρώτος πήρε το λόγο ο Κώστας που είπε πως το βιβλίο του άρεσε : του άρεσε η περιγραφή της φυσικής ομορφιάς , του τοπίου και τον συγκίνησε ο ξεριζωμός των ανθρώπων από το χωριό τους .Επίσης τον άγγιξε το γεγονός πως ο πατέρας είχε αφοσιωθεί στον γιο του το Χριστόφορο και τον φρόντιζε με τρυφερότητα.

Η Νταριάνα βρήκε βαρύ και στενάχωρο το βιβλίο με σκληρές και ρεαλιστικές εικόνες της ζωής σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν καταδικαστεί να ζουν σε έναν τόπο μολυσμένο, καταραμένο αλλά δε ήθελαν να φύγουν ούτε να εγκαταλείψουν τους δικούς τους ανθρώπους – ζωντανούς και νεκρούς.

Η Κατερίνα βρήκε πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο .Αναφερόταν σε αληθινά προβλήματα και ο συγγραφέας απέδωσε τα συναισθήματα των ηρώων πολύ ρεαλιστικά .Θλιβερή μεν η ιστορία, ενδιαφέρουσα δε.

Στην Παρασκευή αρχικά φάνηκε κουραστικό το βιβλίο αλλά μετά της τράβηξε το ενδιαφέρον. Οι λεπτομέρειες της αφήγησης ήταν καταθλιπτικές, αλλά παράλληλα ζωντάνευαν μια διαφορετική πραγματικότητα. Ο Χριστόφορος, παρά την αναπηρία του, ήταν ευγνώμων για όσα είχε παρόλο που αυτά ήταν πολύ λίγα. Ο πατέρας – Πατέρας με Π κεφαλαίο, αφού είχε πάρει τη θέση της μάνας- είχε πολύ μεγάλη ψυχική δύναμη – το να ασχολείται με τον ανάπηρο γιο του και να τον φροντίζει, να τον περιποιείται, να τον πηγαίνει βόλτες… Η περιγραφή της ζωής σε αυτό το χωριό τη γέμιζε γαλήνη, παρά τις δυσκολίες. Παράλληλα το βιβλίο την έβαλε σε σκέψεις – πώς είναι η ζωή σε έναν μικρό, απομονωμένο τόπο.


Και στη Μαρία Κ. άρεσε το βιβλίο, παρά το γεγονός πως περιείχε πολλές λεπτομέρειες. Τη βοήθησε να δει την πλευρά ενός φτωχού χωριού και μιας περιοχής που πλήττεται από ένα τεράστιο περιβαλλοντικό πρόβλημα.  Η περιγραφή των άλλων χαρακτήρων, των συγχωριανών, τη βοήθησε να καταλάβει καλύτερα την κατάσταση ενώ εντυπώθηκε στο μυαλό της η εικόνα τους να ψάχνουν τα άδεια σπίτια του χωριού για να βρουν πράγματα να επιζήσουν . Ο πατέρας ήταν ένας δυνατός χαρακτήρας, που αγαπούσε τον τόπο του και δεν ήθελε να ξεριζωθεί , ακριβώς όπως και ο Χριστόφορος. Της φάνηκε παρανοϊκός ο τρόπος της περιγραφής των φόνων , ενώ θεωρεί ότι το βιβλίο στο κλείσιμο του είναι αισιόδοξο.

Η Μαρία Σ. βρήκε το βιβλίο μια σκοτεινή νουβέλα που έχει να κάνει με την απώλεια αλλά και τις ενοχές και την προσπάθεια του ανθρώπου αν διαχειριστεί τις πληγές του. Η οικογένεια έχει βιώσει μια τραγική απώλεια, αυτή της μητέρας , που ήταν θύμα της περιβαλλοντικής καταστροφής . Η σιωπή μεταξύ των μελών λειτουργεί ως βάρος αλλά και ως ένας τρόπος να διαχειριστούν την απώλεια . Η ίδια δεν ένιωσε να ταυτίζεται με τους ήρωες , αλλά συγκινήθηκε πολύ με την περιγραφή αυτής της θλιβερής κατάστασης.

Ο Μανώλης καθώς διάβαζε το βιβλίο θεώρησε πως όλα πήγαιναν κατά διαβόλου μέχρι που εμφανίστηκε ο αντιπρόσωπος που τους πρότεινε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και θεώρησε πως αυτό ήταν μια λάμψη ελπίδας γι αυτούς. Η ανατροπή που ακολούθησε τον αιφνιδίασε. Εκείνο που τον συγκίνησε στο βιβλίο ήταν το νοιάξιμο του ενός κατοίκου για τον άλλον – ειδικά στην περίπτωση του θανάτου και της κηδείας: πόσο φρόντισαν το νεκρό και τον περιποιήθηκαν. Αυτό δεν υπάρχει στις μεγάλες πόλεις, μόνο στις μικρές κοινωνίες νοιάζεται ο ένας για τον άλλον. Οι λίγοι κάτοικοι του χωριού ένιωθε πως έχαναν τον εαυτό τους , καθώς συνεχώς λιγόστευαν.


Η Σμαράγδα στάθηκε περισσότερο στο πώς ο πατέρας φρόντιζε τον ανάπηρο γιο του, το Χριστόφορο, πως του αγόραζε βιβλία και τον περιποιούνταν. Το βρήκε ήρεμο και γαλήνιο και ότι ξυπνά τη νοσταλγία για το παρελθόν . Οι κάτοικοι του χωριού, παρά το ότι ήταν λίγοι σε αριθμό ήταν δεμένοι μεταξύ τους σαν αδέρφια και , αν και δέχονταν ισχυρή πίεση να φύγουν από το χωριό, δεν τα παρατούσαν . Αισιόδοξο το τέλος του βιβλίου με το όνειρο του Χριστόφορου να υλοποιείται και να μένει ανοιχτή η εξέλιξη .

Στη Βαλεντίνα άρεσε πολύ το βιβλίο και το διάβασε πολύ γρήγορα. Ο πατέρας που είχε το ρόλο της μητέρας  και παρά το ότι δεν είχε πολλά χρήματα αγόρασε τα βιβλία για το γιο του ήταν ένας ήρωας πολύ ιδιαίτερος. Ξεχώρισε στο βιβλίο  τη σχέση με τους συγχωριανούς , τη συζήτηση στην εκκλησία στην οποία αποφάσισαν αν μη φύγουν , την πίεση που δέχονταν να φύγουν από τον τόπο κατοικίας τους και τη σταδιακή αποκοπή τους από την πόλη με το σταμάτημα του λεωφορείου, το ότι ο θάνατος θεωρείται ένα φυσιολογικό γεγονός στην εξέλιξη της ζωής και τον περίμεναν όλοι χωρίς φόβο. Το τέλος του βιβλίου όπου ο Χριστόφορος καβαλά το άλογο και η δήλωση της Σοφίας «Όσο κρατήσει..» αποτελούν τις φωτεινές στιγμές του βιβλίου.


Η Ροδία βρήκε βαρετό το βιβλίο, αν και διέκρινε την αξία του. Η στοργή που δείχνει ο πατέρας για το γιο του- τον πηγαίνει παντού χωρίς να διαμαρτύρεται, τον φροντίζει αδιάκοπα, του αγοράζει βιβλία- είναι αυτή που κάνει ιδιαίτερο το βιβλίο.

Στη Μειρά το βιβλίο άρεσε και δεν άρεσε καθώς δυσκολεύτηκε αρκετά να το διαβάσει (σ.σ είναι μόλις τέσσερα χρόνια στη χώρα). Την εντυπωσίασε ο πατέρας που είχε μπει στη θέση της μητέρας και προσπάθησε να βοηθήσει με κάθε τρόπο το παιδί του : φαγητό, ρούχα, βιβλία, βόλτες. Πολύ ρεαλιστική η παρουσίαση του χωριού όπως και η αντιμετώπιση του θανάτου. Τέλος μας είπε πως κατανοεί γιατί ο πατέρας δε θέλει να φύγει από το μέρος του , παρά το γεγονός πως ο πληθυσμός έχει μειωθεί και   δεν έχουν τρόπο να ζήσουν.

Στην Ερίσα το βιβλίο δεν άρεσε ιδιαίτερα. Ωστόσο τη συγκίνησε που ο πατέρας φρόντιζε το γιο του παρόλο που ήταν ανάπηρος και δεν τον εγκατέλειψε. Ο φόνος που λαμβάνει χώρα στην εξέλιξη δεν την παραξένεψε καθώς σε πολλά μικρά μέρη αποτελεί μέρος της κουλτούρας.

Και η Νιλ ήταν αναποφάσιστη για το αν της άρεσε το βιβλίο . Στη διάρκεια της ανάγνωσης ένιωσε θλίψη αλλά και αγωνία για την τύχη του γιου και του πατέρα καθώς κατανοεί πως ήταν πολύ δύσκολο να προσέχει ένα παιδί με αναπηρία.

Η Ιζαμπέλα δυσκολεύτηκε να το διαβάσει – της φάνηκε σα να διαβάζει αρχαία με τόνους και πνεύματα. Ωστόσο συγκινήθηκε από τη σχέση πατέρα – γιου.

Στη Χριστίνα το βιβλίο δεν άρεσε καθόλου. Ήταν το πιο  μακάβριο και σκοτεινό βιβλίο που έχει διαβάσει και πολύ καταθλιπτικό. Η μοναδική νότα αισιοδοξίας ήταν ότι ο Χριστόφορος καταφέρνει στο τέλος αν πραγματοποιήσει το όνειρό του που είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο που διάβασε. Η στάση του πατέρα τη συγκίνησε όπως και η απόφαση του Χριστόφορου αν μη φύγει από το χωριό.

Στην Ελένη το βιβλίο δεν άρεσε γιατί η όλη εξέλιξη ήταν απότομη και σύντομη.

Η Βάλια μας είπε ότι αγάπησε το βιβλίο αυτό, ακριβώς επειδή είναι σκοτεινό. Το δέσιμο πατέρα-γιου , το ότι ο Χριστόφορος δε ζητούσε ποτέ τίποτε και ο πατέρας ήταν σταθερά στοργικός με το παιδί του, οι βόλτες στα εκκλησάκια, η βοήθεια που προσέφερε ο Κολτσει στον πατέρα ήταν οι σκηνές που ξεχώρισε.  

Στην Ιφιγένεια δεν άρεσε το βιβλίο αν και βρήκε πολύ καλή τη στάση του πατέρα : το ότι είχε μαζί του το παιδί, του διάβαζε, το έκανε βόλτες.

Αποσπάσματα που ξεχωρίσαμε:

 

Σελ. 13: Τα χέρια τους είχαν μια αφύσικη ακινησία. Ήταν βουβά χέρια που είχαν χάσει τη γλώσσα των νοημάτων , όπως είχαν χαθεί από τη λαλιά τους οι πιο πολλές λέξεις, γιατί ήταν άχρηστες και σε αχρησία. Αυτός όμως διέφερε γιατί είχε τον Χριστόφορο να μιλά και γιατί του Φόρη του άρεσαν τα βιβλία . Έτσι στο σπιτικό τους οι λέξεις παρέμεναν ζωντανές.

Σελ. 27: Το κορμί του ήταν ζωντανό, μα ο ίδιος είχε προ πολλού πεθάνει, και το σπίτι του ήταν το μνήμα του.

Σελ. 60 : Ο Πατέρας γερνούσε, το αγόρι ήταν καταδικασμένο να μείνει για πάντα βρέφος που μπουσούλαγε και δυσκολευόταν να κάνει την ανάγκη του χωρίς βοήθεια, όμως η Μητέρα θα ήταν για πάντα η νέα γυναίκα στη φωτογραφία.

Σελ. 71: Οι άγιοι δεν ήταν μακρινές παρουσίες πλέον, τώρα που δεν υπήρχαν άνθρωποι. Ήταν τόσο κοντινοί όσο και τα φαντάσματα των χωριανών στους άδειους πάγκους της εκκλησίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: