Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Τσάι με τον Όσκαρ Ουάιλντ!


Βρισκόμουν ήσυχα στο καθιστικό μου, διαβάζοντας την εφημερίδα μου, όταν η υπηρέτρια με φώναξε, καθώς είχα επισκέψεις. Εγώ όμως δεν είχα καλέσει κανέναν. Σηκώθηκα λοιπόν να πάω στην πόρτα κατσουφιασμένος.

            Φτάνοντας εκεί όμως είδα έναν νεαρό άνδρα με παράξενα ρούχα, των οποίων παρόμοια δεν έχω ξαναδεί ποτέ.  «Γεια σας.» Με καλησπέρισε. «Ο Κύριος Όσκαρ Γουάιλντ;». «Ο ίδιος.» του απάντησα. «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω κύριε Γουάιλντ. Με λένε Δράκο Αριστοτέλη και είμαι ένας νέος δημοσιογράφος για μία ξένη εφημερίδα, θα μπορούσα να έχω λίγο από το χρόνο σας;» Τον κοίταξα έκπληκτος. Επιτέλους! Το ταλέντο μου έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται, και όχι μόνο στην Βρετανία αλλά σε όλη την Ευρώπη! «Περάστε, περάστε κύριε Δράκε.» Του είπα, οδηγώντας τον στο καθιστικό μου.
            «Μήπως θα θέλατε κάτι να πιείτε; Λίγο τσάι;» Ρώτησα τον επισκέπτη μου, ο οποίος, μετά από λίγη σκέψη μου απάντησε. «Ένα φλιτζάνι Earl Gray θα το έπινα.» Η υπηρέτρια ξεκίνησε αμέσως για την κουζίνα και εγώ έμεινα να μελετάω τον επισκέπτη μου. Η προφορά του θύμιζε άνθρωπο από τις κάτω χώρες. Μόνο και μόνο τα ρούχα του ήταν ξεχωριστά: Το πουλόβερ που φορούσε φαινόταν τόσο λεπτομερώς φτιαγμένο που θα ήταν αδύνατον να το φτιάξει άνθρωπος, το ίδιο και το παντελόνι του, το οποίο είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα και αποτελούνταν από ένα υλικό που δεν είχα ξαναδεί. «Λέγεται τζίν.» Έμεινα να τον κοιτάζω αμήχανα. «Το υλικό. Λέγεται τζίν.» Σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου, μού απάντησε. «Ενδιαφέρον. Είναι κάποιο είδος προηγμένης βιομηχανίας που έχετε στις Κάτω Χώρες;» Απόρησα. «Μμμ… Θα μπορούσατε να το πείτε και έτσι.» Ενδιαφέρον. Απ’ ότι φαίνεται ο επισκέπτης μου δεν μού λέει όλη την αλήθεια, αλλά πριν μπορέσω να τον ρωτήσω, η υπηρέτρια επέστρεψε με το τσάι.

            «Λοιπόν Κύριε Γουάιλντ, ας ξεκινήσουμε.» λέει και βγάζει από την τσέπη του ένα βιβλιαράκι και κάτι που θυμίζει πένα.  Ανοίγει το βιβλιαράκι και δοκιμάζει την ‘πένα’ του. Και λειτουργεί! Γράφει κανονικά και με ακρίβεια, χωρίς να χάνεται μελάνη. Τελικά οι Ολλανδοί είναι σπουδαίοι άνθρωποι, άλλη μια σπουδαία εφεύρεση. «Μα πώς λειτουργεί; Αφού δεν την βουτήξατε σε μελάνη.» ρωτάω. Με κοιτάει γεμάτος απορία. «Το στυλό εννοείτε; Είναι πολύ απλό: το μελάνι βρίσκεται μέσα, να εδώ…» μου δείχνει κρατώντας το στυλό πλαγιαστά. «… και έτσι δεν χρειάζεται να το βουτάω σε μελάνι. Πραγματικά όμως, δεν είναι και τίποτα το ιδιαίτερο.» έμεινα άφωνος. Νόμιζα ότι οι Βρετανοί ήμασταν εξελιγμένοι, αλλά τελικά, μπροστά στους Ολλανδούς όλοι φαντάζουν απολίτιστοι. Μα καλά, τι άλλες εφευρέσεις έχουν πια αυτοί οι άνθρωποι;
            «Που είχαμε μείνει;» Ο επισκέπτης σκέφτεται «Αααα, ναι. Λοιπόν κύριε Γουάιλντ, από όσα ήδη γνωρίζω γεννηθήκατε τον Οκτώβριο του 1854, σωστά;» «Μάλιστα.» «Ωραία. Οι γονείς σας ήταν σπουδαίοι, μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την λογοτεχνία. Εσείς πώς αποκτήσατε τέτοια αγάπη γι’ αυτή;» «Καλή ερώτηση. Είχα πάντα κάποιο κρυμμένο πάθος για την λογοτεχνία από τότε που ήμουν μικρός, το οποίο όμως ανακάλυψα πολύ αργότερα στη ζωή μου, όταν σπούδαζα στο πανεπιστήμιο του Τρίνιτυ στο Δουβλίνο. Εκεί, ένας καθηγητής μου, ο Μαχάφυ μου πρόσφερε τα κατάλληλα ερεθίσματα και ξεκίνησα να ανακαλύπτω τον όμορφο κόσμο της λογοτεχνίας. Ξεκίνησα, όχι μόνο να διαβάζω, αλλά και να γράφω, πράγμα το οποίο συνεχίστηκε καθ’ όλες τις σπουδές μου, ιδιαίτερα όταν πήγα στο πανεπιστήμιο του ΜαγκΝτάλεν, στην Οξφόρδη. Εκεί βρήκα άπειρο υλικό, αρκετό για να ικανοποιήσει την δίψα μου.»  

            Ο επισκέπτης συνέχιζε να ακούει με προσοχή, σημειώνοντας στο βιβλιαράκι του. «Αυτή τη στιγμή είστε παντρεμένος με την κυρία Κωνσταντίνα Γουάιλντ. Για πείτε μου, πώς γνωριστήκατε, πώς προέκυψε αυτός ο έρωτας;» «Γνωριστήκαμε το 1881, στην Αμερική. Αφού είχα τελειώσει τις σπουδές μου, αποφάσισα να ταξιδέψω, να ζήσω μία περιπέτεια. Πήγα λοιπόν στην Αμερική και ζούσα τη ζωή μου: Έβρισκα έργα σπουδαίων συγγραφέων, πήγαινα σε επίσημες εκδηλώσεις και τα λοιπά. Σε μία τέτοια εκδήλωση γνώρισα και την Κωνσταντίνα. Και οι δύο ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλον και περάσαμε τους επόμενους μήνες πραγματικά αχώριστοι. Έπρεπε όμως και εγώ να γυρίσω στην Αγγλία. Αφού γύρισα, έγινα προφέσορας στο πανεπιστήμιο απ’ όπου είχα αποφοιτήσει. Τρία ολόκληρα χρόνια μετά, το 1884, η Κωνσταντίνα ήρθε να παρακολουθήσει μία διάλεξή μου και εγώ, μες στον έρωτα, διέκοψα την διάλεξη, την πλησίασα και τις έκανα πρόταση γάμου, μπροστά σε όλους τους φοιτητές. Και όπως βλέπετε, δέχτηκε.»
            «Πολύ ωραία ιστορία κύριε Γουάιλντ. Περνώντας λοιπόν στο επόμενό μας θέμα, πολλοί πιστεύουν ότι το καλύτερό σας έργο είναι, αναμφίβολα, το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη.  Πραγματικά, τι σας ενέπνευσε να γράψετε ένα τόσο σπουδαίο έργο;»  Το φλιτζάνι μου, μού πέφτει από τα χέρια, και σιγά σιγά, σαν να έχει ο χρόνος σταματήσει, χτυπάει στο πάτωμα και γίνεται χίλια κομμάτια. «Μα πώς; Πώς γνωρίζετε για το πορτραίτο, αφού υποτίθεται ότι θα το δημοσιεύσω σε ένα μήνα από τώρα, σε ένα τοπικό περιοδικό; Τι δεν μου λέτε κύριε Δράκε;» «Πω πω, σε λάθος χρονικό πλαίσιο με έφερε η μηχανή…;» Ο ‘επισκέπτης’ μου μουρμουρούσε.

            «Μα τι είναι αυτά που λέτε κύριε, εξηγήστε μου επιτέλους!» «Μμμ… πού να σας τα λέω, έχω κάθε καλή όρεξη αλλά βιάζομαι!» Ο επισκέπτης κοιτάει το ρολόι του, για να δώσει έμφαση στα λόγια του. «Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας…» σηκώνεται όρθιος. «… αλλά πρέπει να φύγω.» και κατευθύνεται προς την πόρτα. Εγώ κάθομαι να τον κοιτάω σαν χαζός. Ακριβώς πριν βγει από την πόρτα του φωνάζω. «Περιμένετε!» Αυτός, γυρίζει και με κοιτάζει. «Αααα, ναι, και πριν το ξεχάσω : Μην παραγνωριστείτε πολύ με τον φίλο σας τον Ρόμπερτ Ρος, γιατί θα πάτε φυλακή για παράνομη σχέση με άνδρα. Αντίο.» Τα τελευταία του λόγια με άφησαν με ανοιχτό το στόμα. Και έτσι, ο επισκέπτης μου εξαφανίστηκε όπως εμφανίστηκε, ξαφνικά και χωρίς κανένα ίχνος…
Αριστοτέλης Δράκος, Γ1

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Οι μπαλαρίνες του Ντεγκά


Μετά  από δυο ώρες  χορό, επιτέλους η κυρία μας άφησε να ξεκουραστούμε. Καθώς πήγαινα κάτω στο ισόγειο, είδα πάλι αυτόν τον υπέροχο πίνακα με μπαλαρίνες που εδώ και καιρό τον είχα προσέξει και μου άρεσε πάρα πολύ. Είχα περιέργεια να μάθω ποιός καλλιτέχνης είχε φτιάξει αυτό το αριστούργημα! Προσπάθησα λοιπόν με την φίλη μου , Χρυσούλα  να κατεβάσουμε τον πίνακα και να δούμε το όνομα που έγραφε από πίσω. Τον κατεβάσαμε αλλά ήταν ΓΕΜΑΤΟΣ σκόνη και προσπάθησα όσο μπορούσα να τον ξεσκονίσω !Τότε βρήκα επιτέλους πως τον λένε, Ντέγκα , Ντεγκά κάπως έτσι! Όταν λοιπόν διάβασα το όνομά του,  για λίγα δευτερόλεπτα έβλεπα μόνο ένα άσπρο τοπίο γύρω μου.  Ακόμα προσπαθώ να θυμηθώ πώς έγινε αλλά για κάποιον πολύ περίεργο λόγο δεν θυμάμαι τίποτα!

Αμέσως μετά βρέθηκα σε μια μεγάλη πόλη. Έκανα λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσω που βρίσκομαι , αλλά τελικά κατάλαβα ότι είμαι στην Γαλλία. Δεν ήταν και δύσκολο να το καταλάβω, αφού η γλώσσα και η προφορά τους είναι χαρακτηριστική! Ήμουν πολύ χαρούμενη, αφού πρώτη φορά βρισκόμουν στο εξωτερικό! Ευτυχώς που η Χρυσούλα μου είχε μάθει αρκετές εκφράσεις στα Γαλλικά και μπορούσα να συνεννοηθώ. Περπατώντας μόνη μου σε μια πλατεία όλα μου φάνηκαν τόσο παλιά και γι’ αυτό ρώτησα έναν περαστικό την ημερομηνία. Μόλις μου είπε ότι είμαστε στο 1909 ξαφνιάστηκα πάρα πολύ! Καθώς σκεφτόμουν τι γίνεται, ξαφνικά είδα τον ίδιο πίνακα με αυτόν στο μπαλέτο! Δεν το πίστευα! Μα τέτοια σύμπτωση?! Εκτός από αυτόν βλέπω και άλλους πολλούς πίνακες με σχολές χορού, με μπαλαρίνες. Ήταν υπέροχοι! Υπήρχε ακόμα και ένα αρκετά ρεαλιστικό γλυπτό από μια γνωστή μπαλαρίνα! Πήγα κοντά σε αυτόν που πουλούσε τους πίνακες .
Ήταν περίεργος , είχε μακρύ πρόσωπο και φορούσε κάτι μαύρα γυαλιά . Φτωχός φαινόταν,  αλλά οι πίνακες πανάκριβοι! 

Πήρα λοιπόν το θάρρος να του μιλήσω  μιας και μου φάνηκε συμπαθητικός.
Άρχισα λοιπόν την συζήτηση.

- Γεια σας!, είπα

- Γεια σου.

- Να κάνω μια ερώτηση?

-  Βεβαίως!

- Ο ζωγράφος του συγκεκριμένου πίνακα λέγεται Ντέγκα ή Ντεγκά?

- Ντεγκά ,μου απάντησε , Εντγκάρ Ντεγκά!
- Γνωρίζεστε ?

- Εγώ είμαι ο Εντγκάρ!

-  Ο ζωγράφος?

-  Και όχι  μόνο!

-  Χαίρομαι που σας γνωρίζω! είπα.

-  

-  Γιατί φοράτε γυαλιά, αφού δεν έχει ήλιο?

-  Έχω σοβαρό πρόβλημα όρασης.

- Λυπάμαι.

- Μην λυπάσαι παιδί μου! Αυτό είναι το λιγότερο που μου έχει συμβεί!

- Σας συνέβησαν δηλ. πιο σοβαρά πράγματα?

- Αφού το θέλεις, θα σου πω!

- Ωραία, πρώτα μιλήστε μου για την ζωή σας! Πότε γεννηθήκατε , που,  τι κάνατε στην ζωή σας?

- Γεννήθηκα στο Παρίσι στις 19 Ιουλίου του 1834. Τον πατέρα μου τον λένε Ογκύστ και την μητέρα μου Σελεστίν. (κατέβασε το κεφάλι του και ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλο του)

- Τι έγινε ; Τι πάθατε;

- Αυτό ήταν το  χειρότερο που σου είπα πριν παιδί μου. Έχασα την μητέρα μου, όταν ήμουν μόλις δεκατριών. Ήταν απλά μια τραγωδία που έγινε σε μια πολύ δύσκολη ηλικία. Δεν το έχω ξεπεράσει ακόμα.

- Λυπάμαι πολύ. Σας καταλαβαίνω……
Συνεχίστε λοιπόν!

- Πήγα να σπουδάσω νομική. Λίγα χρόνια! Έπειτα μπήκα σε Σχολή Καλών Τεχνών! Δέχτηκα μαθήματα ζωγραφικής από έναν πολύ αξιόλογο άνθρωπο από τον Λουί Λαμότ.

- Κανένα ταξίδι έχετε κάνει?

- Ουυυ,  τι μου θύμισες τώρα?! Έχω ταξιδέψει αρκετά!

- Ωραία! Θυμάστε που?

- Έχω επισκεφτεί τη Φλωρεντία, τη Νάπολι , τη Ρώμη, την Ιταλία και πολλές περιοχές ακόμα!

- Πολλά ταξίδια!

-  Αρκετά .

- Πείτε μου τώρα για την τέχνη! Για τα έργα σας!

- Μου άρεσε πολύ να ζωγραφίζω μπαλαρίνες  , γυναικεία σώματα και άλογα!

- Σας άρεσε; Τώρα δεν ζωγραφίζετε πια;

- Δυστυχώς, όχι.

-Γιατί;

- Όπως σου είπα και νωρίτερα,  εδώ και ένα περίπου χρόνο έχω σοβαρό πρόβλημα όρασης . Αυτό με υποχρέωσε να σταματήσω οριστικά να ασχολούμαι με την τέχνη.

- Κρίμα!
 Δηλαδή όλα αυτά τα έργα είναι δικά σας;

- Ναι .   

- Πολύ ωραία! Ειδικά αυτό με τις μπαλαρίνες  με τα  άσπρα φορέματα μέσα στην τάξη χορού  είναι το αγαπημένο μου!
 Και το μοναδικό γλυπτό εδώ εσείς το φτιάξατε;

- Ναι. Ήταν το πρώτο μου γλυπτό περίπου το 1881 .Είναι μια χορεύτρια δεκατεσσάρων χρόνων .

- Ακόμα μια ερώτηση! Γιατί είστε εδώ στον δρόμο , αφού είστε τόσο επιτυχημένος ζωγράφος;

- Λόγω της οριστικής μου απομάκρυνσης  από την τέχνη , μου έκαναν έξωση από το σπίτι μου, και τώρα περιπλανιέμαι από πλατεία σε πλατεία!

- Πέρασε αρκετή ώρα! Πρέπει να φύγω. Χαίρομαι πάρα πολύ που σας γνώρισα. Να είστε πάντα καλά! Μπορεί να τα ξαναπούμε!

- Να ‘σαι καλά κορίτσι μου! Ευχαριστώ για την παρέα. Αν και λίγο δύσκολο να με ξαναβρείς. Δεν θα είμαι πάντα στο ίδιο σημείο. Αφού σου άρεσε τόσο πολύ ο πίνακας με τις μπαλαρίνες ντυμένες με άσπρα φορέματα , στον χαρίζω! Για όλο τον χρόνο που αφιέρωσες για να με ακούσεις!

Πριν προλάβω να τον ευχαριστήσω για το υπέροχο δώρο που μου έκανε , εμφανίστηκε πάλι αυτό το περίεργο άσπρο τοπίο και μέσα σε λίγα πάλι δευτερόλεπτα γύρισα πίσω στο μπαλέτο , με τον πίνακα στο χέρι!
Ήμουν πολύ χαρούμενη, γιατί με αυτό το μυστήριο ταξίδι, εκτός από έναν υπέροχο πίνακα,  “κέρδισα” και μια υπέροχη γνωριμία!


Σαββίνα Κοκκίνη, Γ2










Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Κι όμως δεν είναι νωρίς στον κόσμο αυτόν(απάντηση στο 6ο Λύκειο Καλλιθέας!)


Πριν από μερικούς μήνες είχαμε στο σχολείο μας την πρώτη επίσκεψη των “Φίλων του ποδηλάτου”. Ήρθαν συνολικά 3 φορές και μέσα σε αυτές τις 3 ώρες που διέθεσαν μας έμαθαν πολλά : για το πώς μπορούμε να μετακινούμαστε με πιο πολύ ασφάλεια με τα ποδήλατα, για το πώς είναι η κατάλληλη απόσταση σέλας-τιμονιού, για το ύψος της σέλας μας, το πώς μετακινούμαστε με βροχή ή πολύ ήλιο και για πολλά άλλα. Στην τελευταία τους επίσκεψη μας υποσχέθηκαν ότι θα βγαίναμε για μια βόλτα μέχρι το Ψαλίδι και πίσω – μια υπόσχεση την οποία κράτησαν!

Αποφασίστηκε ότι θα πάμε τη βόλτα χωρισμένοι σε ομάδες 3-4 τμημάτων μέσα στην εβδομάδα. Στην αρχή, τα τμήματα που ετοιμάζονταν για την μικρή τους βόλτα μαζεύονταν στην μπροστινή αυλή του σχολείου μας και άκουγαν τις οδηγίες από τους υπεύθυνους. Η δική μας ομάδα, αφού έλεγξε τα ποδήλατα, ξεκίνησε για την διαδρομή. Στον δρόμο οι οδηγοί μας ήταν προσεκτικοί και μας βοηθούσαν πολύ. Όταν φτάσαμε στον υδροβιότοπο, στην περιοχή Ψαλίδι,  καθίσαμε να ξεκουραστούμε λίγο. Και πάλι όμως τα παιδιά πήραν τα ποδήλατά τους και έκαναν κύκλους στην περιοχή. Μετά από περίπου μισή ώρα ξεκινήσαμε για το γυρισμό.

           Όταν φτάσαμε στο σχολείο είχα καταλάβει ότι είχα κερδίσει μια καινούρια εμπειρία. Η μέρα μου εξελίχθηκε όσο πιο όμορφα γινόταν σε αυτήν την βόλτα! Και οι οδηγοί αλλά και οι καθηγητές που μας συνόδευαν ήταν πολύ βοηθητικοί. Πιστεύω ότι αυτή τη μέρα, τα παιδιά που ήρθαν μαζί μας, δεν πρόκειται να την ξεχάσουν. Ευχαριστούμε πάρα πολύ τους “Φίλους του ποδηλάτου”  κ. Βασίλη, κ. Ταμάρα, και κ. Θανάση γι αυτή την ευκαιρία που μας έδωσαν.

Σοφία Πανέρα
(Σας υποσχόμαστε περισσότερες φωτό σε επόμενη ανάρτηση!)

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη από τον Άγιο Βασίλη...εεεε τον Αλεξάντερ Μπελ εννοώ!


Ξυπνάω Δευτέρα πρωί, χαλαρά στις 6.30 (ψέματα, γκουχ γκουχ..). Βλέπω το σημερινό πρόγραμμά μου και τι  ανακαλύπτω; 3η ώρα Ιστορία.. Ωχ,  λέω, πάλι ξέχασα την εργασία… Ψάχνω γρήγορα την φωτοτυπία και διαλέγω έναν τύπο που μου φάνηκε αλάνι μόνο και μόνο από το κυριλάτο όνομά του. ‘’ Αλεξάντερ Μπέλ’’ - ενδιαφέρον τύπος ακούγεται. Ντύνομαι, πλένω το πρόσωπο μου και είμαι έτοιμος. Ρυθμίζω ημερομηνία στο μαγικό ρολόι του προ προ προ παππού μου(όχι δεν είμαι ο Μπεν10!) και φύγαμε για Σκωτία.
    Νιώθω ένα ξαφνικό τράνταγμα, ανοίγω τα μάτια μου και ήμουν στο Εδιμβούργο, Σκωτία. Ψάχνω λοιπόν κι εγώ τον μουσάτο φίλο μας, αλλά με ενημέρωσαν ότι είναι Αμερική… Τι να κάνω και εγώ λοιπόν, χτυπάω παλαμάκια για να έρθει το ιδιωτικό μου
jet (αλήθεια λέω γκουχ γκουχχ.. με συγχωρείτε είμαι και λίγο κρυωμένος..) και φεύγω για Αμερική… Μαθαίνω γρήγορα την διεύθυνση του, και πηγαίνω. Περιττό να σας πω ότι δεν περνούσα απαρατήρητος, με φούτερ adidas και φαρδιά φόρμα μαζί με μποτάκια. Φτάνω λοιπόν έξω από το ωραίο σπιτάκι του, και χτυπάω την πόρτα.
  

Μου ανοίγει ο ίδιος και μόνο που είδε το μαλλί μου κόντεψε να πάθει καρδιακό ο άνθρωπος (σημείωση φιλολόγου: το μαλλί του Ζαχαρία είναι ίδιο με του Λάζαρου στο Είσαι το ταίρι μου!). Στην συνέχεια του λέω ‘’Ντου γιου σπικ ινγκλις?’’ και δεν ξέρω τι κατάλαβε πάντως έβγαλε ένα τουφέκι και ήταν έτοιμος να με πυροβολήσει. Ενεργοποιώ μεταφραστή γλώσσας και προφοράς(ο άσσος στο μανίκι μου ήταν) και του λέω:
- Γεια σας κύριε Μπέλ. Μήπως θα μπορούσα να περάσω για να σας κάνω μερικές ερωτήσεις?
-Φυσικά παιδί μου πέρνα μέσα.
Κάθομαι σε μια πολυθρόνα, και ο Μπελ απέναντι μου.
- Που γεννηθήκατε και πότε?
-Χμμ.. Γεννήθηκα στο Εδιμβούργο της Σκωτίας , στις 3 Μαρτίου 1847.
-Ωραίος! Και εγώ το 1998…
-Ορίστε?
-Λέω και εγώ το 1860 (ότι μου ήρθε είπα).Για την οικογένεια σας τι έχετε να μου πείτε?
-Εμ. Γεννήθηκα με δύο αδέρφια που δυστυχώς τα έχασα πριν λίγα χρόνια από φυματίωση. Ο πατέρας μου ήταν πολύ καλός άνθρωπος και μορφωμένος.
-Ωχ.. Τα συλλυπητήρια μου… Ας αλλάξουμε θέμα λοιπόν.. Είστε φυσικός έτσι; Και  πολύ καλός από ό, τι έχω ακούσει.. Πείτε μας μερικά πράγματα.
-Μάλιστα. Σας λέω με περηφάνια ότι είμαι έτοιμος να  εφεύρω και το τηλέφωνο! Ξέρετε ήθελε πολλά χρόνια σπουδών όλη αυτή η μόρφωση μου στον Καναδά. Τέλειωσα το βασιλικό γυμνάσιο  στο Εδιμβούργο και πανεπιστημιακό κολέγιο στο Λονδίνο.
-Μάλιστα… (Την ψώνισε τώρα ο γέρος λέω από μέσα μου…) Αν δεν κάνω λάθος θα εφεύρετε και τον τηλέγραφο έτσι;
-Που το ξέρεις; Κατάσκοπος είσαι; Χμμ..Φυσικά,  ξέχασα να το αναφέρω. Λίγο πιο νωρίς από το τηλέφωνο.
-Μάλιστα.. Είστε παντρεμένος;
-Ναι. Εδώ και 25 χρόνια(1877-1902 τώρα).  Η γυναίκα μου μάλιστα, Μέιμπελ Χιούμπαρντ, είναι κωφάλαλη. Βοηθάω όσο μπορώ τους κωφάλαλους μάλιστα εδώ και αρκετό καιρό.
-Μάλιστα.. Ευχαριστώ πολύ κύριε Μπελ.
-Δεν κάνει τίποτα. Εγώ ευχαριστώ.
        Βγαίνω έξω λοιπόν, ρυθμίζω το ρολόι μου και γυρνάω σπιτάκι μου. Ωραία η συνομιλία με τον μουσάτο κύριο… Αν και θα έπρεπε να του δανείσω κάνα ξυραφάκι, ή μάλλον μηχανή του γκαζόν με τέτοιο μούσι(νόμιζα πως θα έπαιρνα συνέντευξη από τον Άγιο Βασίλη).Έφυγα για το σχολείο, πήγε 8 ακριβώς!



Ζαχαρίας Καραναστάσης,  Γ2

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

«Ξέρω από πού ήρθες! » , Κάρολος Ντίκενς


Είναι  2018 και βρίσκομαι στο Λονδίνο. Νιώθω χάλια. Αυτά τα στιγμιαία ταξίδια με κάνουν άρρωστη. Και που βρήκαν να με πάνε πάλι; Ακριβώς μπροστά από το big ben,  έτσι για να με αγχώσουν ακόμα περισσότερο κάνοντας με να θυμηθώ πως κάθε δευτερόλεπτο είναι σημαντικό. Άρχισα να τρέχω κρατώντας ένα μίνι χάρτη του Λονδίνου. Πάω από δω κι από κει προσπαθώντας να βρω το κτίριο που είναι κυκλωμένο με κόκκινο στυλό πάνω στον χάρτη. Και το βλέπω. Ένα έχω μόνο να σας πω. Καμία σχέση με αυτό που περίμενα. Ειλικρινά τώρα! Μια χρονομηχανή μέσα στο υπόγειο ενός κρεοπωλείου;! Χτύπησα την πόρτα έξι φόρες όπως μου είχαν πει και αμέσως ήρθε να μου ανοίξει κάποιος.
-Άντε επιτέλους!!! Έχεις αργήσει!
        Η παχουλή γυναίκα με έσπρωχνε προς το υπόγειο. Κατεβήκαμε σκάλες. Πολλές σκάλες, μέχρι που φτάσαμε σε ένα κάτασπρο δωμάτιο χωρίς πόρτα - είχε μόνο μία καρέκλα και ένα τεράστιο ρολόι. Ένας επιβλητικός μαυροφορεμένος άντρας μας περίμενε. Χωρίς να πει τίποτα μου έγνεψε και μου έδειξε μια καρέκλα. Αμίλητη κάθομαι και περιμένω. Ο Άντρας μου δίνει ένα χαρτί που εξηγεί τι πρέπει να προσέχω και ύστερα μου δείχνει το ρολόι. Ξέρω αμέσως τι πρέπει να κάνω:  γυρνάω τους δείκτες δυο φορές στην ώρα που θέλω ακουμπώ το ένα μου χέρι πάνω στο ρολόι και λέω «Λονδίνο, 3 Απριλίου 1843, οικία Ντίκενς»

       Τα πόδια μου τρέμουν. Έφτασα. Κατάφερα να ταξιδέψω στο χρόνο. Βρίσκομαι στο Λονδίνο έξω από το σπίτι του  Κάρολου Ντίκενς, με την μοναδική ευκαιρία να του πάρω συνέντευξη. Χτυπάω την πόρτα του σπιτιού του αποφασισμένη.
-Περιμένετε έρχομαι αμέσως!
Αυτή η φωνή είναι πιθανότατα του κ. Ντίκενς . Προσπαθώ να ξαναθυμηθώ τις αμέτρητες ερωτήσεις που θέλω να του κάνω.
-Γεια σας δεσποινίς, τι θα θέλατε;
-Είστε ο κύριος Ντίκενς;  Ρώτησα, αν και ξέρω την απάντηση. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι αυτός ο άνθρωπος με το χαρακτηριστικό μουσάκι.
-Ναι, εγώ είμαι.
-Θα ήθελα να μου δώσετε μια συνέντευξη. Είμαι δημοσιογράφος και έχω έρθει από μακριά. Θα μπορούσατε να μου αφιερώσετε κάποια λεπτά;
-Βεβαίως, θα ήταν τιμή μου, περάστε.
Μπήκα και μου κόπηκε η ανάσα. Το σπίτι ήταν πανέμορφο. Ο κύριος Ντίκενς με μια κίνηση του χεριού του μου έδειξε που να κάτσω.
-Μπορούμε να αρχίσουμε;
-Μάλιστα, αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι, δεσποινίς. Από πού έρχεστε;
Πανικοβλήθηκα. Μου είχαν απαγορεύσει να αποκαλύψω ότι έρχομαι από το μέλλον.
-Συγνώμη δεν μπορώ να σας πω…
Τον είδα να ενοχλείτε από αυτή την απάντηση. Η περιέργεια στα μάτια του δεν έσβησε.
-Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να σας ρωτήσω πως αποφασίσατε να γίνεται συγγραφέας.
-Πάντα ενδιαφερόμουν για τα βιβλία. Είχα και έχω ακόμα τόσα πολλά να πω! Μου είναι πιο εύκολο να εκφράσω τα συναισθήματα μου γράφοντας. Επίσης κανένα άλλο επάγγελμα δεν μου ταιριάζει (γέλιο). Αναγκάστηκα να κάνω δουλειές που δεν μου άρεσαν από μικρή ηλικία, για να συντηρήσω την οικογένεια μου. Τώρα όμως που έχω περισσότερο χρόνο και την οικονομική άνεση μπορώ να αφιερωθώ τελείως στο γράψιμο.
-Μάλιστα. Γιατί αποφασίσατε να εκδίδετε τα μυθιστορήματα σας σε συνέχειες;
-Πιστεύω ότι έτσι οι αναγνώστες θα έχουν περισσότερη αγωνία . Είναι πιο δραματικό! (γέλιο).
-Πώς θα χαρακτηρίζατε το περιεχόμενο των βιβλίων σας;
-Αγαπάω αυτό που κάνω και θέλω να πιστεύω πως το περιεχόμενο των βιβλίων μου είναι αληθοφανές.
-Έμαθα ότι μόλις πέρσι ταξιδέψατε στην Αμερική. Πως σας φάνηκε?
Μόλις ανέφερα την Αμερική φάνηκε να χαλάει η διάθεση του. Ήταν γνωστό πως το ταξίδι μόνο καλά δεν πήγε. ‘Ήθελα όμως να ακούσω από πρώτο χέρι τις απόψεις του.
-Με υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό αλλά εγώ και οι αμερικανοί διαφωνούμε σε πολλά θέματα. Ο λαός είναι ακαλλιέργητος και θορυβώδης. Αποφάσισα να εκφράσω την γνώμη μου ειλικρινέστατα μέσα από τα « Αμερικάνικα σημειώματα».
-Πώς νιώθετε για το βιβλίο σας «Δαβίδ Κόπερφιλντ» που εκδόθηκε φέτος και έχει κιόλας τόση επιτυχία ;
-Μπορώ να πω πως είναι το αγαπημένο μου. Ήταν όμως και αυτό που δυσκολεύτηκα να γράψω το περισσότερο. Μου ήταν δύσκολο να γράψω για τα παιδικά μου χρόνια.
Είδα να σκοτεινιάζει το βλέμμα του για μερικά δευτερόλεπτα. Τον κοίταξα καλά. Ηθελα να τον ρωτήσω τόσα πολλά, να τον προειδοποιήσω για το μέλλον του, να του πω πόσο διάσημος θα γίνει, αλλά δεν μπορούσα. Αν δεν πρόσεχα,  η παραμικρή λέξη θα μπορούσε να αλλάξει το μέλλον. ‘Ήταν ώρα να φύγω. Τον κοίταξα μια τελευταία φόρα.
-Κύριε Ντίκενς σας ευχαριστώ πολύ και τώρα πρέπει να φύγω. Γεια σας.
         Με κοίταξε και μου έγνεψε. ‘Ήξερα ότι το δευτερόλεπτο που θα έβγαινα από το σπίτι του θα ταξίδευα και πάλι στο χρόνο για να βρεθώ στο σημερινό Λονδίνο. Πριν προλάβω να κάνω το βήμα τον άκουσα να μου λέει «ξέρω από πού ήρθες» και είμαι σίγουρη πως πρόλαβα να δω ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του πριν σκουρύνουν όλα.

 

Δανάη Αμαλβύ Τσιάμη, Γ1



Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

"Ψάξε και βρες αυτό που σ' εκφράζει!", Βίκτωρ Ουγκό


       Αραχτή αραχτή στην κρεβατάρα μου καθώς καθόμουν, λιώνοντας στο facebook και βλέποντας American pie Κυριακή απόγευμα τι θυμήθηκα?! Αύριο είναι Δευτέρα που να πάρει! Και έχω ιστορία που να ξανά πάρει!! Και μιας που έγραψα 15 (πληροφορία την οποία δεν χρειάζεται να την μάθει η μάνα μου…) έπρεπε να γράψω μια βαρετή ιστορία για έναν παμπάλαιο παππού που μέχρι και σήμερα τον ξέρουν όλοι γιατί κάτι έκανε εκεί πέρα ο θείος και είναι “famous” τώρα και αναγκάζομαι εγώ να γράψω για αυτόν και τέλος πάντων από ‘κείνον εξαρτάται ο βαθμός μου!

       Αγχωμένη εγώ πέρα δώθε, πέρα δώθε, να δω τι θα κάνω, που θα ψάξω να βρω πληροφορίες για κάποιον, που ούτε καν έχω αποφασίσει ποιόν! Ε, μιας που δεν με πολυνοιάζει επέλεξα το πρώτο όνομα στο φυλλάδιο μου, Βίκτωρ Ουγκώ”! Πςς λέω! Φραγκάτος ακούγεται. Ε, είδα στο “Wikipedia” ότι μένει Γαλλία, άνοιξα την ντουλάπα μου, έβαλα στις ρυθμίσεις Μπεζανσόν 1884 στην ανατολική Γαλλία και καλό μας ταξίδι.

             Μετά από κάνα μισάωρο φτάνω Παρίσι! Να πω ότι καμία σχέση με αυτά που βλέπουμε στις τηλεοράσεις, ούτε ένα μαγαζί με ρούχα για δείγμα! Τίποτα βρε παιδί μου, μούφα όλα! Όπως και να ‘χει το ξεπέρασα αυτό και πήγα στην γειτονία του Ουγκώ μπας και τον πετύχω. Και έτσι όπως περιπλανιόμουν, ξαφνικά βλέπω έναν στρουμπουλό παππούλη μπροστά μου να με κοιτάει πεινασμένος. Οπα! λέω,  θα με πέρασε για το δείπνο του!(λογικό λέω από την μια είμαι λαχταριστή πώς να το κάνουμε!) Τον κοιτάω και με κοιτάει. Κοιτιόμασταν! Θα του έλεγα την χαρακτηριστική φράση «Ουγκώ εσύ είσαι;!» Αλλά λέω άστο καλύτερα μην τυχόν και δεν είναι και έχει και τίποτα προσωπικό με τον Ουγκώ και τα πάρει και με κάνει μια μπουκιά!(εντωμεταξύ σκεφτόμουν που σκεφτόμουν συνέχεια το φαϊ με έπιασε μια πείνα άστα να πάνε!) Λέω να το παίξω υπεράνω και να κάνω εγώ το πρώτο βήμα να του μιλήσω να δω γιατί κοιτάει και ποίος είναι τέλος πάντων! Πάω κοντά και του συστήνομαι:
- Ονομάζομαι Κόρδα, Μπέτη Κόρδα!
-
Salut Μπέτη,  είμαι ο Βίκτωρ Ουγκώ μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι; Σε έβλεπα να με κοιτάς επίμονα. Απόρησα…
- Και εγώ το ίδιο, χα! Ναι σας έψαχνα βασικά ήθελα να σας κάνω κάνα 2 ερωτησούλες για την ζωή σας - εάν δεν σας πειράζει βέβαια…
-Μα τι να με πειράζει! Έλα, έλα παιδί μου πάμε στο παγκάκι πιο πέρα να κάτσουμε να σου πω ότι θέλεις να μάθεις!
Πωωωωωω λέω! σε παγκάκι θα την βγάλουμε;! Περίμενα πολυθρόνες, καναπέδες ΝΑ τόσους μεγάλους με κάνα μπισκοτάκι να τσιμπήσουμε που πεινάω τόση ώρα! Τέλος πάντων ας πάμε στο παγκάκι!
-Λοιπόν κύριε Ουγκώ, πείτε μου πότε γεννηθήκατε;
-Που λες παιδί μου γεννήθηκα το 1802 στις 26 Φεβρουαρίου, σε αυτήν την μικρή σχετικά πόλη εδώ στην Γαλλία.
-Μάλιστα… και ποιο είναι το επάγγελμα σας; Με τι ασχολείστε;
-Είμαι ποιητής, μυθιστοριογράφος και δραματουργός επίσης!
-Αα για πολύ χρήμα μιλάμε;!
-Δεν σε καταλαβαίνω;
-Τίποτα, συνεχίστε εσείς…
-Και να πω ότι από τα 14 μου να στην ηλικία σου ξεκίνησα να ασχολούμαι με την ποίηση και γενικότερα με την συγγραφή. Και μια συμβουλή από μένα σαν πιο έμπειρος: -  μιας που είσαι στην ίδια  ηλικία- ψάξου και ‘συ βρες αυτό που σε εκφράζει. Στην ηλικία σου που άρχισα τα πρώτα μου βήματα στην λογοτεχνία είχα μεταφράσει έργα από τα Λατινικά, ενώ είχα γράψει και δικά μου πρωτότυπα ποιητικά έργα!
-Αφήστε εμένα για σας μιλάμε τώρα! Η ποίηση και η λογοτεχνία έχουν πολλά γράμματα και με ζαλίζουν! Και -συνεχίζω- πείτε μου ένα από τα πιο γνωστά σας έργα… μιλήστε μου γιαυτό.
-Το πιο γνωστό μου έργο βέβαια είναι οι «Άθλιοι», ένα εξαιρετικό έργο που μιλάει για τις ζωές τον Γάλλων στην δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα. Κύριος και βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Γιάννης Αγιάννης, ένας πρώην κατάδικος, ο οποίος προσπαθεί να αντέξει στην κοινωνία, ενώ στο έργο εξετάζεται η φύση του κακού και του καλού και ο νόμος σε μια εκτεταμένη ιστορία! Ένα μυθιστόρημα που περνάει στην κοινωνία ένα πολύ σημαντικό μήνυμα με αρκετό νόημα. Το έργο συνδυάζει τον έρωτα, την καταδίωξη και την αθλιότητα των ανθρώπινων πλασμάτων με την εξιστόρηση κορυφαίων ιστορικών στιγμών.
-Ακούγεται αρκετά ενδιαφέρον! θα ψάξω γιαυτό στο
google, γιατί μου τραβάει αρκετά το ενδιαφέρον!
-
Pardon? Google? Τι πράμα και τούτο;
-Εμ, η θεία μου!
Google την φωνάζουμε! Παντογνώστρια βλέπεται και μεγάλη θαυμάστρια!
-Αα χαχα! Τι όνομα και αυτό!
-Και λοιπόν ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας έργο,  από όλα αυτά που έχετε γράψει?
-Το αγαπημένο μου ε…. Χμμ… Η Παναγία τον Παρισίων! Ναι, ναι, ένα μυθιστόρημα που πιο πολύ το χαρακτηρίζεις και ως ένα επικό δράμα με πρωταγωνιστές μια τσιγγάνα, την Εσμεράλδα, μια πανέμορφη χορεύτρια και τον Κουασιμόδο ένα τερατώδη κακάσχημο αλλά θαρραλέο άνθρωπο ο οποίος αγάπησε την Εσμεράλδα με πολύ πόθο. Αλλά μετά από διάφορα γεγονότα και εξαιτίας ενός θανάτου για τον οποίο δεν έφταιγε, αλλά της έριξαν το βάρος, και παρόλη την βοήθεια του Κουασιμόδο, την πιάνουν και την εκτελούν. Ο Κουασιμόδος πεθαίνει στο νεκροταφείο στο τέλος δίπλα το πτώμα της πανέμορφης Εσμεράλδας.

-Ανατρίχιασα! Πραγματικά πολύ λυπητερή ιστορία ανεκπλήρωτης αγάπης.
-Όντος αλλά αυτά έχει η ζωή! Έχεις κάποια άλλη ερώτηση μήπως;
-Ναι, άμα μπορείτε να μου μιλήσετε για την ζωή σας…
-Βεβαίως! Σχετικά με μένα λοιπόν! Είμαι άθεος, αν και η μητέρα μου ήταν ρωμαιοκαθολική. Οι γονείς μου χώρισαν το 1803 και αλλάζαμε συχνά κατοικίες, αλλά από τότε είμαι μόνιμα στο Παρίσι και είσαι πολύ τυχερή γιατί σήμερα ήρθα στην πόλη μου για μια βόλτα και με πέτυχες! Αυτά έχω να σου πω για μένα ! Είναι κυρίως τα πιο σημαντικά!
-Ωραία αυτά μου αρκούν και πραγματικά χαίρομαι που έμαθα για εσάς! Τελικά είστε από τους λίγους συγγραφείς που μου τραβάνε το ενδιαφέρον! Μου αρκούν… σας ευχαριστώ για τον χρόνο που μου αφιερώσατε!
-Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς χαρά μου! Στο καλό να πας θα τα ξανά πούμε ελπίζω!
-Σίγουρα! Γι αυτό να είστε σίγουρος…
Άντε τώρα πάλι η ίδια ταλαιπωρία μέχρι να γυρίσω σπίτι!
Καλούλης  μωρέ ο Ουγκώ τον ψιλό αδίκησα… εντάξει,  καλή ψυχή!
Πάντως το μόνο που ελπίζω είναι να μην αδικηθώ γι’ αυτον τον κόπο που έκανα για την εργασία μου και τις 2 μισή ώρες πείνας! Ο παραλίγο υποσιτισμός μου ελπίζω ναι παίξει ρόλο στον βαθμό – ε, και η φανταστική δουλειά που έκανα με αυτό το “ρεπορτάζ”!

 
Μπέτυ Κόρδα, Γ2

 

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

"Υπάρχει ένας δρόμος που μπορεί να τον βαδίσει μόνο ένας ", Φ.Νίτσε


Το πρωί που ξύπνησα να ετοιμαστώ για να πάω σχολείο , πλύθηκα , ντύθηκα , ήμουν σχεδόν έτοιμη . Φεύγοντας θυμήθηκα πως ξέχασα το βιβλίο της ιστορίας μέσα στο δωμάτιο μου .Πήγα λοιπόν να το πάρω και κάτι παράξενο συνέβη - το βιβλίο μου έβγαζε πολύ φως και, αφού το άνοιξα, έβγαλε ακόμα περισσότερο φώς και όλα τα πράγματα στο δωμάτιο μου άρχισαν να αλλάζουν. Όλα τα πράγματα μου είχαν εξαφανιστεί και τα έπιπλα μου είχαν αντικατασταθεί με παλιά και ξύλινα. Μάλιστα , ούτε τηλεόραση δεν είχε! Έτρεξα προς την πόρτα που είχε εκεί  και κατάλαβα πως ήμουν μόνη μου σε ένα μικρό καλυβάκι . Βγήκα έξω προσπαθώντας να αναζητήσω πληροφορίες για το που βρίσκομαι .

1872, Πρωσία (Γερμανία). Έμεινα άφωνη με αυτά που μου είπε ο παππούλης που βρήκα έξω από την καλύβα! (Βέβαια θα με πέρασε για τρελή αλλά τι να κάνω και 'γω!). Δεν γνωρίζω αυτήν την πόλη καλά, διότι στον  σύγχρονο κόσμο ξέρω πως δεν υπάρχει πλέον , έχει καταστραφεί και τέλος πάντων έτσι όπως περπατούσα είδα μπροστά μου τον Φρίντριχ Νίτσε! Μου φάνηκε απίστευτο και όμως αληθινό !Γνωστός Γερμανός φιλόσοφος και πολύ αγαπημένος !! Ήθελα όπως και δήποτε να έρθω πιο κοντά του , ήθελα να μάθω τα πάντα για αυτόν!
 

 Ε, λοιπόν, πήρα το θάρρος και τον πλησίασα . Με ρώτησε ποια είμαι και εγώ του είπα το όνομα μου. Φυσικά του φάνηκε πολύ παράξενο- είπε ότι δεν το έχει ξανακούσει ποτέ (και ούτε πρόκειται να το ξανακούσει! ). Παρόλα αυτά του είπα πόσο έχω εντυπωσιαστεί με την φιλοσοφία του και μου είπε να περάσω μέσα στο σπίτι του! Μου προσέφερε κάτι να πιώ και άρχισε η κουβέντα.
-Κύριε Νίτσε πείτε μου , που γεννηθήκατε;
-Ααα!  Θα σε μαλώσω! Θα με λες σκέτο Φρίντριχ ! Λοιπόν γεννήθηκα εδώ στην Πρωσία στις 15 Οκτωβρίου το 1844 και εδώ μεγάλωσα .
-Μάλιστα Φρίντριχ.. Βλέπω Ζυγός είστε και εσείς ε;
Άρχισε να γελάει και με ρώτησε με περιέργεια τι είναι ο Ζυγός.
-Τίποτα! Κάτι δικά μου ! ( Άντε να του εξηγείς τι είναι ο Ζυγός τώρα!), Έχετε αδέλφια;
-Έχω , εγώ είμαι ο μικρούλης . Έχω 2 αδέλφια: την Ελίζαμπεθ και τον Ιωσήφ αλλά ο Ιωσήφ πέθανε ένα χρόνο μετά από τον θάνατο του πατέρα μου (1849-1850) .
-Λυπάμαι πολύ Φρίντριχ! είπα πιάνοντας το χέρι του για συμπαράσταση .

-Ας αλλάξουμε θέμα , τι κάνατε στα νεανικά σας χρόνια;
-Χμμ, άρχισα μαθήματα λατινικών και Αρχαίων Ελληνικών  αλλά  δεν μου άρεσαν και τόσο. Ξεκίνησα από την δευτέρα δημοτικού (αφού εξετάστηκα από τον διευθυντή του σχολείου, δεν πήγα πρώτη δημοτικού ποτέ). Από μικρός έγραφα ποιήματα , φιλοσοφία και μικρά θεατρικά έργα. Μου αρέσει πολύ να γράφω. Αφιερώνω πολύ χρόνο σε αυτό. Επίσης λατρεύω την μουσική. Ασχολούμαι και με αυτό αρκετά ήμουν και στην χορωδία! Τόσο καλός, είπε με υπερηφάνεια.
-Α, πολυτάλαντος είστε ! Τώρα με τι ασχολείστε;
-Με τη φιλοσοφία! Πριν κάτι χρόνια αποφοίτησα από το Πφόρτα που ξεκίνησα κλασική φιλολογία, αλλά παράλληλα γράφτηκα στο θεολογικό τμήμα του πανεπιστημίου, γιατί είχα αμφιβολίες – πίστευα πως δεν υπάρχει θεός. Ε, κατέληξα άθεος . Λέω πως κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη , εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ' αυτήν , δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για την θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας .Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία; Τότε πίστευε . Θέλεις να είσαι ένα απόστολος της αλήθειας; τότε αναζήτησε την!
-Πολύ καλά τα λέτε ! Να σας ρωτήσω κάτι ακόμα . Θέλω να μου πείτε την γνώμη σας επειδή είστε φιλόσοφος : τι θεωρείτε πιο ανθρώπινο;
-Να απαλλάσσεις κάποιον από ντροπή!
-Χμμ , μάλιστα. Και πείτε μου κάποια από τα έργα σας .
-Δεν έχω και πολλά τώρα .Μόνο "Το μέλλον της παιδείας μας", και "Η γέννηση της τραγωδίας". Αυτά έχω  γράψει μέχρι στιγμής!
-Θα γράψετε σύντομα και άλλα είμαι σίγουρη! είπα χαμογελώντας. Θα φροντίσω να τα διαβάσω , Πρέπει να φύγω τώρα! Πέρασε η ώρα!
-Ααα, κρίμα! Ίσως τα ξαναπούμε, είπε γελώντας.
-Ναι ίσως , απάντησα και εγώ με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά!
Έφυγα λοιπόν από το σπίτι του Νίτσε και ήμουν χαμένη, δεν ήξερα από που να πάω. Όμως ξαφνικά άκουσα τον κύριο Νίτσε να μου φωνάζει λέγοντας:
-Υπάρχει ένας δρόμος που μπορεί να τον βαδίσει μόνο ένας .
- Του απάντησα "ποιος;"
-Εσύ!! μου είπε.
-Και που πηγαίνει ;
-Μη ρωτάς βάδισε τον. Είπε και έκλεισε την πόρτα.
Πήγα από εκείνον τον δρόμο που μου είπε και μόλις τον βάδισα ήμουν και πάλι στο σπίτι μου! Με όλα τα πράγματα μου! Ίσως να ήξερε κάτι ο Νίτσε!

Τέλος πάντων γύρισα . Η ώρα δεν είχε αλλάξει, έπρεπε να πάω ακόμα σχολείο (Πφφ, απελπισία). Παρόλα αυτά η  ημέρα είναι Τετάρτη και έχουμε πρώτη ώρα Ιστορία ! Ανυπομονώ να πω στην κυρία μου τι έμαθα για τον Νίτσε!
Δικαία Κουμπογιάννη, Γ2